Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007

Και μου ‘λεγαν...



Και μου ‘λεγαν πως ποτέ δε γίνονται τα πράγματα έτσι όπως τα θέλεις. Μα άκουγα? Κάγχαζα δίνοντας υπερβολική εμπιστοσύνη στα νιάτα μου. Στις δυνάμεις μου. Εσείς δε μπορείτε σκεφτόμουν. Εγώ μπορώ. Μπορώ γιατί μισή θεός και μισή ημίθεος, δεν έχω όρια. Δεν με φτάνουν οι περιορισμοί. Σκεφτόμουν κι άλλα κλισέ. Ό,τι δε θέλουμε δε μπορούμε κλπ κλπ κλπ. Εξυπνακίστικα μου φαίνονται όλα πια. Και όχι τίποτε άλλο, αλλά οι εξυπνάκηδες πάντα μου προκαλούσαν οίκτο.

Της ψυχής διαμαρτυρία


Οι μαύρες μου σκέψεις σε μια λευκή ελπίδα.

Να τη σκοτώσω πρέπει.

Μα δεν έχω πληγώσει ποτέ μου περιστέρι.

Κι εκείνο το τρένο που όλο σφυρίζει

Να το αφήσω πρέπει. Να φύγει αφού το θέλει.

Να κλείσει πια ετούτος ο σταθμός

Κι όσο τα μηνύματά σου φθίνουν

Και η λήθη σαν ομίχλη μας σκεπάζει

Να σε αφήσω πρέπει μα είναι η ψυχή μου που διστάζει.

Ξέρω γω?

Αγνοώντας τα περισσότερα πράγματα έφτασα στη μέση του βίου μου. Στη μέση της θάλασσας, στη μέση του πουθενά. Μέσα σε ένα πηχτό σκοτάδι, και με έναν άνεμο να λυσσομανάει αναγνωρίζω αξίες και στάσεις ζωής. Παίρνεις τον εαυτό σου από το λουράκι και τον βγάζεις βόλτα να κατουρήσει. Στη ρίζα των δέντρων της πλατείας. Λυσσομανάει ο αέρας και ξυρίζει το κρύο. Το σκυλί σε κοιτάζει απορημένο. Άλλοθι λέγεται ο τίτλος του βίου μου. Είναι γεμάτος από δαύτα. Ο δολοφόνος χτυπάει και ξυπνάει αθώος πολίτης. Έχοντας άλλοθι.

Όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω ελικόπτερο. Έκανα τις κοτσίδες μου έλικες και τις τίναζα γύρω από το κεφάλι μου. Διαρκώς ζαλισμένη ήμουν, παραπάταγα. Τα ελικόπτερα πετάνε ψηλά. Φεύγουν όταν δεν τους αρέσει το περιβάλλον. Ξαναγυρνούν για να σώσουν επιζώντες. Είναι ηρωικά μεγάλα κουνούπια. Μόνο που δε μου άρεσε ο θόρυβος. Προς τί οι φωνασκίες μικρή μου ύπαρξη? Θα γινόμουν ένα ήσυχο ελικοπτεράκι όταν θα μεγάλωνα. Το είχα αποφασίσει.

Οι αποφάσεις που παίρνω είναι πάντα σοβαρές και έχουν βάση. Λογική μπορεί να μην έχουν , αλλά βάση έχουν σίγουρα. Μια μεγάλη μου απόφαση ήταν τότε που αντί να κάνω ένα βήμα μπροστά σαν κριάρι που τυφλά παλεύει, έκανα ένα βήμα πίσω. Κοίταξα γύρω μου... καμία αλλαγή στο ρου της ιστορίας. Είχα κάνει ένα βήμα πίσω και τίποτα συγκλονιστικό δεν έγινε. Μα πως είναι δυνατόν? Απίστευτο μου φαινόταν. Από τότε πειραματίζομαι με τις κατευθύνσεις. Εκεί που προχωρώ μπροστά, χοπ! Κάνω ένα πλάγιο βηματάκι. Σκανταλιάρικο και πονηρό. Μετά παίρνω στροφή 35ο και συνεχίζω ένα τρελό ζιγκ ζαγκ μέχρι την άκρη του κράσπεδου. Το κράσπεδο απέχει από το δρόμο επτά εκατοστά. Γκρεμός μπροστά μου απλώνεται, τα χρόνια που πέρασαν. Δεν θα αγγίξω ούτε με τη μύτη του ποδιού τον δρόμο. Αντιπροσωπεύουν όσα πέρασαν για μένα. Και ενώ όλα αυτά με έχουν κάνει εγώ, τα σβήνω μονομιάς. Για να πας μπροστά, πρέπει να πετάξεις τα περιττά βάρη. Τις πεποιθήσεις, τις ελπίδες και τις σιγουριές. Να κρατήσεις μόνο αυτά: Την ουσία σου και ένα χαμόγελο.

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2007

Αδυνατώ να καταλάβω.

Αδυνατώ να καταλάβω. Όχι ένα, πολλά πράγματα. Ε...χμ... ΟΛΑ τα πράγματα. Αδυνατώ να τα καταλάβω. Συμπεριφορές. Σιγουριές.

Δεν με νοιάζουν τα φυσικά φαινόμενα και όλα τα λογικά. Η απλοποίηση και η εξήγηση. Μάτια μου, αν ότι περνούσε από το κεφαλάκι μας χαρακτηριζόταν από τη λογική, θα είχαμε διακόπτη On off και μπαταρίες αντί για στομάχι. Δεν έχουμε όμως...


Περνάει ο καιρός, άλλες φορές στεγνός σαν ξερός καπνός που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, και άλλες φορές έχει αυτή τη νοστιμάδα που δοκιμάζεις με την άκρη της γλώσσας και λες: Θέ μου, ποτέ να μην τελειώσει.


Ξέρεις τι καταλαβαίνω? Όταν βρέχει και με φιλάς κάτω από τη μαρκίζα. Το νερό τρέχει στο σβέρκο σου αλλά δεν είναι αυτό που σε ανατριχιάζει...

Καταλαβαίνω το βλέμμα σου όταν χαμένος στις παρέες νιώθεις μόνος. Αλλά εγώ ξέρω, πως δεν είμαι αυτή που θα σου γεμίσει τα κενά. Μα ποια είναι? Καμία μάτια μου, γιατί τα κενά δημιουργούνται ως αντιπυρικές ζώνες και εσύ που φοβάσαι τη φλογίτσα, μόνο τέτοιες έμαθες να φτιάχνεις. Αν ήταν να μη φοβόμαστε τα συναισθήματα, θα είχαμε διακόπτη On off και μίζα για καρδιά. Θα είμασταν πυροσβεστικές.

Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να πετάμε. Δεν έχουμε φτερά. Μα με αγγίζεις με τη σκέψη σου και με τινάζεις στο άπειρο. Με ακουμπάς με το δάχτυλο και με διακτινίζεις όπως ο Σποκ τον κάπτεν Κερκ. Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται. Αλλά αν καταλάβαινα θα είχα διακόπτη On off και τουρμπίνες αντί για πόδια. Θα ήμουν ελικοπτεράκι.


Δεν θέλω να καταλάβω, γιατί δε μου μιλάς. Γιατί ό,τι θέλω απομακρύνεται σαν τον ίσκιο μου όταν περπατώ. Σταθερά και αδυσώπητα. Η δική μου η ηθική ποτέ δεν συμβάδισε με την ηθική τους. Η μεγαλύτερή μου υποχρέωση ήταν πάντα απέναντι στον εαυτό μου. Ποτέ απέναντί τους. Αν ήταν να δίνω σημασία στον κόσμο θα ήμουν μια γέφυρα με διόδια. Με κουμπάκι να ανεβοκατεβαίνει η μπάρα και ανθρωπομετρητή. Με εσοχή για τα ψιλά και ταμπέλα για καλό ταξίδι. Δεν είμαι όμως, είμαι μια γέφυρα που ενώνει σπασμένες άκρες. Δε χωρίζει κόσμους. Αγαπάει τον κάθε κουρασμένο ταξιδιώτη και του ανοίγει εύχαριστως το δρόμο για το άπαν.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007



Ο έρωτας,
όνομά ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
 Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
 Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
 Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θυληκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Κικη Δημουλά -Ο πληθυντικός αριθμός

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Το ζενίθ, το ναδίρ και μια ανάσα ενδιάμεσα



Του αγίου Νικολάου - μεγάλη η χάρη του- πήγα στην τράπεζα να σηκώσω λεφτά για τις γιορτές. Άνεργη είμαι ουσιαστικά, αλλά μια γενναία ανάληψη για τις υποχρεώσεις των γιορτών, για τους λογαριασμούς, για τα δώρα, για το σπίτι και για μια εκδρομούλα Χριστουγεννιάτικη ήταν αναπόφευκτη. Χαμός στην τράπεζα, χαμός στο δρόμο, στα μαγαζιά, αμόκ τους είχε πιάσει όλους. Εγώ ήμουν ευτυχισμένη. Πήγαινα αργά, απολάμβανα τον ήλιο, χάζευα τις βιτρίνες και υπολόγιζα πως θα ξοδέψω το κομπόδεμά μου. Μέχρι να φτάσω σπίτι μου, ήμουν ακόμα πιο ευχαριστημένη γιατί με κάτι απίστευτους αλγεβρικούς υπολογισμούς και κάτι καταπληκτικά γεωμετρικά σάλτα, είχα καταφέρει να ισοσκελίσω τον ισολογισμό αυτών που ήθελα να κάνω με αυτά που είχα να ξοδέψω. Θα εκπλήρωνα όλα όσα είχα βάλει στο μυαλουδάκι μου, και μπορεί να μη μου έμενε δίφραγκο, αλλά θα ήταν όλα τακτοποιημένα.

Το «Θα» το προσέξατε? Ανοίγοντας την τσάντα μου για να αρχίσω να μοιράζω τους οβολούς μου δεξιά και αριστερά στους έχοντες και τους μη έχοντες, ανακάλυψα ότι άνηκα στην δεύτερη κατηγορία. Τους μη έχοντες. Τα ευράκια είχαν κάνει φτεράκια. Σκοτοδίνη! Ελάχιστες στιγμές πριν μου χτυπήσει την πόρτα το εγκεφαλικό,(ήταν πολλά τα λεφτά Άρη)... ξανάψαξα την τσάντα. Πουθενά τα λεφτάκια. Είχα ξεχάσει μέχρι και να αναπνέω. Δεν έχω χάσει ποτέ λεφτά, δεν με έχουν κλέψει ποτέ. Η πρώτη φορά ήταν ψυχρολουσία. Ήταν κακόγουστη φάρσα. Ήταν άδικο γαμώτο! Ξαναγύρισα και έκανα όλη τη διαδρομή αντίστροφα. Φυσικά, και δεν είχα κανένα αποτέλεσμα. Έπρεπε όμως κάτι να κάνω αλλιώς θα σκαρφάλωνα τους τοίχους. Ήταν η πρώτη φορά που με αντιμετώπισαν οι σαλταρισμένες πωλήτριες των καταστημάτων με συμπάθεια. Ο Διευθυντής της τράπεζας με συμπόνια. Ο αστυνομικός στην ασφάλεια με καρτερική ευγένεια. «Μάλιστα δεσποινίς, Όχι δεσποινίς. Δε θα τα βρείτε τα λεφτά σας και αυτό σας το υπογράφω και πάω και στοίχημα και τα δεκαέξι χρόνια που βρίσκομαι στο σώμα». Κόντεψα να του πω που να βάλει το απαύγασμα των δεκαέξι χρόνων της πείρας του, αλλά ακόμα και εκείνες τις στιγμές θυμήθηκα ότι είμαι καλοαναθρεμένη το κέρατό μου και έβγαλα το σκασμό.

Γύρισα σπίτι σέρνοντας. Είχα καταφέρει μέχρι πρόσφατα, ποτέ να μη δώσω ιδιαίτερη σημασία στα λεφτά. Από πείσμα αν θέλεις, γιατί ούτε και αυτά έδιναν ιδιαίτερη σημασία σε μένα. Τώρα όμως....

Άλλαξα βιαστικά και πήγα για δουλειά και δεν ξέρω πως πέρασαν οι ώρες μέχρι να γυρίσω σπίτι .Ότι είχε απομείνει από τον εγκέφαλό μου άψητο είχε παγώσει. Ήταν γιορτή, έπρεπε να βγω. Ήθελα να κουλουριαστώ στο κρεβάτι μου και να με βρίζω μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Πάνω στο τραπέζι με περίμεναν χρήματα. Όχι αυτά που έχασα, άλλα. Είχε κινητοποιηθεί η αγία οικογένεια και ξαφνικά από είκοσι πέντε ευρώ που είχαν απομείνει στο πορτοφόλι μου, ξαναβρήκα την ανάσα που κάπου είχα αφήσει στο δρόμο το πρωί. Το νέο είχε κυκλοφορήσει σε όλους τους κοντινούς μου ανθρώπους. Μέχρι το βράδυ, αν έπαιρνα τα χρήματα που μου πρόσφεραν με την καλή τους την καρδιά όλοι, θα είχα πολύ παραπάνω από αυτά που μου έκλεψαν. Βρέθηκα σε ένα ταβερνάκι να εύχομαι χρόνια πολλά και να τσουγκρίζω το ποτήρι μου. Κοίτα, σκεφτόμουν. Το ζενίθ και το ναδίρ απέχουν μια ανάσα. Κοίταζα γύρω μου. Όλοι χαμογελούσαν. Χαμογελούσα και εγώ. Και χαμογελούσα όχι γιατί ξαναβρήκα την ασφάλεια των χρημάτων. Αλλά γιατί ταρακουνήθηκα και ξαναθυμήθηκα ότι ο πραγματικός μου πλούτος, εκείνη την ώρα, τσούγκριζε τα ποτήρια του μαζί μου!

Χρόνια σας πολλά,

Σας εύχομαι πάντα να υπάρχουν πολλά ποτήρια πρόθυμα να διασταυρωθούν με το δικό σας!!!

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

Νερένιοι


Έβρεχε σήμερα. Αργά γλιστρούσα στα πεζοδρόμια. Δεν περπατούσα, ξεπατίκωνα τη σκιά μου και κυλούσα στους τοίχους.

Όμοιο ξωτικό, όμοιο αερικό, στους δέκα πόντους απ το έδαφος πορευόμουν. Μισόκλεινα τα μάτια και έπαιζα οπτικά παιχνίδια, με τις αντανακλάσεις από τους προβολείς των αυτοκινήτων στις βρεγμένες επιφάνειες.

Δεν πρόσεχα τους ανθρώπους, στον νεραϊδόκοσμο δεν υπάρχουν, μόνο νερένιες φιγούρες με προσπερνούσαν αδιάφορες.

Ντεκόρ σε ένα παραμύθι που γραφόταν επιτόπου.

Μα ξέρεις, μερικές φορές η ζωή, κάνει θαύματα μεγαλύτερα από τα παραμυθένια. Έφερε τα μάτια σου μπροστά μου, τα ίδια μάτια που δεκαπέντε χρόνια κρατάω φυλαχτά μέσα στη μνήμη μου, να μη θολώσουν, γιατί είναι το κοριτσίστικό μου μαξιλάρι, το ροζ μου όνειρο, το πρώτο άρωμα βιολέτας...

Και δεν ήταν ψέματα όπως τόσες και τόσες φορές γελάστηκα, ήταν πραγματικά, σε είχα απέναντί μου, μιάμιση δεκαετία μετά και ξαφνικά, άγουρο κορίτσι - ώριμη γυναίκα, τίποτε από τα δυο δεν είμαι, μόνο ανάμεσό τους πάνω στην παύλα τραμπαλίζω τα πόδια μου στον αέρα.

Και με θυμήθηκες, αναγνώρισες το άγουρο κορίτσι στη γυναίκα, είδα το σπίθισμα, είδα τη γλύκα του τότε κρεμασμένη στο γαλάζιο σου.

(Πώς χώρεσες Θεέ μου τόση θάλασσα σ΄αυτά τα μάτια...)

Πίστευα πως έφυγες σ’ άλλο τόπο. Το εδώ ανθρώπους σαν εσένα τους σκοτώνει.

Το εδώ μου φάνηκε τόσο λίγο για να υπάρχεις εσύ μέσα.

Σου είπα «έλα»! «Έλα στο νερένιο μου κόσμο παλικάρι.

Εδώ δε σε πληγώνουν τα σχήματα, δε σου ουρλιάζουν οι ήχοι.

Σου κάνουν παρέα οι σκιές, και οι σιωπές σου χαϊδεύουν το μέτωπο».

Και εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που κλείδωσαν οι ματιές μας, ήρθες.

Και ξέραμε και οι δύο που βρισκόμασταν.

Σ ένα προαύλιο με ευκάλυπτους, μέσα σε ένα ψιλόβροχο, να κοιταζόμαστε από μακριά, εκμηδενίζοντας την απόσταση και το χρόνο.

Εσύ εγώ και οι νερένιοι άνθρωποι γύρω μας να γράφουν το παραμύθι επιτόπου.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

Στα ίχνη σου




Κι ούτε μπορούσα να καταλάβω κι ούτε ήθελα.
Στηριζόμουν στις ενδόμυχες φωνές που μου έλεγαν «προχώρα». Ήξερα πως η εσωτερική φωνή ποτέ δε λαθεύει. Και πήγαινα. Ούτε ψυχουλάκια για το δρόμο ούτε να ξετυλίγω το μίτο της Αριάδνης. Χωρίς πυξίδα και με συννεφιά για να μη φαίνονται τ’ αστέρια.. Θα μπορούσα να είμαι τυφλή. Αλλά δεν ήμουνα κουφή. Και οι φωνές εξακολουθούσαν. «Προχώρα! Προχώρα»!!!
Κι όλος αυτός ο ατελείωτος δρόμος, όλη η κούραση, και η έντονη διάθεση να κλείσω τα μάτια μου για λίγο και να κοιμηθώ έναν αιώνα, δύο, ίσα που να φύγει η ένταση...
...κατέληξα στη Σπάρτη. Και το «προχώρα» σταμάτησε. Και στάθηκα στη θάλασσα, την είδα να αργοσαλεύει, να με καλεί μες στην αγκάλη της για να με νανουρίσει. Μα κάτι ακόμα μιλούσε μέσα μου. Και τις φωνές αυτές δεν τις σβήνεις. Τις αγροικάς μέχρι τέλους. Τις ακολούθησα κι ας είχαν γίνει πλέον ψίθυροι. Κι ώσπου ν’ ακούσω τον τελευταίο ανασαμό βρέθηκα πάνω απ’ τον γκρεμό. Καιάδας νομίζω πως λεγόταν. Και με περίμενε εκεί χρόνια το ξέρω! Και μόλις στάθηκα στο χείλος του με καλωσόρισε. Και ένας αέρας, -ένας αέρας σύντροφος- μου ταρακούνησε το είναι. Όπως μόνο ένας σύντροφος μπορεί να σε τραντάξει. Και γύρισα δεξιά, γύρισα αριστερά, μπας και δω το χαμόγελό σου και τα παιχνιδιάρικα μάτια σου. Κάτι μου φάνηκε στο βάθος να γυαλίζει, και νόμισα πως αναγνώρισα τη γραμμή των φρυδιών σου. Έκανα ένα βήμα μπροστά...
Οι φωνές σώπασαν.

Η Σπάρτη είναι ορεινή. Κάργα!

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007

Stop all the clocks




Stop all the clocks, cut off the telephone,
Prevent the dog from barking with a juicy bone,
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.

Let aeroplanes circle moaning overhead
Scribbling on the sky the message He Is Dead,
Put crepe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic policemen wear black cotton gloves.

He was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest,
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last for ever: I was wrong.

The stars are not wanted now: put out every one;
Pack up the moon and dismantle the sun;
Pour away the ocean and sweep up the wood.
For nothing now can ever come to any good.



Stop all the clocks - W. H. Auden

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

Δυο παρά... δυο και...




Δυο παρά. Κάνω κούνια στην πλατεία. Έχω βγάλει βόλτα το σκυλί. Ή με έχει βγάλει βόλτα... δε θυμάμαι. Ψιλοβρέχει.... Αδιαφορώ. Έχει πιαστεί το σακάκι μου στην αλυσίδα. Αδιαφορώ. Σημασία έχει να φτάσω ψηλά! Οι αριθμοί δεν έχουν σημασία. Ούτε η ώρα, ούτε η ηλικία. Σημασία έχει το ψηλά. Να νιώσω αυτό το κενό στο στομάχι. Κουνώ τα πόδια μου. Το σκυλί βαρέθηκε να με κυνηγάει. Δε θα με πιάσει ποτέ! Από κάποιο παράθυρο ακούγονται κάποιοι να κάνουν έρωτα. Ταιριάζουν με το ρυθμό μου. Ανέλπιστο τρίο.

Έχει περάσει η βροχή το σακάκι. Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανα κούνια? Ίσως οι ηλεκτρισμένες αστραπές στην ατμόσφαιρα μαζί με το κόκκινο καμπερνέ απόψε να κάνουν θαύματα. Πραγματικά αδιαφορώ. Μπορεί να είναι και στοιχείο του χαρακτήρα. Δε με ένοιαζε και ποτέ τι θα πουν οι άλλοι. Μόνο η μάνα μου με ένοιαζε τι θα πει. Και η μάνα μου τους υπολόγιζε. Αυτό μέχρι να πεθάνει ο πατέρας μου. Μετά είδε ότι κανένας δεν νοιάζεται αν πονάς και άρχισε να αδιαφορεί και αυτή. Νομίζω ότι αυτή η κούνια δεν μπορεί να φτάσει πιο ψηλά. Μόνο οι αντοχές μας μοιάζουν να μην έχουν όρια. Όλα τα υπόλοιπα έχουν.

Τρέχει πλέον νερό στη ραχοκοκαλιά μου. Το σκυλί έχει λουφάξει κάτω από την τσουλήθρα. Όταν ήμασταν πιτσιρίκια η τσουλήθρα ήταν το πιο επικίνδυνο παιχνίδι. Τώρα μαζεύει σκουπίδια και ξερά φύλλα. Τότε ήταν η βασίλισσα που έστεκε δίπλα στον πιο τολμηρό. Ποιος τολμούσε να κατέβει με το κεφάλι και ανάποδα? Ποιος τολμούσε να την κατέβει όρθιος? Ήταν ο βασιλιάς! Η κούνια σταμάτησε. Το σκυλί το ακούω αχνά να κλαίει. Με έχει τυλίξει ένα πέπλο βροχής, έχω φτάσει σε άλλα μέρη. Μερικές φορές βρίσκεις τη λογική στα πιο παράλογα μονοπάτια. Στα πιο επικίνδυνα για την πνευματική σου υγεία.

Δυο και. Κάθομαι ασάλευτη πάνω στην κούνια στην πλατεία. Το σκυλί γύρισε σπίτι. Μάλλον! Έτσι κι αλλιώς βρέχει τόσο πολύ, που δεν το βλέπω. Τις πιο δυνατές στιγμές μας τις βιώνουμε μόνοι μας αντιμέτωποι με τα στοιχεία της φύσης. Γιατί η φύση είναι αυτή που έχουμε περισσότερο μέσα μας. Και είναι η πιο ανεξήγητη, η πιο μυστηριακή. Απόψε έκλαψα τελευταία φορά έναν χαμένο έρωτα. Και η φύση, μου έκανε την τιμή να με ακολουθήσει στο κλάμα. Καθαρτήρια, επίμονη, αυταρχική. Η φύση και το κόκκινο καμπερνέ. Μπλέχτηκε το κρασί με το αίμα και όλα πήραν διαστάσεις άλλες. Κόκκινες!

Όταν θα μεγαλώσω θα γίνω ελικόπτερο σου είχα πει. Θυμάσαι? Έγινα κάτι καλύτερο. Έγινα κλέφτης. Από αυτούς τους άσπρους που αιωρούνται στο αεράκι. Έγινα κλέφτης και αιωρούμαι χωρίς τουρμπίνες και έλικες. Αιωρούμαι και ανακαλύπτω την αξία της απόλυτης σιωπής. Αυτής που μου επέβαλες. Αυτής που διακόπτεται μόνο από βροντές και τον ήχο από τις σταγόνες που κατακρημνίζονται. Όταν μεγαλώσω θα γίνω γέφυρα. Για να μπορώ να ενώνω σπασμένες άκρες. Απέναντι όχθεις. Δυο βουνά. Εμένα και εσένα. Όταν μεγαλώσω θα γίνω γέφυρα για να περάσω απέναντι να σε πάρω αγκαλιά και να σου πω ... «σσσσσσσσσσσς τίποτα δεν έχει σημασία» .......................

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007

My Chewbacca. My cherub pup.


She has a terrible underbite in need of a canine orthodontist. She follows me through every room. She doesn't mind I'm schizophrenic, or an old recovering and stodgy drunk. She doesn't leave me for other men, or because my "issues" are too much to bear. Every trip and back from the house, I am greeted at the door to a wiggling dance of joy, as if I were gone for years. We sleep together. My showers are spent with her laying near on the floor. Pizza is shared as she looks up at me with those doe eyes waiting for the next morsel of crust, pepperoni, and mozzarella cheese. Thus ends my ode to my Chewbacca. My cherub pup. My faithful companion through thick and thin. I believe all mentally ill people should have a companion pet if they are able to maintain one. They soothe the troubled soul. Man's best friend was never a more apt phrase.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2007

Σ’ ένα ταξί...



Σταμάτησε μπροστά μου από μόνος του. Απεχθάνομαι να μπαίνω σε ταξί με άλλους. Δεν είχα καν σηκώσει το χέρι μου. Που πας κοπελιά? Του είπα. Παρακαλούσα να μην πάει στην κατεύθυνση μου. Πήγαινε. Το ζευγάρι των ηλικιωμένων στο πίσω κάθισμα μου χαμογέλασε γλυκά. Είπα «ευχαριστώ πολύ» και βολεύτηκα ήσυχα στη θέση μου. Δεν μίλαγε κανείς μας. Ευτυχώς! προτιμώ τη σιωπή από αυτές τις αμήχανες κουβέντες για τον καιρό και την κίνηση.

«Κόρη μου», είπε ο ηλικιωμένος κύριος στο πίσω κάθισμα «Θέλεις να κάνεις πίσω το κάθισμα? Φαίνεσαι στριμωγμένη εκεί μπροστά». Ξεροκατάπια. Πόσα χρόνια είχα να ακούσω αυτή τη λέξη από τα χείλη ενός άντρα! Γύρισα πίσω για να αρνηθώ ευγενικά. Η κυρία είχε γείρει στον ώμο του και του κρατούσε το χέρι σφιχτά. Λες και θα της έφευγε, λες και θα πεταγόταν από το ταξί. Μου χαμογέλασαν και οι δυο. Είπα ευχαριστώ και έκανα το κάθισμα πίσω ένα εκατοστό. Μόνο για να τους κάνω την καρδιά τους. «Αν θες κόρη μου έλα κι άλλο». «Είμαι εντάξει, είμαι καλά ευχαριστώ». Ξαναγύρισα για να τους διαβεβαιώσω. Του κρατούσε το χέρι ακόμα, οι κλειδώσεις της ήταν άσπρες, και τα μάτια της.... ...αυτά τα μάτια! Μα αν δεν ήταν εξήντα, θα ήταν έξι χρονών και τρομαγμένη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά της είπα ότι όλα είναι καλά και πως τίποτα δεν θα πάει άσχημα μια τέτοια όμορφη μέρα. Ή κάτι παρόμοιο δε θυμάμαι. Με κοίταξαν περίεργα, μέχρι και ο ταξιτζής.

Μετά από λίγο κατέβηκαν. Άκουσα εκείνο το μονάκριβο «γεια σου κόρη μου» ξανά και σχεδόν ένιωσα ευγνωμοσύνη. Όταν απομακρυνθήκαμε λίγο, ο ταξιτζής με ρώτησε αν πρόσεξα ότι τους αφήσαμε έξω από το νοσοκομείο. Ξαφνιάστηκα και ρώτησα γιατί. «Γιατί ο άντρας μπαίνει για εγχείρηση εσπευσμένα, και πριν σε πάρουμε έλεγε στη γυναίκα του να μη φοβάται και ότι όλα θα πάνε καλά. Και του έλεγε αυτή μακάρι να είχε ένα σημάδι. Και για να της αλλάξει την κουβέντα πρότεινε να σε πάρουν που στεκόσουν στο δρόμο και φαινόταν ότι έψαχνες για ταξί».

Μερικές φορές διψάμε να ακούσουμε μια λέξη, ή μια φράση ειπωμένη από τα χείλη της μοίρας. Ένα σημάδι. Κάτι να μας γλυκάνει το φόβο, να μας θυμίσει ό,τι αγαπήσαμε, να μας μερώσει τη ψυχούλα. Και μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε, οπουδήποτε. Από έναν ηλικιωμένο κύριο ή μια άγνωστη κοπέλα, ακόμα και μέσα σ’ ένα ταξί...

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Με τί μοιάζει.....

Με τι μοιάζει η ελευθερία, όταν έχεις χαθεί...

τότε έρχεται κάποιος μες στη βαθιά νύχτα,
στο βαθύ σκοτάδι,
και ενώ δε βλέπεις τίποτε μπροστά,
σου εξηγεί το δρόμο που θα πάρεις,



















τον τρόπο που θα βουτήξεις στο κενό,
τον τρόπο που θα ζεις σαν χαμένος στο διάστημα...


Κ.Βήτα - Ο βοσκός

Έσβηνε τα δεδομένα, και μετά ξαναέγραφε
στην ίδια μνήμη, το ίδιο νούμερο

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007

Ο πύργος της μοναξιάς

Σιχαίνομαι ν' ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ.
Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Ούτε και τούτο!
Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του φόβο δεν προκαλεί.
Και μόνον όποιος φόβο προκαλεί μπορεί να οδηγήσει άλλους.
Σιχαίνομαι ακόμη και να καθοδηγώ τον εαυτό μου!
Μ' αρέσει, όπως στα ζώα του δάσους και της θάλασσας
να χάνομαι για λίγο
να κάθομαι ανακουρκουδα σε μια ερημιά
και να στοχάζομαι
να ξαναφέρνω πάλι πίσω τον εαυτό μου από μακριά
πλανεύοντας τον για να γυρίσει ξανά σ' έμενα.

Φ. Νίτσε

Το σκάκι



Έλα να παίξουμε
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δε πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει απο καιρό, πριν απο μένα
Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως όνειρα
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος τις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

Μανώλης Αναγνωτάκης

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2007

Πράγματα που μου αρέσουν


Μου αρέσει η αφαιρετικότητα στην τέχνη, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες και οι ατελείωτες προτάσεις. Πιστεύω οτι περισσότερα καταλαβαίνουμε από αυτά που εννοούνται παρά όταν κάποιος προσπαθεί με το ζόρι να μας τα χώσει στο κεφάλι.

Μου αρέσει η αντισυμβατικότητα και η ελευθερία. Μου αρέσουν τα ανήσυχα πνεύματα και οι τολμηροί άνθρωποι. Μου αρέσουν οι παρέες μου να είναι διαφορετικές. Να με μαθαίνουν πράγματα που δε θα μου πήγαινε ο νους να μάθω από μόνη μου. Να ανοίγονται συζητήσεις δρόμοι σχέσεις...

Μου αρέσει ο χώρος. Η άπλα. Η ησυχία. Το αγνάντι. Το τζάκι. Τα ποτάμια. Τα ποτάμια είναι η πιο γοητευτική μορφή νερού. Πάνε κάπου. Έχουν άποψη. Έχουν σκοπό. Είναι τσαμπουκαλεμένα, είναι πολύχρωμα. Είναι γεμάτα ζωή.

Μου αρέσουν οι μεγάλες τραπεζαρίες, οι φίλοι, τα φαγοπότια, τα γλέντια μέχρι το πρωί. Οι γελαστές φάτσες τα καθαρά μάτια και τα κόκκινα μάγουλα. Μου αρέσουν οι κόντρες μεταξύ τους, οι δήθεν τσακωμοί τους,και η αποδοχή που κρύβουν τα λόγια τους.

Μου αρέσουν τα ξυπόλυτα πόδια, τα αυτοσχέδια χορευτικά, τα φάλτσα τραγούδια. Μου αρέσει ένα γλυκό μήνυμα στο κινητό που αφήνεις αναπάντητο αλλά σου υπενθυμίζει πράγματα που έτσι κι αλλιώς δεν ξεχνάς.

Μου αρέσουν οι μεγάλες βόλτες, ο μικρές βόλτες, -όλες οι βόλτες-, τα ταξίδια οι εκδρομές, οι επιστροφές, οι αγκαλιές που ανοίγονται μόλις πλησιάζεις, η μυρωδιά από τα βιβλία, τα σταφύλια. Οι γάτες οι σκύλοι και μου κόβεται η ανάσα όταν βλέπω αετό ή γεράκι.

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που δεν κωλώνουν να πουν: «έκανα λάθος συγνώμη» ή «λυπάμαι αυτό δεν το ξέρω». Λατρεύω τις ρυτίδες του γέλιου γύρω από τα μάτια και τα στόματα. Την γενναιοδωρία ψυχής, απο τους βασανισμένους.

Μου αρέσει το γλυκό κρασί, τα μουτζουρωμένα παιδικά μουτράκια, οι μακαρονάδες με μανιτάρια, τα παγωτά και οι πίτες χωρίς κρεμμύδι. Μου αρέσει το ξύπνημα μέσα στη νύχτα μόνο για να ακούσω την απόλυτη γαλήνη. Μου αρέσουν οι καλότροποι και ευγενικοί τύποι, αλλά λατρεύω τα γκρινιάρικα, μονόχνοτα, στραβόξυλα.

Μου αρέσουν τα ανέκδοτα με την Αννούλα και το Γιαννάκη, η φρουτοπία, και το Muppet show. Μου αρέσει το μαγείρεμα μόνο που ποτέ δεν ξέρω τι θα βγει στο τέλος. Εκτιμώ ανθρώπους που δείχνουν πως σε σκέφτονται και σε αγαπάνε και δεν κολλάνε σε κοινωνικά πρέπει και δήθεν περιορισμούς. Μου αρέσει το σινεμά και οι μικρές παρεΐστικες συναυλίες. Το κολύμπι σε βαθιές κρυστάλλινες θάλασσες.

Μου αρέσουν αυτοί που σου λένε τι νιώθουν και τι θέλουν, έχουν το θάρρος της γνώμης τους και τον τσαμπουκά να το υποστηρίξουν. Οι κρυψίνοοι εγωιστές που περιμένουν να μαντέψεις τι θέλουν ενώ καλά καλά και οι ίδιοι δεν το ξέρουν, μου προκαλούν απέραντη λύπη.

Τί γεύση έχει το κόκκινο;



Κάθεται στην αυλή και ζωγραφίζει πάνω σε παλιούς μπογιατισμένους καφέ τενεκέδες που προορίζονται για γεράνια. Ζωγραφίζει φούσκες, ανεμόμυλους και καράβια. Φούσκες που τραμπαλίζονται λες, είτε απ το άμαθο χέρι του καλλιτέχνη, είτε απο το ζεστό αεράκι που του φυλάει το πρόσωπο. Ανεμόμυλους απ’ αυτούς τους παιδικούς, με το καλαμάκι και τα χρωματιστά χαρτάκια διπλωμένα έτσι, ωστε στο παραμικρό ανέμισμα να επιτελέσουν το έργο τους. Να γυρίσουν φτιάχνοντας την ίριδα. Και καράβια με λευκά πανιά πάνω σε αφρισμένα κύματα χωρίς μηχανές χωρίς ναύτες, μόνα τους να παραδέρνουν στο άπειρο.

Κάθεται και φτιάχνει παιδιακίσιες ζωγραφιές. Απ αυτές που κάνουν τα πεντάχρονα, που πασαλείβονται με τους μαρκαδόρους στα μπράτσα στα ρούχα στα μουτράκια τους. Μερικά μάλιστα, (αυτά θα πρέπει να είναι τα μεγάλα ταλέντα), τρώνε τις μπογιες κιόλας, τις δοκιμάζουν με τις γλωσίτσες τους, και δυσφορούν με τη γεύση. Λογικό! Όταν ήταν παιδί απορούσε και ο ίδιος γιατί το κόκκινο έχει τόσο πικρή γεύση και το κίτρινο δεν μυρίζει λεμόνι. Πάντα γέλαγε όταν έβλεπε την ανιψιά του πιτσιρίκα να μετουσιώνει το παιχνίδι σε φαί και τούμπαλιν. Αυτό σημαίνει δημιουργία, σκέφτεται παιχνιδιάρικα. Συμμετοχή όλων των αισθήσεων. Και η ακοή? Που είναι η ακοή ? Αν υπάρχουν όλες οι υπόλοιπες αισθήσεις, τότε που είναι η ακοή στη ζωγραφιά μου? Κοιτάζει προσεκτικά. Αφρισμένα κύμματα που χτυπούν στην καρίνα είναι αυτά που ακούγονται αχνά? Χαμογελάει. Αν γυρίσει πλευρά στον τενεκέ θα ακούσει και τα παιδιά που γελάνε καθώς τρέχουν με τους ανεμόμυλους να γυαλίζουν στο φως, καθώς κυνηγούν τις αλήτισσες φούσκες.

Χαμογελάει πάλι. Δεν είμαι πια παιδί, σκέφτεται. Αλλά δεν έχω σταματήσει και να είμαι. Ανάβει τσιγάρο! Τα χέρια του είναι γεμάτα μπογιές και με την άκρη της γλώσσας καταλαβαίνει στα χείλη του μια πικρή γεύση. Σαν κόκκινο του μοιάζει. Ακόμα ξαφνιάζεται που το κόκκινο δεν έχει γεύση κεράσι, καρπούζι, φράουλα.

-«Δεν είμαι πια παιδί» μονολογεί δυνατά

-«Αλλά δεν έπαψα ποτέ και να είμαι» λέει χαμηλότερα όλο σκανταλιά...»

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2007

Όνειρο





Πάλι ονειρεύτηκα παράξενα χτες. Ήμουν σε μια ξένη πόλη, και κρατούσα στα χέρια μου δυο αγοράκια, που είχαν ένα σώμα και τα κεφάλια τους ήταν κολλημένα έτσι ώστε να μην κοιτά ποτέ το ένα το άλλο. Και ήταν όμορφα, και ήταν έξυπνα, και ήθελαν να παίξουν, και κανείς δεν τα έβλεπε σαν τέρατα, σαν λάθη της φύσης. Κι εγώ που ήμουν η μόνη που λυπόμουν, που ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη αποδοχή, ήθελα να τα κρατάω, να τα προστατέψω, να μην τα πληγώσει κανένας.

Και παίζαμε, και μιλάγαμε, και σκεφτόμουν είναι δώρο θεού, είναι μήνις θεού, και δεν ήξερα πως να αντιδράσω, μέχρι που ήρθαν και κούρνιασαν κουρασμένα στην αγκαλιά μου. Και είχα μια ανάγκη να κάνω την αγκαλιά μου πουπουλένιο κρεβάτι και την ανάσα μου νανούρισμα να κοιμηθούν ύπνο όμορφο και αθώο. Να κάνω τους άλλους γύρω μου να πάψουν, να μην φωνάζουν να μη μου τα ταράξουν. Και όλοι ήταν αδιάφοροι, σκληροί. Και σκεφτόμουν ποιος τα πληγώνει, εγώ με την ευαισθησία και τον προστατευτισμό μου, οι αυτοί με την αδιαφορία και την ψυχρότητά τους?

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

Θέλεις να παίξουμε?

Θες να πετάξεις, μα είναι η βαρύτητα που σε κρατάει.

Κι ότι στους ώμους σου δεν φύτρωσαν φτερά

Θες να φωνάξεις, αλλά η σιωπή είναι που μετράει

Κι αυτό καρδούλα μου το ξέρεις πια καλά.

Και περιμένεις μια στιγμή που οι αλυσίδες θα κοπούνε

Και αναζητάς την αφορμή που όλα σε μια ανάσα θα κρυφτούνε

Κλείνεις τα μάτια και πηδάς χωρίς να ξέρεις που θα πέσεις.

Έχεις μια μόνο σιγουριά, μόνο αν ζήσεις θα πονέσεις.

Κι είναι ο πόνος σου γλυκός γιατί τον θέλεις να σε θρέψει

Θέλεις να ‘ρθει και να σε βρει να δώσει ότι σου ‘χει κλέψει

Να δώσει ανάσες και στιγμές και ιδρώτα πάνω στο κορμί σου

Θέλεις να βρει την αφορμή να κοιμηθεί απόψε μαζί σου.


Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007

Ένα λάθος.


Μια φίλη μου έστειλε ένα μέιλ με νέα της πριν δυο μέρες. Απλά πράγματα να μη χάνουμε επαφή. Πώς είναι η οικογένεια, η δουλειά, η σχέση. Μέιλ δυο παραγράφων που να χωράει όλα τα νέα μέσα Όλα τυπικά και τακτοποιημένα.. Μια πρόταση τα χάλαγε όλα.: «Ένα λάθος να κάνεις στη ζωή σου και άντε να μαζευτείς μετά!!!!!»

Και το διαβάζω, και το ξαναδιαβάζω, και σκέφτομαι τι απελπισία κρύβει η τακτοποιημένη ζωή του καθενός μας. Τι λάθη προσπαθούμε να μαζέψουμε, και πόσο μακριά τα κουβαλάμε, -υπερβάλλον βάρος στη ζωή μας. Και όσο και να τις σούρεις, τις βαλίτσες με τα λάθη, κάποιο θα ξεφύγει απ το χαλασμένο φερμουάρ, θα ξαναβγεί στην επιφάνεια, χρησιμοποιημένο εσώρουχο να σου χαλάει τη μόστρα.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2007

Ζω άβρεχτα!

Οι πιο επίμονες ιδέες μου έρχονται όταν κάνω ντους. Χώρος άβολος να κρατήσεις σημειώσεις. Μικρές βασανιστικές προτάσεις που επαναλαμβάνονται όπως πέφτει το νερό στα πλακάκια. Μετά σηκώνονται με τον ατμό και αιωρούνται. Κολλάνε πάνω μου, φεύγουν για το ταβάνι, ξαναγυρνάνε. Είμαι ώρα μες στο μπάνιο. Έχω μουλιάσει, τα δάχτυλά μου έχουν ζαρώσει και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι αυτό. -Ζω άβρεχτα-.

Ρυάκια το νερό τρέχει επάνω μου. Αλλάζω τη θερμοκρασία από το καυτό στο απόλυτα κρύο. Η ίδια αίσθηση. -Ζω άβρεχτα-. Δεν υπάρχει απέναντί μου είδωλο. Ο καθρέφτης έχει θολώσει από ώρα. Κανείς απέναντι να βεβαιώσει οτι είμαι εγώ.

Έξω από το μπάνιο είμαι καλή κόρη, σπαστική αδερφή, απαιτητική ερωμένη, αστεία θεία, σταθερή φίλη. Είμαι αυτά, κι άλλα· και τίποτα συγχρόνως. Κομματάκια που συνθέτουν ένα παζλ που δεν τελειώνει. Μέσα στο μπάνιο γυμνή από τις ματιές και τις απαιτήσεις, ψάχνω την ταυτότητα στις τσέπες που δεν έχω.

Ένα ξέρω και ξαναγυρίζω τη θερμοκρασία στο καυτό. -Ζω άβρεχτα-.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007

"Καλώς όρισες"



Κάποτε είχαμε την πόρτα μας ανοιχτή να μπαίνουν τα στοιχεία. Ο άνεμος, το φως το χαλάζι, ο κουρασμένος που διψάει... Τα καθίζαμε στο τραπέζι της αυλής και τους δίναμε γλυκάκι σπιτικό. Βυσσινάδα. Πότε πότε λίγο γλυκό κρασί. Μπήκε κόσμος και ντουνιάς σ’ αυτό το σπίτι. Μπήκε θλίψη και δάκρυα, μπήκαν χαρές και νύχτες με κιθάρες, μπήκαν όμορφες και ευγενικές ψυχές και δυο τρεις μαύρες που έφυγαν γρήγορα.
Τώρα η πόρτα έκλεισε, κοιμάται θαρρείς ξεκουράζεται για λίγο. Δεν ξέρω πόσο. Θα ξανανοίξει να δεχτεί, θα βάλει τα καλά της, θα ανθίσουν τα λουλούδια στις γλάστρες δίπλα, και όλα θα λένε «Καλώς όρισες» και πάλι.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2007

Φτάνει



Όλες αυτές τις ιδέες, αυτές που σε έκαιγαν, τις απορίες και τα γιατί, τα είχα κι εγώ.
Όλα αυτά τα μικρά όνειρα που έδιωχνες με το μπλινκ των βλεφάρων σου ερχόντουσαν σε μένα.
Όλες αυτές τις στιγμές, τις μικρές, τις μεγάλες, τις απελπισίες και τις μοναξιές, τις καλωσόρισα.
Δεν ήμουν δίπλα σου, μα ήμουν μέσα σου, συγκοινωνούν δοχείο να γεμίζω με το θυμό σου και να επιπλέω στην αδικία σου
Ήμουν εκεί, μέχρι που επέλεξες να μη με βλέπεις, με τα μάτια της ψυχής σου, να μη με νιώθεις με όλες τις αισθήσεις σου, να μη με θέλεις με όλη τη ψυχή σου.
Και μετά ήμουν πάλι εκεί, γιατί σε περίμενα, γιατί αναρωτιόμουν τι άλλαξε και αν μπορεί να ξαναλλάξει. Kαι μετά πέρασαν χειμώνες πολλοί, και άνοιξες χωρίς μπουμπούκια, το μόνο που άνθιζε ήταν η θλίψη.
Και μετά είπα φτάνει, δεν μπορείς να περιμένεις μέχρι τον θάνατο, γιατί ο θάνατός σου είναι εδώ και σε ακουμπάει, και δεν αφήνει τον πραγματικό θάνατο να σε ανακουφίσει.
Και σκότωσα όλη την ελπίδα που είχα μαζέψει μέσα στο κορμί μου, ακόμα και τα μικρά θριψαλάκια μου βολικά είχα ξεχάσει¨ πίσω από τα νύχια μου, τα ίδια νύχια που έμπηγα στη σάρκα μου για να μη φωνάξω από απελπισία.
Και λούστηκα σε ένα φως που πόναγε, μέχρι τα βάθη, μέχρι την ύπαρξη, μέχρι τα όνειρα, και όλα τα βράδια δεν έκλεινα μάτι, να μη δω εφιάλτες με τα μάτια σου μέσα.
Και τώρα που γύρισες, και θέλεις τα ίδια σου, τα παλιά τα κεκτημένα, σε δοκιμάζω με τα δόντια μου, να θυμηθώ τη γεύση, να σε αναγνωρίσω, μα το μόνο που μου έρχεται στη μνήμη, είναι πολύ πορφυρό αίμα να τρέχει από τις πληγές, πολύ σαπισμένη σάρκα, να κάνει την ύπαρξη μαρτύριο.

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007

Για σενα



Αυτό το τέλειο σύμπαν,
κάπου έχει ένα ρήγμα.
Είναι η ψυχή μου!

Χρήστος Μαλεβίτσης

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2007

Που ακριβώς δεν πάμε καλά?



Που ακριβώς δεν πάμε καλά?
Κάποιος να μου εξηγήσει!
Κάτι δεν φτιάχνεται καλά στη σούπα.
Το έχει πάρει χαμπάρι κανείς ή τσάμπα κάνω τούμπες?

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2007

Windmills


Αν δεν είσαι αυτό που είσαι, τί θα ήθελες να είσαι?

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αν δεν κάνεις ότι θέλεις τί θα ήθελες να κάνεις?

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αν δεν είσαι εκεί που θέλεις που θα ήθελες να είσαι?

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αν δεν είσαι με όποιους θέλεις, με ποιούς θα θελες να είσαι?

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αν δεν νοιώθεις όπως θέλεις πως θα ήθελες να νοιώθεις?

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αν δεν βλέπεις ότι θέλεις τί θα ήθελες να βλέπεις?

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Νερό και φωτιά


Στουπιά, βενζίνες, απανθρακωμένα πτώματα, ασύμμετρες απειλές. Χόρτασε το κεφάλι μου ουφολογίες και επικλήσεις. Στείλτε ένα καναντέρ εδώ, κάντε μια ρίψη εκεί, οργανώστε μια διάσωση πιο πέρα. Οι πολιτικές ευθύνες, οι εκλογές, η επόμενη μέρα, το οικοσύστημα… Άφησα τίποτα απ’ έξω?
Είμαι στην παραλία. Με βουλωμένα αφτιά και μπρούμυτα, επιπλέω σε μια παράξενη θάλασσα. Κάνω διακοπές. Το κύμα με τραμπαλίζει πέρα δώθε. Δεν υπάρχει ήλιος. Ένας μουντός δίσκος μόνο. Οι ήχοι έρχονται από μακριά. Εγώ έρχομαι από μακριά. Οι πύρινες λαίλαπες έρχονται από κει. Απλά επιπλέω. Όπως εσύ. Όπως όλοι μας. Μόνο που εγώ κυριολεκτώ.
Γυρίζω ανάσκελα και κάνω τον πεθαμένο. Μισοκλείνω τα βλέφαρα και βλέπω μέρη που πήγα πέρυσι και άφησα ένα κομμάτι του εαυτού μου εκεί, υποσχόμενη να γυρίσω και να το πάρω κάποια στιγμή. Τώρα καίγεται δίπλα από μια στάνη. Μια ομορφιά που πρόλαβα και είδα, ερωτεύτηκα, και δεν πρόλαβα να γυρίσω όπως το ‘χα φανταστεί, να ξανακοινωνίσω την γαλήνη της. Θλίψη απέραντη, φρενοκομείο απέραντο, εκεί που σ’ αγαπάω με πληγώνεις, και όσο με πληγώνεις τόσο λατρεύω την πληγή μου.
Άλλοι έχασαν περισσότερα το γνωρίζω. Εγώ έχασα ένα όνειρο. Μια βόλτα με το αυτοκίνητο στα φιδογυριστά δρομάκια. Απαίσια μουσική να παίζει στο ράδιο επίτηδες. Να γελάω που επιμένεις να την ακούσω. Να ξέρω ότι αυτές οι στιγμές δεν θα επαναληφθούν, αλλά να πετάω κομματάκια μου μπας και ποτέ βρω το δρόμο της επιστροφής. Τώρα κάηκαν. Κομματάκια, στιγμές, διαδρομές.
Επιπλέω. Σε μια υγρή αγκαλιά που με δροσίζει και μου ρουφάει τη θλίψη. Ετούτη εδώ η κατάσταση με επουλώνει. Σαν ηθελημένο κόμμα στο νοσοκομείο, μέχρι να περάσει ο πόνος του ασθενούς. Αντί για κρεβάτι ξαπλώνω στην επιφάνεια. Περιμένω. Περιμένω αυτόν που θα κολυμπήσει δίπλα μου και θα μου δείξει πως βγαίνουν απ το κόμμα.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

Ξέρω την ημερομηνία του επόμενου ψέματος που θα πεις.


Όλα τα βλέπεις. Πολλές φορές θέλεις να κλείσεις τα μάτια στις εικόνες. Να βουλώσεις τ' αφτιά στις κραυγές. Θέλεις όλος ο κόσμος να καλυφθεί απο ένα πέπλο. Να μην περνάνε οι ματιές αυτών που κάτι περιμένουν απο σενα. Τα μάτια είναι τα πιο φλύαρα. Ζητάνε, ζητάνε, αδηφάγα μάτια ζητάνε ακόμα και όταν τα έχουν πάρει όλα.
Όλα έρχονται σε σένα τελικά. Είσαι αποδέκτης μυστικών και εξομολογήσεων. Ξέρεις παρόλο που δε θέλεις να ξέρεις. Ξέρεις παρόλο που δε θέλει να σου πει. Λεπτές αποχρώσεις στον ήχο της φωνής. Ένα στιγμιαίο κόμπιασμα. Ένα βλέμμα που αποφεύχθηκε. ΞΕΡΩ!
Αλλά πόσο δε θέλω να ξέρω τελικά...


Πάλι καλά που βρέθηκε και αυτή η έρημη γωνίτσα πίσω απο το δάχτυλο μου και κρύβομαι αποτελεσματικά...

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2007

Αλκοολοφιλοσοφίες


Είναι όπως το καμικάζι. Πας στο μπαράκι που ξέρεις τον μπάρμαν που είναι τζιμάνι. Του ζητάς το ποτό σου. Καμικάζι. Το φτιάχνει σχεδόν τόσο καλά όσο εσύ. Τον κοιτάς στα μάτια και σου έρχεται να τον φιλήσεις με γλώσσα. Αυτός ο άνθρωπος έχει σίγουρα διαβεί τα πορτοπαραθυρόφυλλα της καρδιάς σου. Δε πα να μάθεις μετά οτι είναι σεσημασμένος κλέφτης ραδιοκασετοφώνων αυτοκινήτων εσύ τον έχεις βάλει στα φυλλοκάρδια σου. Είναι και ωραίο αγόρι... ε, δε θες πολύ. Στο δεύτερο καμικάζι τον έχεις αγαπήσει ειλικρινά. Είναι ο μόνος που σε καταλαβαίνει. Θες να κάτσεις ήσυχα στη γωνίτσα σου, ν’ ακούσεις τη μουσικούλα σου και να πιεις το εξαίσιο ποτάκι σου. Μετά θα του γράψεις το χωράφι με τις ελιές που έχεις για προίκα. Όταν ένας άνθρωπος σώνει έναν άλλο πρέπει να αμοίβεται με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς ιδιαίτερη σκέψη.

Στο δεύτερο ποτήρι είναι η ώρα για βαθιές φιλοσοφημένες κουβέντες μετά του εαυτού σου. Έτσι είναι κορίτσι μου! Η ζωή είναι σαν το καμικάζι. Πρέπει να έχεις τα σωστά υλικά, τις σωστές δόσεις, και να ξέρεις να το φτιάχνεις. Να έχεις feeling. Να ξέρεις που να κόψεις το χεράκι σου όταν ρίχνεις λάιμ. Να βάζεις ακριβώς τη μισή ποσότητα Cointreau από βότκα. Να κόβεις φρέσκια φέτα λεμόνι. Και χυμό αγοραστό Και πάντα να βάζεις Stoli. Δένει καλύτερα. Όλες αυτές είναι προϋποθέσεις που η σωστή ανάμειξή τους σε στέλνει στον παράδεισο, ή κάπου εκεί γύρω. Κάτι τόσο απλό θέλει μεράκι. Θέλει τέχνη. Θέλει να σου αρέσει.

Η ζωή λοιπόν είναι κάπως έτσι. Θέλει για να είναι πετυχημένη να έχεις όοοοοολα τα υλικά. Και όχι μόνο. Να τα έχεις στις σωστές ποσότητες. Και όχι μόνο. Να τα συνδυάζεις. Και όχι μόνο. Να βάλεις ένα κομμάτι σου μέσα. Όταν δημιουργείς κάτι, πρέπει να αφήνεις και ένα κομμάτι σου μέσα στην κατσαρόλα. Μια σκέψη. Μια ευχή. Ένα παράπονο που το κόβεις από το κορμί σου σαν λώρο. Θέλει εσένα. Οίνο και άρτο. Προς βρώσιν και πόσην. «Μετά φόβου Θεού πίστεως έλθει εφ υμάς». Μετουσιώνεις εσένα και τον καημό σου και μετά όλα γίνονται λίγο πιο ομαλά στον κατήφορο. Γιατί κακά τα ψέματα. Για κατήφορο πρόκειται. Αλλά είναι γλυκός και κατεβαίνεται εύκολα. Είναι ξινός και σου θυμίζει οτι όπου κι αν έφτασες έτσουξε πρώτα. Είναι παγωμένος και ευχαριστείς που είσαι ζωντανή και με τις αισθήσεις έτοιμες να δεχτούν όλες τις κρυάδες και τις ζέστες που σου επιφυλάσσει το μέλλον. Πιο πολλές κρυάδες, λιγότερες ζέστες. Αναστενάζεις. Σηκώνεις το άδειο ποτήρι σου στην υγειά της διαφοράς των θερμοκρασιών που σε κρατούν ξύπνια. Γαμώ τα σκοτσέζικα ντους!

Παραγγέλνεις άλλο ένα...

Τρίτη 21 Αυγούστου 2007

Οι οπτικές γωνίες…



Αγναντεύεις τον κόσμο από το1.66 Ξέρεις ότι την κούπα με τον καφέ θα την βρεις δεξιά και κάτω, τον πίνακα αρίθμησης στην τράπεζα ψηλά στην κολώνα, και το σκυλί σου ξαπλωμένο στα πόδια σου ακριβώς μπροστά σου. Στρέφεις το βλέμμα σου και αντικρίζεις τη σιγουριά και τη βεβαιότητα. Βαρετά πράγματα οι βεβαιότητες. Καθόλου ψυχαγωγικά. Έχεις φτιάξει μια ζωή από μικρές προσωπικές ιεροτελεστίες, ιστοί αράχνης που σου δένουν τις αισθήσεις με την πραγματικότητα. Αγκυρούλες για να στερεωθείς στην ρευστότητα. Συγκεκριμένη μάρκα σαμπουάν, δυόμισι κουταλιές ζάχαρη, κυριακάτικη εφημερίδα. Αριθμοί τηλεφώνων που ξέρεις απ έξω, και άγνωστα νούμερα που δε σηκώνεις ποτέ. Σαν γέρος βιβλιοθηκονόμος, γνωρίζεις με απόλυτη σιγουριά που είναι τοποθετημένος και ο τελευταίος ταπεινός τίτλος. Έχεις αρχίσει ήδη να χασμουριέσαι ή ακόμα?

