
Πάλι ονειρεύτηκα παράξενα χτες. Ήμουν σε μια ξένη πόλη, και κρατούσα στα χέρια μου δυο αγοράκια, που είχαν ένα σώμα και τα κεφάλια τους ήταν κολλημένα έτσι ώστε να μην κοιτά ποτέ το ένα το άλλο. Και ήταν όμορφα, και ήταν έξυπνα, και ήθελαν να παίξουν, και κανείς δεν τα έβλεπε σαν τέρατα, σαν λάθη της φύσης. Κι εγώ που ήμουν η μόνη που λυπόμουν, που ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη αποδοχή, ήθελα να τα κρατάω, να τα προστατέψω, να μην τα πληγώσει κανένας.
Και παίζαμε, και μιλάγαμε, και σκεφτόμουν είναι δώρο θεού, είναι μήνις θεού, και δεν ήξερα πως να αντιδράσω, μέχρι που ήρθαν και κούρνιασαν κουρασμένα στην αγκαλιά μου. Και είχα μια ανάγκη να κάνω την αγκαλιά μου πουπουλένιο κρεβάτι και την ανάσα μου νανούρισμα να κοιμηθούν ύπνο όμορφο και αθώο. Να κάνω τους άλλους γύρω μου να πάψουν, να μην φωνάζουν να μη μου τα ταράξουν. Και όλοι ήταν αδιάφοροι, σκληροί. Και σκεφτόμουν ποιος τα πληγώνει, εγώ με την ευαισθησία και τον προστατευτισμό μου, οι αυτοί με την αδιαφορία και την ψυχρότητά τους?
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου