Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Νερό και φωτιά


Στουπιά, βενζίνες, απανθρακωμένα πτώματα, ασύμμετρες απειλές. Χόρτασε το κεφάλι μου ουφολογίες και επικλήσεις. Στείλτε ένα καναντέρ εδώ, κάντε μια ρίψη εκεί, οργανώστε μια διάσωση πιο πέρα. Οι πολιτικές ευθύνες, οι εκλογές, η επόμενη μέρα, το οικοσύστημα… Άφησα τίποτα απ’ έξω?
Είμαι στην παραλία. Με βουλωμένα αφτιά και μπρούμυτα, επιπλέω σε μια παράξενη θάλασσα. Κάνω διακοπές. Το κύμα με τραμπαλίζει πέρα δώθε. Δεν υπάρχει ήλιος. Ένας μουντός δίσκος μόνο. Οι ήχοι έρχονται από μακριά. Εγώ έρχομαι από μακριά. Οι πύρινες λαίλαπες έρχονται από κει. Απλά επιπλέω. Όπως εσύ. Όπως όλοι μας. Μόνο που εγώ κυριολεκτώ.
Γυρίζω ανάσκελα και κάνω τον πεθαμένο. Μισοκλείνω τα βλέφαρα και βλέπω μέρη που πήγα πέρυσι και άφησα ένα κομμάτι του εαυτού μου εκεί, υποσχόμενη να γυρίσω και να το πάρω κάποια στιγμή. Τώρα καίγεται δίπλα από μια στάνη. Μια ομορφιά που πρόλαβα και είδα, ερωτεύτηκα, και δεν πρόλαβα να γυρίσω όπως το ‘χα φανταστεί, να ξανακοινωνίσω την γαλήνη της. Θλίψη απέραντη, φρενοκομείο απέραντο, εκεί που σ’ αγαπάω με πληγώνεις, και όσο με πληγώνεις τόσο λατρεύω την πληγή μου.
Άλλοι έχασαν περισσότερα το γνωρίζω. Εγώ έχασα ένα όνειρο. Μια βόλτα με το αυτοκίνητο στα φιδογυριστά δρομάκια. Απαίσια μουσική να παίζει στο ράδιο επίτηδες. Να γελάω που επιμένεις να την ακούσω. Να ξέρω ότι αυτές οι στιγμές δεν θα επαναληφθούν, αλλά να πετάω κομματάκια μου μπας και ποτέ βρω το δρόμο της επιστροφής. Τώρα κάηκαν. Κομματάκια, στιγμές, διαδρομές.
Επιπλέω. Σε μια υγρή αγκαλιά που με δροσίζει και μου ρουφάει τη θλίψη. Ετούτη εδώ η κατάσταση με επουλώνει. Σαν ηθελημένο κόμμα στο νοσοκομείο, μέχρι να περάσει ο πόνος του ασθενούς. Αντί για κρεβάτι ξαπλώνω στην επιφάνεια. Περιμένω. Περιμένω αυτόν που θα κολυμπήσει δίπλα μου και θα μου δείξει πως βγαίνουν απ το κόμμα.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

Ξέρω την ημερομηνία του επόμενου ψέματος που θα πεις.


Όλα τα βλέπεις. Πολλές φορές θέλεις να κλείσεις τα μάτια στις εικόνες. Να βουλώσεις τ' αφτιά στις κραυγές. Θέλεις όλος ο κόσμος να καλυφθεί απο ένα πέπλο. Να μην περνάνε οι ματιές αυτών που κάτι περιμένουν απο σενα. Τα μάτια είναι τα πιο φλύαρα. Ζητάνε, ζητάνε, αδηφάγα μάτια ζητάνε ακόμα και όταν τα έχουν πάρει όλα.
Όλα έρχονται σε σένα τελικά. Είσαι αποδέκτης μυστικών και εξομολογήσεων. Ξέρεις παρόλο που δε θέλεις να ξέρεις. Ξέρεις παρόλο που δε θέλει να σου πει. Λεπτές αποχρώσεις στον ήχο της φωνής. Ένα στιγμιαίο κόμπιασμα. Ένα βλέμμα που αποφεύχθηκε. ΞΕΡΩ!
Αλλά πόσο δε θέλω να ξέρω τελικά...