Μια πανέξυπνη διαφήμιση οπτικών πριν λίγα χρόνια είχε σαν σλόγκαν «Άλλαξε την οπτική σου» Έδειχνε προχωρημένα τυπάκια να σκαρφαλώνουν πάνω σε μαρκίζες και φωτεινούς σηματοδότες για να δουν με τα καινούρια τους γυαλιά την καθημερινότητά τους να αλλάζει. Την ίδια θέα, αλλά από διαφορετική οπτική γωνία. Ωραία ιδέα! Θαυμάσια ιδέα! Εντάξει, δεν εννοώ να ανεβούμε όλοι στο φωτεινό σηματοδότη Κορίνθου και Ερμού. Κομματάκι άβολο θα είναι, και η αλλαγή στην οπτική όχι ότι καλύτερο σαν επιλογή φαντάζομαι. Η ιδέα όμως, να κοιτάς τα ίδια πράγματα με άλλο τρόπο και να τα ξαναμαθαίνεις από την αρχή, να τα καταλαβαίνεις καλύτερα, να τα αμφισβητείς ακόμα, είναι ακαταμάχητη. Επαναπροσδιορισμός. Να μια γόνιμη λέξη.

Επαναπροσδιόρισε τα πρόσωπα που βρίσκονται δίπλα σου. Κανείς δεν μένει ίδιος σ’ αυτή τη ρευστότητα. Και οι σιγουριές σου από μόνες τους μπορούν να σε γελάσουν. Επαναπροσδιόρισε τις σχέσεις που σέρνεις και σε σέρνουν. Αβάσταχτο βάρος να σέρνεις απ’ το πόδι. Σε εμποδίζει να πετάξεις!

Επαναπροσδιόρισε τον εαυτό σου μέσα στο σύνολο. Τελικά είσαι ο μόνος που του έχεις υποχρέωση. Χώρια που δεν μπορεί να το κάνει κανένας άλλος για σένα. Οι ιππότες με το άσπρο άλογο και την πανοπλία που σώζουν τη δεσποσύνη υπάρχουν στα παραμύθια. Στην πραγματικότητα φοράνε τζιν καβαλάνε ρόδες και είναι τουλάχιστον τόσο χαμένοι όσο εσύ.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Είμαι καλά γιατρέ μου?



Πάσχω από κάτι που λέγεται φαντασιωτική μονομανία. Κολλάω σε κάτι που μου περνάει από το μυαλό και κάνω καιρό να το αφήσω πίσω μου. Χρόνια. Π.χ. Αν ένας άνθρωπος είναι αποδεδειγμένα καθίκι και εγώ για κάποιον διεστραμμένο λόγο τον συμπαθήσω από το πρώτο λεπτό, τότε ο εγκέφαλός μου αρνείται να επεξεργαστεί την όποια πληροφορία καθικισμού του λάβει μετέπειτα. Θα υπάρχω γοητευμένη με το καθίκι παρά τις επιταγές της λογικής. Έχω μια ανοχή και μια προστατευτικότητα στους «κακούς ανθρώπους». Τους αντιμετωπίζω με περιέργεια, λίγο επιφυλακτικά, λίγο σαν πειραματόζωα και κατά βάση τους συμπαθώ.
Στις ταινίες άλλοι «συντονίζονται» με τον καλό χαρακτήρα της υπόθεσης, εγώ πάντα μελετάω τον κακό. Στενοχωριέμαι που η μοίρα του είναι προδιαγεγραμμένη. Θα καταλήξει ή στη φυλακή, ή στο νεκροτομείο, ή το χειρότερο θα δει το φως και θα γίνει καλύτερος και από τους καλούς. Ευτυχώς αυτά γίνονται μόνο στο σινεμά. Στην πραγματικότητα συμβαίνουν άλλα βεβαίως - βεβαίως. Και είμαι χαρούμενη γι αυτό. Οι ταινίες έχουν προβλεπόμενο τέλος. Η ζωή ποτέ!
Η καλύτερή μου φίλη λέει ότι αυτό συμβαίνει γιατί είμαι κι εγώ κακός άνθρωπος. Κάκιστη. Εγώ πάλι της απαντάω ότι αυτό δείχνει κάτι για την ίδια αφού επαληθεύει την παροιμία «Δείξε μου τους φίλους σου…» αλλά αυτό είναι ένα δικό μας αστείο που το εκτιμάμε δεόντως σε καθημερινή βάση ταΐζοντας η μια την άλλη πάσες για κακιούλες. Καλά περνάμε, δε λέω, αλλά θα ήθελα την άποψη ενός ειδικού.
Η φαντασιωτική μονομανία δεν αφορά μόνο το κόλλημα μου με τους κακούς ανθρώπους. Νομίζω ότι τελευταία εξαπλώνεται. Όποια και να είναι η κατάσταση που ζω, αν το μυαλουδάκι μου την έχει πλάσει διαφορετικά, τότε είναι σίγουρο οτι θα μεταστρέψω την φαντασία και θα την κάνω πραγματικότητα και θα αγνοήσω απλά την πραγματικότητα. Δεν έχει να κάνει με σχιζοφρένεια. Γνωρίζω απόλυτα τι συμβαίνει, λειτουργώ επιφανειακά στο πραγματικό επίπεδο, και πραγματικά υπάρχω στη φαντασία μου. Πολύ μοναχική ασθένεια το παραδέχομαι.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2007

Η γειτονιά



Ανοίγεις το παράθυρο βλέπεις απέναντι το γείτονα με το σώβρακο. Μούρλια το σώβρακο, άθλιος ο γείτονας. Ανταποδίδεις την καλημέρα κλείνεις τα μάτια και πας να φτιάξεις καφέ. Πίνεις τον καφέ και δειλά ξαναπλησιάζεις το παράθυρο. Δίπλα από το γείτονα με το σώβρακο είναι ο παπαγάλος που ξέχασε η ζουρλή όλο το βράδυ όξω. Τον έχει χτυπήσει ο ήλιος κατακέφαλα και εδώ και 24 λεπτά γυρίζει πάνω στο αριστερό του πόδι. Σβούρα το πτηνό, κάνει ωραία χρώματα. Σε λίγο πέφτει κάτω και ξεζαλίζεστε όλοι. Κοιτάς λίγο πιο κάτω το πανδαιμόνιο στον παιδικό σταθμό της γωνίας. Τόσα τριπίθαμα μαλλιοκούβαρα έξω από την πόρτα και κανένα να μην εννοεί να φύγει από τη μέση του δρόμου… αναρωτιέσαι πως επιβιώνουν και μποτιλιάρουν τους δρόμους δεκαετίες μετά

Το καναρινί λεωφορειάκι με την πινακίδα «Προσοχή παιδιά» σου θυμίζει τη ταμπέλα που έχεις στην πόρτα «Προσοχή σκύλος δαγκώνει» Λυπάσαι τους οδηγούς που έρχονται αντιμέτωποι πρωινιάτικα με τέτοια απειλή. Φαντάζεσαι να το τρακάρεις το λεωφορειάκι και να ξεχυθεί από μέσα η κοντοπίθαρη λαίλαπα? Θα πάρει στα χέρια το όχημα σου και θα στο ρίξει σε κανα Jumbo bebe. Χρόνια μετά θα βρουν εσένα, με τη Barbie αστροναύτη κάτω από τη μασχάλη σου. Ή εκεί που ήταν η μασχάλη τέλος πάντων.

Κάτι τέτοιοι συνειρμοί σε κάνουν να μη θέλεις να σηκώνεσαι από το κρεβάτι σου τα πρωινά. Και αυτό το ρημαδοπαράθυρο τι ήθελες και το άνοιγες? Χαλάστηκες πάλι. Κάνεις να το κλείσεις και κοκαλώνεις πάραυτα. Περνάει το μανάρι από την γκαρσονιέρα του πέμπτου. Η μέρα γέρνει προς το ηλιόλουστο. Κάπως έτσι θα ξεκίναγε αν κέρδιζες το λόττο. Θα άνοιγε αυλαία με το τεκνό να γυρίζει με το γαλατάκι του από το ψιλικατζίδικο, με το σορτσάκι του από το Atlas sport, και όλα τα μεγέθη στα σωστά σημεία. Κι ας σε λέει η φίλη σου τεκνατζού και γιαγιάκα. Δε σε νοιάζει ποσώς. Το μάτινγκ είναι σπορ που γίνεται ενίοτε και για να ευχαριστιέσαι και εσύ ως γυναίκα, και όχι να πασχίζεις διαρκώς να γίνεσαι αντικείμενο μάτινγκ για να ευχαριστείς τα εις μάτην αρσενικά

Το ευχάριστο διάλειμμα τελείωσε, το τεκνό εξαφανίστηκε στην πιλοτή, η μέρα σκοτείνιασε, κι εσύ θα πρέπει να πηγαίνεις. Πας να ντυθείς στην κρεβατοκάμαρα. Κοιτάς το ξέστρωτο κρεβάτι, κοιτάς το ρολόι, θ’ αργήσεις που θ’ αργήσεις, δίνεις ένα σάλτο και αγκαλιάζεις το μαξιλάρι. Λίγο πριν κλείσεις τα μάτια σου κάνεις νοερά σπονδή στα απανταχού λίκρα σορτσάκια. Δεν θέλεις να συμβεί τίποτε άλλο σήμερα.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2007

Να φεύγω...

Παρατηρώ από τη γωνίτσα μου να αλλάζουν όλα γύρω μου. Οι άνθρωποι, το περιβάλλον μου, οι συνήθειες, οι συνθήκες, οι καταστάσεις, εγώ. Ένα μόνο έμεινε ίδιο. Η λαχτάρα του να φεύγω. Κυριολεκτικά, μεταφορικά, από τότε που απέκτησα συνείδηση μέχρι σήμερα που προσπαθώ να την αποφύγω. Το μόνο που μένει ίδιο. Να φεύγω! Να μη με πολυνοιάζει που πως και γιατί. Καλύτερα όταν δεν σχεδιάζεις. Εκεί που κάθεσαι και αγναντεύεις έξω από το παράθυρο, να ξεκινάει το μυαλό, να ακολουθεί το κορμί, και ξαφνικά να αιωρείσαι πάνω από το τοπίο.

Χάζευα μια αμερικάνικη σειρά το «4.400». Η ιστορία λέει οτι χάνονται 4.400 άτομα διαφόρων ηλικιών σε διάστημα 60 χρόνων. Και γυρίζουν όλοι μαζί στο σήμερα, χωρίς να έχουν αίσθηση πόσος καιρός πέρασε από την εξαφάνισή τους. Καθένας τους έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα. Τους έχει δοθείαπο μια ξεχωριστή, ως ύστατη προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί για να σωθεί ο κόσμος. Πιασάρικη ιστορία. Τίποτε τρομερό. Μόνο που με έκανε να σκέφτομαι ποια ικανότητα θα ήθελα να είχα. Στην αρχή μου φαινόταν δύσκολο. Το μετακινώ αντικείμενα με τη σκέψη δε μου λέει τίποτα. Να ακούω τις σκέψεις των άλλων με ανατριχιάζει. Να θεραπεύω αρρώστιες μου είναι too much.