Πάλι καλά που βρέθηκε και αυτή η έρημη γωνίτσα πίσω απο το δάχτυλο μου και κρύβομαι αποτελεσματικά...

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2007

Αλκοολοφιλοσοφίες


Είναι όπως το καμικάζι. Πας στο μπαράκι που ξέρεις τον μπάρμαν που είναι τζιμάνι. Του ζητάς το ποτό σου. Καμικάζι. Το φτιάχνει σχεδόν τόσο καλά όσο εσύ. Τον κοιτάς στα μάτια και σου έρχεται να τον φιλήσεις με γλώσσα. Αυτός ο άνθρωπος έχει σίγουρα διαβεί τα πορτοπαραθυρόφυλλα της καρδιάς σου. Δε πα να μάθεις μετά οτι είναι σεσημασμένος κλέφτης ραδιοκασετοφώνων αυτοκινήτων εσύ τον έχεις βάλει στα φυλλοκάρδια σου. Είναι και ωραίο αγόρι... ε, δε θες πολύ. Στο δεύτερο καμικάζι τον έχεις αγαπήσει ειλικρινά. Είναι ο μόνος που σε καταλαβαίνει. Θες να κάτσεις ήσυχα στη γωνίτσα σου, ν’ ακούσεις τη μουσικούλα σου και να πιεις το εξαίσιο ποτάκι σου. Μετά θα του γράψεις το χωράφι με τις ελιές που έχεις για προίκα. Όταν ένας άνθρωπος σώνει έναν άλλο πρέπει να αμοίβεται με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς ιδιαίτερη σκέψη.

Στο δεύτερο ποτήρι είναι η ώρα για βαθιές φιλοσοφημένες κουβέντες μετά του εαυτού σου. Έτσι είναι κορίτσι μου! Η ζωή είναι σαν το καμικάζι. Πρέπει να έχεις τα σωστά υλικά, τις σωστές δόσεις, και να ξέρεις να το φτιάχνεις. Να έχεις feeling. Να ξέρεις που να κόψεις το χεράκι σου όταν ρίχνεις λάιμ. Να βάζεις ακριβώς τη μισή ποσότητα Cointreau από βότκα. Να κόβεις φρέσκια φέτα λεμόνι. Και χυμό αγοραστό Και πάντα να βάζεις Stoli. Δένει καλύτερα. Όλες αυτές είναι προϋποθέσεις που η σωστή ανάμειξή τους σε στέλνει στον παράδεισο, ή κάπου εκεί γύρω. Κάτι τόσο απλό θέλει μεράκι. Θέλει τέχνη. Θέλει να σου αρέσει.

Η ζωή λοιπόν είναι κάπως έτσι. Θέλει για να είναι πετυχημένη να έχεις όοοοοολα τα υλικά. Και όχι μόνο. Να τα έχεις στις σωστές ποσότητες. Και όχι μόνο. Να τα συνδυάζεις. Και όχι μόνο. Να βάλεις ένα κομμάτι σου μέσα. Όταν δημιουργείς κάτι, πρέπει να αφήνεις και ένα κομμάτι σου μέσα στην κατσαρόλα. Μια σκέψη. Μια ευχή. Ένα παράπονο που το κόβεις από το κορμί σου σαν λώρο. Θέλει εσένα. Οίνο και άρτο. Προς βρώσιν και πόσην. «Μετά φόβου Θεού πίστεως έλθει εφ υμάς». Μετουσιώνεις εσένα και τον καημό σου και μετά όλα γίνονται λίγο πιο ομαλά στον κατήφορο. Γιατί κακά τα ψέματα. Για κατήφορο πρόκειται. Αλλά είναι γλυκός και κατεβαίνεται εύκολα. Είναι ξινός και σου θυμίζει οτι όπου κι αν έφτασες έτσουξε πρώτα. Είναι παγωμένος και ευχαριστείς που είσαι ζωντανή και με τις αισθήσεις έτοιμες να δεχτούν όλες τις κρυάδες και τις ζέστες που σου επιφυλάσσει το μέλλον. Πιο πολλές κρυάδες, λιγότερες ζέστες. Αναστενάζεις. Σηκώνεις το άδειο ποτήρι σου στην υγειά της διαφοράς των θερμοκρασιών που σε κρατούν ξύπνια. Γαμώ τα σκοτσέζικα ντους!

Παραγγέλνεις άλλο ένα...

Τρίτη 21 Αυγούστου 2007

Οι οπτικές γωνίες…



Αγναντεύεις τον κόσμο από το1.66 Ξέρεις ότι την κούπα με τον καφέ θα την βρεις δεξιά και κάτω, τον πίνακα αρίθμησης στην τράπεζα ψηλά στην κολώνα, και το σκυλί σου ξαπλωμένο στα πόδια σου ακριβώς μπροστά σου. Στρέφεις το βλέμμα σου και αντικρίζεις τη σιγουριά και τη βεβαιότητα. Βαρετά πράγματα οι βεβαιότητες. Καθόλου ψυχαγωγικά. Έχεις φτιάξει μια ζωή από μικρές προσωπικές ιεροτελεστίες, ιστοί αράχνης που σου δένουν τις αισθήσεις με την πραγματικότητα. Αγκυρούλες για να στερεωθείς στην ρευστότητα. Συγκεκριμένη μάρκα σαμπουάν, δυόμισι κουταλιές ζάχαρη, κυριακάτικη εφημερίδα. Αριθμοί τηλεφώνων που ξέρεις απ έξω, και άγνωστα νούμερα που δε σηκώνεις ποτέ. Σαν γέρος βιβλιοθηκονόμος, γνωρίζεις με απόλυτη σιγουριά που είναι τοποθετημένος και ο τελευταίος ταπεινός τίτλος. Έχεις αρχίσει ήδη να χασμουριέσαι ή ακόμα?

Μια πανέξυπνη διαφήμιση οπτικών πριν λίγα χρόνια είχε σαν σλόγκαν «Άλλαξε την οπτική σου» Έδειχνε προχωρημένα τυπάκια να σκαρφαλώνουν πάνω σε μαρκίζες και φωτεινούς σηματοδότες για να δουν με τα καινούρια τους γυαλιά την καθημερινότητά τους να αλλάζει. Την ίδια θέα, αλλά από διαφορετική οπτική γωνία. Ωραία ιδέα! Θαυμάσια ιδέα! Εντάξει, δεν εννοώ να ανεβούμε όλοι στο φωτεινό σηματοδότη Κορίνθου και Ερμού. Κομματάκι άβολο θα είναι, και η αλλαγή στην οπτική όχι ότι καλύτερο σαν επιλογή φαντάζομαι. Η ιδέα όμως, να κοιτάς τα ίδια πράγματα με άλλο τρόπο και να τα ξαναμαθαίνεις από την αρχή, να τα καταλαβαίνεις καλύτερα, να τα αμφισβητείς ακόμα, είναι ακαταμάχητη. Επαναπροσδιορισμός. Να μια γόνιμη λέξη.

Επαναπροσδιόρισε τα πρόσωπα που βρίσκονται δίπλα σου. Κανείς δεν μένει ίδιος σ’ αυτή τη ρευστότητα. Και οι σιγουριές σου από μόνες τους μπορούν να σε γελάσουν. Επαναπροσδιόρισε τις σχέσεις που σέρνεις και σε σέρνουν. Αβάσταχτο βάρος να σέρνεις απ’ το πόδι. Σε εμποδίζει να πετάξεις!

Επαναπροσδιόρισε τον εαυτό σου μέσα στο σύνολο. Τελικά είσαι ο μόνος που του έχεις υποχρέωση. Χώρια που δεν μπορεί να το κάνει κανένας άλλος για σένα. Οι ιππότες με το άσπρο άλογο και την πανοπλία που σώζουν τη δεσποσύνη υπάρχουν στα παραμύθια. Στην πραγματικότητα φοράνε τζιν καβαλάνε ρόδες και είναι τουλάχιστον τόσο χαμένοι όσο εσύ.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Είμαι καλά γιατρέ μου?