Ήταν πολύ εύκολο να καταλάβω τελικά τι ήθελα. Έφτασε να κοιτάξω έξω από το παράθυρο. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχα φύγει πνευματικά. Το σώμα μου κλοτσούσε να ακολουθήσει. Κρίμα που τελικά οι ικανότητες δόθηκαν από τους ανθρώπους της Παραμαουντ αυστηρά στους χαρακτήρες της σειράς. Γιατί οι παραγωγοί δεν έχουν προειδοποιητικό σήμα όπως παλιά? «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική».

Στέκεσαι μπροστά στο κουτί και βλέπεις ένα επεισόδιο διάρκειας 42 λεπτών. Μετά γυρίζεις στο παράθυρο και χάνεσαι τις επόμενες δυο ώρες. Μετά σε παίρνουν τηλέφωνο οι φίλοι σου και σε ρωτάνε που ήσουν και γιατί δεν πήγες στο ραντεβού. Τί τους λες? Ούτε και εσύ ο ίδιος δεν τολμάς να παραδεχτείς πόσο χαζό ήταν αυτό που έκανες. Ονειρευόσουν με τα μάτια ανοιχτά. Αυτό έκανες. Ονειρευόσουν οτι είχες μια ιδιαίτερη ικανότητα, και προς μεγάλη σου ντροπή δεν την έθεσες στις υπηρεσίες της ανθρωπότητας. Ήσουν κάπου ψηλά με τα χέρια ανοιχτά και όλες τις αισθήσεις σου να πλατειάζουν όπως τα μόρια του αέρα στο άπειρο. Άνοιγες τόσο πολύ, που έπαυες να έχεις υλική υπόσταση και περιορισμούς. Γινόσουν ένα με το φως. Τα λες όμως αυτά? Επειδή είναι φίλοι σου και σε αγαπάνε δε θες να τους τρομάξεις. Λες οτι αποκοιμήθηκες και δεν άκουσες το ξυπνητήρι. Ζητάς συγνώμη και κανονίζεις άλλο ραντεβού. Απλά φροντίζεις να μη δεις το καινούριο επεισόδιο πριν την ώρα της συνάντησης.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

Η υιοθεσία


Ξημέρωνε Σάββατο. Ζεσταινόμουν πολύ για να πάω για ύπνο. Είχα μπουχτίσει με τον υπολογιστή και βγήκα στην αυλή να πάρω αέρα. Άραξα σε μια καρέκλα και άκουγα τη νύχτα. Η νύχτα έχει πολλούς φλύαρους ήχους. Ξεχωρίζω το σούρσιμο των μολυντηριών στους τοίχους. Ακούω το παιχνίδι των γατιών μέσα στο σκοτάδι. Ξέρω πότε τα νυχτοπούλια αλλάζουν κλαδί. Αλλά αυτόν τον ήχο δεν τον ήξερα. ΄Ενα ανεπαίσθητο κλάμα. Μια παρουσία. Κοίταξα πιο προσεκτικά προσπαθώντας να ξεχωρίσω στο σκοτάδι. Με κοίταγε κάτω από το άνοιγμα του πορτονιού. Ρουθούνισε.

Ήταν αρκετά ευγενική ώστε να μην κάνει φασαρία. Το εκτίμησα. Μου αρέσει η διακριτικότητα ως προσόν. Της άνοιξα την πόρτα γιατί ούτε εγώ είμαι ανάγωγο πλάσμα. Κάθισε έτσι για λίγο έξω από το πορτόνι της αυλής και κοιταγόμασταν. Έκανα χώρο να περάσει αν ήθελε. Ήθελε. Η μαμά μου έχει σταλάξει στην ανατροφή μου οτι τα πρώτα πέντε λεπτά που μπαίνει κάποιος στο σπίτι πρέπει να ρωτήσεις «Τί θα πάρετε, Ένα γλυκάκι· Να φτιάξω καφέ»? Καθότι η ώρα ήταν προχωρημένη και ο καφές ήταν κακή ιδέα την τράταρα ένα ζαμπονάκι. Και δεύτερο. Και τρίτο. Μετά, τέλος τα ζαμπόν.

Οι καλοί τρόποι λένε πως πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση. Τη ρώτησα το όνομά της. Αναστέναξε. Καταλαβαίνω επίσης και όταν ο άλλος δεν θέλει να δώσει πληροφορίες προσωπικής φύσεως. Δεν έμεναν και πολλά πράγματα να κάνουμε. Στον τρίτο αναστεναγμό της το έπιασα το υπονοούμενο. Θα ξημέρωνε σε λίγο και εμείς ακόμα λέγαμε τα βασικά. Ήταν ώρα για ύπνο. Τη συνόδευσα στο δωμάτιό μου αμφιβάλλοντας αν θα το έβρισκε του γούστου της. Με ξάφνιασε όταν έκανε την γκραντ τουρ στα πεταχτά, δεν είχε και πολλά να μυρίσει, είχα σφουγγαρίσει το απόγευμα, και κατέληξε μετά από ένα κύκλο γύρω από τον εαυτό της στα πόδια του κρεβατιού. Είχα μια υποψία, αλλά σιγουρεύτηκα μετά από αυτό. Η κυρία έβλεπε πολύ τηλεόραση στο παρελθόν. Ήξερε όλες τις κλισέ συμπεριφορές.

Εντυπωσιάστηκα αλλά δεν ήθελα να το δείξω. Ξάπλωσα με μια ξερή καληνύχτα. Νομίζω οτι δεν κατάφερα να της δείξω χαρακτήρα. Μετά από δυο λεπτά είχα μισοσηκωθεί και την χάζευα να αναστενάζει στον ύπνο της. Δεν είχαν περάσει καλά καλά δύο ώρες. Πετάχτηκα. Άρχιζα να νιώθω λίγο σαν λακές. Άνοιξα την πόρτα σε περίπτωση που ήθελε να βγεί. Με καλοκοίταξε νυσταγμένη και περίμενε να την οδηγήσω στην τουαλέτα. Κόντεψα να πέσω ξερή. Τί τρόποι! Την οδήγησα και περίμενα. Μόνο και μόνο επειδή δεν ήξερα τί γίνεται μετά. Μου έδειξε αυτή! Πήγε στο νερό του γατιού. Ήπιε, και περίμενε. Περίμενα και γω. Τί περιμέναμε? Έξυσα το κεφάλι μου. Δεν είμαι πρωινός τύπος. Επτάμιση ώρα το πρωί δε λειτουργούν ούτε οι πρωινοί τύποι. Κάνουν ντους τρωνε ένα καλό πρωινό και μετά ξυπνάνε... Ααααα πρωινό! Σωστά. Τώρα?

Τελικά είναι εντυπωσιακό πως η σωστή ανατροφή του ενός κολλάει τον άλλο. Μετά από τα απαραίτητα ψώνια, μια ώρα αργότερα αυτή τελείωνε την κονσέρβα και εγώ τη φρυγανιά με τη μαρμελάδα. Έχω να φάω πρωινό το πρωί πολλά χρόνια. Συνήθως αν θα φάω πρωινό, είναι μεσημέρι ή αργά το βράδυ. Η συνύπαρξη σε μαθαίνει πολλά πράγματα. Είχε δίκιο ο παππούς μου που έλεγε οτι μετά από 60 χρόνια γάμου με τη γιαγιά μου δεν ήξερε αν οι απόψεις του ήταν δικές του ή δικές της. Ήμασταν έτοιμες για το επόμενο βήμα. Ποιό ήταν? Δε θέλω να φανώ ηλίθια, αλλά οκτώμισι ώρα το πρωί και μετά από δύο ώρες ύπνου σε μια καινούρια κατάσταση δεν έχεις και τις εμπνεύσεις του Αϊνστάιν. Ψιλοκομπλάρεις. Αναρωτιέσαι. Ευτυχώς μου έδωσε πάλι τη λύση στο πιάτο. Πήγε στο κάτω μέρος του κρεβατιού και κάνοντας ένα γύρο ψάχνοντας προσανατολισμό, βολεύτηκε και το επόμενο λεπτό κοιμόταν μακάρια. Μου ‘ρθε να την φιλήσω. Ενάμιση λεπτό αργότερα, κοιμόμουν κι εγώ του καλού καιρού.

Τρεις μέρες μετά κάναμε ένα τολμηρό βήμα στη σχέση μας. Κάναμε μπάνιο. Έχει χτιστεί πλέον αμοιβαία εμπιστοσύνη. Κάθισε υπάκουη να την κάνω σα λαδωμένο ποντίκι με το νερό, να της βάλω τρεις φορές σαπουνάδα, να προσέξω να μην πάει στα μάτια στα αφτιά της. Μου το ανταπέδωσε γιατί έτσι όπως τιναζόταν μετά έκανα ένα μίνι ντουσάκι αλλά που ξέρεις, μπορεί και να το χρειαζόμουν. Σίγουρα έβγαλα λιγότερη μπίχλα. Αλλά δεν το σχολίασα. Μου φέρεται σαν κυρία επι των τιμών. Με ακολουθεί σε κάθε δωμάτιο, ακόμα και αν την προειδοποιώ οτι απλά πάω για νερό και δεν χρειάζομαι συνοδεία. Όταν κάθομαι στον υπολογιστή πάει κάτω από το κρεβάτι για δροσιά. Χτες το βράδυ έκανα το λάθος να ετοιμαστώ μπροστά της για έξω. Έβαλα τα παπούτσια μου και αυτή τη φορά δεν της είπα βόλτα. Νομίζω οτι είτε ξέρει τί είναι βόλτα, είτε τη λένε «Βόλτα». Ανταποκρίνεται ακαριαία. Τέλος πάντων. Κατάλαβε οτι θα έμενε πίσω. Σας είπα οτι έχει έντονο χαρακτήρα? Πήγε και ξάπλωσε μπροστά στην πόρτα. Δεν υπήρχε περίπτωση να βγω αν δεν την άνοιγα μαζί με την πόρτα...

Δεν θα σχολιάσω πως έφυγα, θα σχολιάσω τί έγινε όταν γύρισα. Ήρθε το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και οι Απόκριες μαζί. Γέμισε ο κόσμος πυροτεχνήματα καρδούλες και ουράνια τόξα. Σε τόση επίδειξη αγάπης δεν είμαι συνηθισμένη. Κοίταγα γύρω μου να δω αν είναι η Καντιτ κάμερα κρυμμένη . Smile! Τώρα νιώθω λίγο μουδιασμένη. Πρώτη φορά ανήκω κάπου. Πρώτη φορά βρίσκομαι αντικείμενο ακούσιας υιοθεσίας. Γιατί όπως και να το πάρει κανείς, με υιοθέτησε. Πιστεύει οτι έχω πολλά ακόμα να μάθω, και έχει κάθε διάθεση να με καθοδηγήσει. Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα όμως, και δεν ξέρω πως να της το εκφράσω. Όσο και τακτ να χρησιμοποιήσω είναι δύσκολο να το καταλάβει. Έχει κάνει έξωση στον γατούλη μου. Τον κυνηγάει λυσσαλέα όπου τον δει. Ο κακομοίρης με κοιτάει από την ταράτσα με παράπονο!!!

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2007

Παραμυθάκι



Είναι ένα ζεστό Αυγουστιάτικο βράδυ. Και μου ήρθε να σας πω ένα παραμύθι. Από αυτά τα παραμύθια που πατάνε το ένα πόδι στο τώρα και το εδώ, και το άλλο το έχουν χάσει στο ανύπαρκτο. Αυτό το παραμύθι το γράφω για όλους τους φίλους που μου εμπιστεύτηκαν αυτό που τους τάραζε το μυαλουδάκι, Θα προσπαθήσω να μη βάλω διδακτικό τέλος κατά τις κακές συνήθειές μου. Θα προσπαθήσω να μη βάλω καθόλου τέλος...