Πάσχω από κάτι που λέγεται φαντασιωτική μονομανία. Κολλάω σε κάτι που μου περνάει από το μυαλό και κάνω καιρό να το αφήσω πίσω μου. Χρόνια. Π.χ. Αν ένας άνθρωπος είναι αποδεδειγμένα καθίκι και εγώ για κάποιον διεστραμμένο λόγο τον συμπαθήσω από το πρώτο λεπτό, τότε ο εγκέφαλός μου αρνείται να επεξεργαστεί την όποια πληροφορία καθικισμού του λάβει μετέπειτα. Θα υπάρχω γοητευμένη με το καθίκι παρά τις επιταγές της λογικής. Έχω μια ανοχή και μια προστατευτικότητα στους «κακούς ανθρώπους». Τους αντιμετωπίζω με περιέργεια, λίγο επιφυλακτικά, λίγο σαν πειραματόζωα και κατά βάση τους συμπαθώ.
Στις ταινίες άλλοι «συντονίζονται» με τον καλό χαρακτήρα της υπόθεσης, εγώ πάντα μελετάω τον κακό. Στενοχωριέμαι που η μοίρα του είναι προδιαγεγραμμένη. Θα καταλήξει ή στη φυλακή, ή στο νεκροτομείο, ή το χειρότερο θα δει το φως και θα γίνει καλύτερος και από τους καλούς. Ευτυχώς αυτά γίνονται μόνο στο σινεμά. Στην πραγματικότητα συμβαίνουν άλλα βεβαίως - βεβαίως. Και είμαι χαρούμενη γι αυτό. Οι ταινίες έχουν προβλεπόμενο τέλος. Η ζωή ποτέ!
Η καλύτερή μου φίλη λέει ότι αυτό συμβαίνει γιατί είμαι κι εγώ κακός άνθρωπος. Κάκιστη. Εγώ πάλι της απαντάω ότι αυτό δείχνει κάτι για την ίδια αφού επαληθεύει την παροιμία «Δείξε μου τους φίλους σου…» αλλά αυτό είναι ένα δικό μας αστείο που το εκτιμάμε δεόντως σε καθημερινή βάση ταΐζοντας η μια την άλλη πάσες για κακιούλες. Καλά περνάμε, δε λέω, αλλά θα ήθελα την άποψη ενός ειδικού.
Η φαντασιωτική μονομανία δεν αφορά μόνο το κόλλημα μου με τους κακούς ανθρώπους. Νομίζω ότι τελευταία εξαπλώνεται. Όποια και να είναι η κατάσταση που ζω, αν το μυαλουδάκι μου την έχει πλάσει διαφορετικά, τότε είναι σίγουρο οτι θα μεταστρέψω την φαντασία και θα την κάνω πραγματικότητα και θα αγνοήσω απλά την πραγματικότητα. Δεν έχει να κάνει με σχιζοφρένεια. Γνωρίζω απόλυτα τι συμβαίνει, λειτουργώ επιφανειακά στο πραγματικό επίπεδο, και πραγματικά υπάρχω στη φαντασία μου. Πολύ μοναχική ασθένεια το παραδέχομαι.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2007

Η γειτονιά



Ανοίγεις το παράθυρο βλέπεις απέναντι το γείτονα με το σώβρακο. Μούρλια το σώβρακο, άθλιος ο γείτονας. Ανταποδίδεις την καλημέρα κλείνεις τα μάτια και πας να φτιάξεις καφέ. Πίνεις τον καφέ και δειλά ξαναπλησιάζεις το παράθυρο. Δίπλα από το γείτονα με το σώβρακο είναι ο παπαγάλος που ξέχασε η ζουρλή όλο το βράδυ όξω. Τον έχει χτυπήσει ο ήλιος κατακέφαλα και εδώ και 24 λεπτά γυρίζει πάνω στο αριστερό του πόδι. Σβούρα το πτηνό, κάνει ωραία χρώματα. Σε λίγο πέφτει κάτω και ξεζαλίζεστε όλοι. Κοιτάς λίγο πιο κάτω το πανδαιμόνιο στον παιδικό σταθμό της γωνίας. Τόσα τριπίθαμα μαλλιοκούβαρα έξω από την πόρτα και κανένα να μην εννοεί να φύγει από τη μέση του δρόμου… αναρωτιέσαι πως επιβιώνουν και μποτιλιάρουν τους δρόμους δεκαετίες μετά

Το καναρινί λεωφορειάκι με την πινακίδα «Προσοχή παιδιά» σου θυμίζει τη ταμπέλα που έχεις στην πόρτα «Προσοχή σκύλος δαγκώνει» Λυπάσαι τους οδηγούς που έρχονται αντιμέτωποι πρωινιάτικα με τέτοια απειλή. Φαντάζεσαι να το τρακάρεις το λεωφορειάκι και να ξεχυθεί από μέσα η κοντοπίθαρη λαίλαπα? Θα πάρει στα χέρια το όχημα σου και θα στο ρίξει σε κανα Jumbo bebe. Χρόνια μετά θα βρουν εσένα, με τη Barbie αστροναύτη κάτω από τη μασχάλη σου. Ή εκεί που ήταν η μασχάλη τέλος πάντων.