Ήταν μια φορά και ένα καιρό μια μάγισσα. Η μάγισσα αυτή, ζούσε στη καρδιά ενός πυκνού δάσους με βελανιδιές και τεράστιες σημύδες. Το σπιτάκι της ήταν ξύλινο και πλάι από τον λαχανόκηπό της έτρεχε ένα ρυάκι με βιολετί νερό. Μια γέρικη βελανιδιά σκέπαζε θαρρείς τη σκεπή, και πάνω στα κλαδιά της είχαν φωλιές λογιών λογιών περίεργα πετούμενα.

Όλα της τα βράδια τα πέρναγε κάνοντας ξόρκια και φτιάχνοντας μυστικά φίλτρα. Κοιμόταν όταν έσκαγε το πρώτο φως της μέρας αποκαμωμένη από την προσπάθεια που κατέβαλε όλη τη νύχτα. Κάθε απογευματάκι η μάγισσα ξύπναγε από τον βαθύ της ύπνο. Τακτοποιούσε το σπιτάκι της και έβγαινε στην αυλή να μιλήσει με τα λουλούδια της, Όταν σουρούπωνε, τις περισσότερες φορές, έρχονταν άνθρωποι από μακρινά μέρη. Κανένας τους δεν ήξερε πως έφτανε εκεί. Και αν ρώταγες όσους πήγαιναν δεν θα μπορούσαν να θυμηθούν για να σου πουν το δρόμο για το σπίτι της. Ούτε ποιος τους είχε στείλει. Πήγαιναν οδηγημένοι από μια μυρωδιά, από ένα τραγουδάκι, από ένα μικρό άσπρο λαγό, από ένα ψίθυρο που τους χάιδευε τ’ αφτί. Έφταναν θαρρείς υπνωτισμένοι και κοντοστέκονταν στο πορτάκι του κήπου περιμένοντάς την να τους γνέψει να μπουν μέσα. Και αυτή που τους περίμενε, χαμογελούσε, και το πορτάκι άνοιγε μόνο του.

Έρχονταν μυλωνάδες και φουρνάρισσες, νέες με κόκκινα μάγουλα, ερωτευμένα παλικάρια, μπαγαπόντηδες και γραφιάδες. Μερικές φορές έμπαιναν στον κηπάκο δυο δυο μαλωμένοι φίλοι, τσακωμένα ζευγάρια, τρομαγμένοι ταξιδιώτες. Κανένας τους δεν έφευγε όμως με τον ίδιο βάρος στην ψυχή όπως με αυτό που είχαν έρθει. Σε εκείνη τη γωνίτσα της γης, με το πιπεράτο άρωμα του γερανιού και της βιολέτας, κάτι συνέβαινε στους ανθρώπους και όταν έκλειναν το πορτάκι πίσω τους καθώς έφευγαν, έκλειναν και ότι τους είχε φέρει ως εκεί.

Κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τον κήπο, ένα διαφορετικό πουλί έφευγε από τη βελανιδιά, και πήγαινε και καθόταν στον ώμο της μάγισσας. Ώσπου να φτάσει δίπλα της ο άνθρωπος, το πουλί κάτι ψιθύριζε στο αφτί της και εκείνη το άκουγε με προσοχή. Μετά έπιανε τον άνθρωπο και τον κάθιζε στο πέτρινο πεζούλι δίπλα στο ρυάκι. Πολλές φορές κοιτούσαν το νερό αμίλητοι. Άλλες φορές μιλούσε ο άνθρωπος και άλλες σκεφτόταν απλά τι τον είχε φέρει μέχρι εκεί. Η μάγισσα δεν μιλούσε ποτέ. Κανένας δεν μπορούσε να ισχυριστεί οτι είχε ακούσει τη φωνή της. ¨Όλοι όμως είχαν νιώσει τον αέρα να αλαφρώνει γύρω τους, και μια γλυκιά αποδοχή να τους τυλίγει. Και μην φανταστείτε οτι πήγαιναν μόνο καλοί άνθρωποι και βασανισμένοι, Πλησίαζαν ληστές και φονιάδες, εκμεταλλευτές και μαύρες ψυχές γεμάτες μίσος και κακία. Κανένας τους όμως δεν βρήκε το πορτάκι κλειστό. Είχαν όλοι την ίδια ευκαιρία στην γαλήνη και την ηρεμία.

Ένα απόγευμα, πλησίασε κλεφτά ένας ξακουστός φονιάς. Όλος ο κόσμος τον φοβόταν και στο όνομά του ερήμωναν χωριά και κλειδαμπαρώνονταν ο κόσμος τρομαγμένος. Ο φονιάς στάθηκε πίσω από κάτι πυκνές φυλλωσιές για ώρα. Κοίταζε τη μάγισσα και ακολουθώντας το ένστικτο που τον κυβερνούσε χρόνια, ζύγιζε την κατάσταση, το χώρο, τη μάγισσα... Από τη στιγμή που φάνηκε να πλησιάζει, ένα μαύρο πουλί πέταξε πάνω στον ώμο της μάγισσας. Αυτή τη φορά όμως δεν της ψιθύρισε λέξη. Μόνο από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, δάκρυα πολλά και της μούσκευαν τον ώμο. Και αυτή σκυφτή, κοιμισμένη θαρρείς, στεκόταν ακούνητη
πάνω από το ρυάκι. Κάποτε, όταν ο ήλιος πια είχε αρχίσει να παίρνει το δρόμο της δύσης, ο φονιάς βγήκε από τις σκιές και στάθηκε έξω από το πορτάκι. Το πορτάκι άνοιξε, αλλά αυτός δεν μπήκε μέσα. Την κοιτούσε επίμονα, και τα βαριά του μάτια ήταν λες και ήθελαν να της τρυπήσουν το μυαλό. Για πρώτη φορά η μάγισσα δεν χαμογέλασε στον επισκέπτη, πήγε και κάθισε στο πεζούλι ήσυχη, χωρίς καν να τον κοιτάζει.

Μετά από λίγο ο φονιάς κουνήθηκε και πήγε κοντά της όχι μέσα από τον κηπάκο της και το ανοιχτό πορτάκι, αλλά παραφυλώντας πίσω από το μικρό ξύλινο φράχτη, και τελικά πηδώντας ξαφνικά βρέθηκε καθισμένος δίπλα της. Η μάγισσα ούτε που ταράχτηκε. Έτσι πέρασαν κάμποσες στιγμές ακόμα, και μετά από λίγο του έπιασε το χέρι. Τα χέρια του μάτωσαν αμέσως και άρχισε να τρέχει ζεστό αίμα από τις παλάμες. Έτρεχε πάνω του, στα πόδια του, στο φρέσκο χώμα. Ήταν τόσο πολύ, που έφτασε στο ρυάκι και το έβαψε και αυτό κόκκινο. Όλη η φύση γύρω τους είχε παγώσει. Ήταν σαν να είχε έρθει ξαφνικά χειμώνας βαρύς και όλα έμοιαζαν ακούνητα και σαστισμένα. Κάποτε σταμάτησε να τρέχει το αίμα από τα χέρια του φονιά, και άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, πάνω στα ματωμένα χέρια του, στα πόδια του, στη γή, και μετά στο ρυάκι. Τα δάκρυα ξέπλυναν το αίμα, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα πια κόκκινο γύρω τους παρά κάτι παπαρούνες που φύτρωσαν εκείνη τη στιγμή στην όχθη δίπλα στο νερό.

Τότε πέταξε πάλι το μαύρο πουλί που είχε φύγει από τον ώμο της μάγισσας την ώρα που πήδηξε ο φονιάς στο πεζουλάκι ξαφνικά. Αυτή τη φορά πήγε και στάθηκε στον ώμο του φονιά. Και του ψιθύρισε: « ‘Ήρθες εδώ, να πλυθείς από το αίμα που σε βάραινε. Δεν ήρθες για συγχώρεση, ήρθες για αποδοχή. Η μάγισσα δεν ξέρει να κρίνει, ξέρει να αποδέχεται. Ξέρει να καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να σε δικαιολογήσει ή να σε συγχωρέσει. Μπορεί όμως να καθρεφτίσει τη ψυχή σου και να σε κάνει να τη δεις στο φως του φεγγαριού. Όλο το αίμα που ξεπλύθηκε από πάνω σου νωρίτερα, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να δεις καθαρά τον εαυτό σου. Η μάγισσα δεν θα σε κρίνει. Σε έχει αποδεχτεί ».

Τότε η μάγισσα γύρισε και για πρώτη φορά κοίταξε τον φονιά στα μάτια. Και ο φονιάς μέσα τους είδε μια απερίγραπτη λύπη και τον εαυτό του. Όσο βυθιζόταν μέσα στα μάτια της ήταν σαν να έβγαινε από το σώμα του και να γίνεται παρατηρητής των πράξεων του παρελθόντος. Και μετά άρχισε να βλέπει και τι θα συνέβαινε σε λίγο. Θα σκότωνε τη μάγισσα με το μαχαίρι που θα είχε περασμένο στη ζώνη του και θα ξέπλενε τα χέρια του στο ρυάκι κοκκινίζοντας για μια ακόμα φορά το νερό. Μετά θα έφευγε, και θα συνέχιζε τη ζωή του ακριβώς όπως και πριν. Σκοτώνοντας και τρομοκρατώντας. Εκείνη τη στιγμή η μάγισσα διάλεξε να σταματήσει να τον κοιτάζει. Γύρισε πάλι το βλέμμα της στο ρυάκι, με μια γαλήνη απλωμένη στο πρόσωπό της. Ο φονιάς έβγαλε το μαχαίρι του και καθρεφτίστηκε στην πλατιά του λάμα.To βλέμμα ενός ανταριασμένου τρελού τον αντίκριζε. Είχε δει τι θα γινόταν, αλλά δεν αποφάσιζε να μπήξει το μαχαίρι στη μάγισσα. «Γιατί δε με αλλάζεις»? τη ρώτησε. «Γιατί δεν κάνεις κάτι για να μη σε σκοτώσω? Για να μη συνεχίσω να κάνω τα ίδια και σε άλλους ανθρώπους? Ξέρω οτι έχεις τη δύναμη. Γιατί δε με σταματάς»? Μήπως προσπαθείς να μου πεις κάτι και δεν το καταλαβαίνω»? Συνέχισε. «Μήπως η επιλογή για το τι θα κάνω στη ζωή μου βρίσκεται στα χέρια μου και κανείς άλλος δεν μπορεί να αποφασίσει για μένα»? Η μάγισσα όμως σιωπούσε. Θυμωμένος πλέον ο φονιάς ύψωσε το μαχαίρι και της φώναξε: «Πάω στοίχημα οτι και να προσπαθήσω να σε σκοτώσω δεν θα πεθάνεις. Οτι παίζεις μαζί μου ένα παιχνίδι και θέλεις να με κάνεις να καταλάβω. Οτι θα μπορούσες να μου δείξεις οποιοδήποτε άλλο όραμα και να μη σε σκοτώνω στο τέλος. Αλλά εσύ δεν μου αφήνεις περιθώρια. Θέλεις να καταλάβω από μόνος μου». Ύψωσε το μαχαίρι και κάρφωσε τη μάγισσα στην καρδιά. ¨Ήταν σίγουρος οτι την επόμενη στιγμή κάτι θα γινόταν. Οτι η μάγισσα θα κατάφερνε με κάποιον τρόπο να ξεφύγει από το μαχαίρι του. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Ξαφνιασμένος παρακολούθησε τον εαυτό του να κάνει ακριβώς αυτό που είχε δει στα μάτια της μάγισσας οτι θα έκανε. Ξέπλυνε τα χέρια του στο ρυάκι και πηδώντας από την άλλη πλευρά χάθηκε στο σκοτάδι και τις φυλλωσιές.

Διπλή, εκούσια αυτοκαταστροφή.