Κάτι τέτοιοι συνειρμοί σε κάνουν να μη θέλεις να σηκώνεσαι από το κρεβάτι σου τα πρωινά. Και αυτό το ρημαδοπαράθυρο τι ήθελες και το άνοιγες? Χαλάστηκες πάλι. Κάνεις να το κλείσεις και κοκαλώνεις πάραυτα. Περνάει το μανάρι από την γκαρσονιέρα του πέμπτου. Η μέρα γέρνει προς το ηλιόλουστο. Κάπως έτσι θα ξεκίναγε αν κέρδιζες το λόττο. Θα άνοιγε αυλαία με το τεκνό να γυρίζει με το γαλατάκι του από το ψιλικατζίδικο, με το σορτσάκι του από το Atlas sport, και όλα τα μεγέθη στα σωστά σημεία. Κι ας σε λέει η φίλη σου τεκνατζού και γιαγιάκα. Δε σε νοιάζει ποσώς. Το μάτινγκ είναι σπορ που γίνεται ενίοτε και για να ευχαριστιέσαι και εσύ ως γυναίκα, και όχι να πασχίζεις διαρκώς να γίνεσαι αντικείμενο μάτινγκ για να ευχαριστείς τα εις μάτην αρσενικά

Το ευχάριστο διάλειμμα τελείωσε, το τεκνό εξαφανίστηκε στην πιλοτή, η μέρα σκοτείνιασε, κι εσύ θα πρέπει να πηγαίνεις. Πας να ντυθείς στην κρεβατοκάμαρα. Κοιτάς το ξέστρωτο κρεβάτι, κοιτάς το ρολόι, θ’ αργήσεις που θ’ αργήσεις, δίνεις ένα σάλτο και αγκαλιάζεις το μαξιλάρι. Λίγο πριν κλείσεις τα μάτια σου κάνεις νοερά σπονδή στα απανταχού λίκρα σορτσάκια. Δεν θέλεις να συμβεί τίποτε άλλο σήμερα.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2007

Να φεύγω...

Παρατηρώ από τη γωνίτσα μου να αλλάζουν όλα γύρω μου. Οι άνθρωποι, το περιβάλλον μου, οι συνήθειες, οι συνθήκες, οι καταστάσεις, εγώ. Ένα μόνο έμεινε ίδιο. Η λαχτάρα του να φεύγω. Κυριολεκτικά, μεταφορικά, από τότε που απέκτησα συνείδηση μέχρι σήμερα που προσπαθώ να την αποφύγω. Το μόνο που μένει ίδιο. Να φεύγω! Να μη με πολυνοιάζει που πως και γιατί. Καλύτερα όταν δεν σχεδιάζεις. Εκεί που κάθεσαι και αγναντεύεις έξω από το παράθυρο, να ξεκινάει το μυαλό, να ακολουθεί το κορμί, και ξαφνικά να αιωρείσαι πάνω από το τοπίο.

Χάζευα μια αμερικάνικη σειρά το «4.400». Η ιστορία λέει οτι χάνονται 4.400 άτομα διαφόρων ηλικιών σε διάστημα 60 χρόνων. Και γυρίζουν όλοι μαζί στο σήμερα, χωρίς να έχουν αίσθηση πόσος καιρός πέρασε από την εξαφάνισή τους. Καθένας τους έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα. Τους έχει δοθείαπο μια ξεχωριστή, ως ύστατη προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί για να σωθεί ο κόσμος. Πιασάρικη ιστορία. Τίποτε τρομερό. Μόνο που με έκανε να σκέφτομαι ποια ικανότητα θα ήθελα να είχα. Στην αρχή μου φαινόταν δύσκολο. Το μετακινώ αντικείμενα με τη σκέψη δε μου λέει τίποτα. Να ακούω τις σκέψεις των άλλων με ανατριχιάζει. Να θεραπεύω αρρώστιες μου είναι too much.

Ήταν πολύ εύκολο να καταλάβω τελικά τι ήθελα. Έφτασε να κοιτάξω έξω από το παράθυρο. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχα φύγει πνευματικά. Το σώμα μου κλοτσούσε να ακολουθήσει. Κρίμα που τελικά οι ικανότητες δόθηκαν από τους ανθρώπους της Παραμαουντ αυστηρά στους χαρακτήρες της σειράς. Γιατί οι παραγωγοί δεν έχουν προειδοποιητικό σήμα όπως παλιά? «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική».

Στέκεσαι μπροστά στο κουτί και βλέπεις ένα επεισόδιο διάρκειας 42 λεπτών. Μετά γυρίζεις στο παράθυρο και χάνεσαι τις επόμενες δυο ώρες. Μετά σε παίρνουν τηλέφωνο οι φίλοι σου και σε ρωτάνε που ήσουν και γιατί δεν πήγες στο ραντεβού. Τί τους λες? Ούτε και εσύ ο ίδιος δεν τολμάς να παραδεχτείς πόσο χαζό ήταν αυτό που έκανες. Ονειρευόσουν με τα μάτια ανοιχτά. Αυτό έκανες. Ονειρευόσουν οτι είχες μια ιδιαίτερη ικανότητα, και προς μεγάλη σου ντροπή δεν την έθεσες στις υπηρεσίες της ανθρωπότητας. Ήσουν κάπου ψηλά με τα χέρια ανοιχτά και όλες τις αισθήσεις σου να πλατειάζουν όπως τα μόρια του αέρα στο άπειρο. Άνοιγες τόσο πολύ, που έπαυες να έχεις υλική υπόσταση και περιορισμούς. Γινόσουν ένα με το φως. Τα λες όμως αυτά? Επειδή είναι φίλοι σου και σε αγαπάνε δε θες να τους τρομάξεις. Λες οτι αποκοιμήθηκες και δεν άκουσες το ξυπνητήρι. Ζητάς συγνώμη και κανονίζεις άλλο ραντεβού. Απλά φροντίζεις να μη δεις το καινούριο επεισόδιο πριν την ώρα της συνάντησης.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

Η υιοθεσία


Ξημέρωνε Σάββατο. Ζεσταινόμουν πολύ για να πάω για ύπνο. Είχα μπουχτίσει με τον υπολογιστή και βγήκα στην αυλή να πάρω αέρα. Άραξα σε μια καρέκλα και άκουγα τη νύχτα. Η νύχτα έχει πολλούς φλύαρους ήχους. Ξεχωρίζω το σούρσιμο των μολυντηριών στους τοίχους. Ακούω το παιχνίδι των γατιών μέσα στο σκοτάδι. Ξέρω πότε τα νυχτοπούλια αλλάζουν κλαδί. Αλλά αυτόν τον ήχο δεν τον ήξερα. ΄Ενα ανεπαίσθητο κλάμα. Μια παρουσία. Κοίταξα πιο προσεκτικά προσπαθώντας να ξεχωρίσω στο σκοτάδι. Με κοίταγε κάτω από το άνοιγμα του πορτονιού. Ρουθούνισε.

Ήταν αρκετά ευγενική ώστε να μην κάνει φασαρία. Το εκτίμησα. Μου αρέσει η διακριτικότητα ως προσόν. Της άνοιξα την πόρτα γιατί ούτε εγώ είμαι ανάγωγο πλάσμα. Κάθισε έτσι για λίγο έξω από το πορτόνι της αυλής και κοιταγόμασταν. Έκανα χώρο να περάσει αν ήθελε. Ήθελε. Η μαμά μου έχει σταλάξει στην ανατροφή μου οτι τα πρώτα πέντε λεπτά που μπαίνει κάποιος στο σπίτι πρέπει να ρωτήσεις «Τί θα πάρετε, Ένα γλυκάκι· Να φτιάξω καφέ»? Καθότι η ώρα ήταν προχωρημένη και ο καφές ήταν κακή ιδέα την τράταρα ένα ζαμπονάκι. Και δεύτερο. Και τρίτο. Μετά, τέλος τα ζαμπόν.

Οι καλοί τρόποι λένε πως πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση. Τη ρώτησα το όνομά της. Αναστέναξε. Καταλαβαίνω επίσης και όταν ο άλλος δεν θέλει να δώσει πληροφορίες προσωπικής φύσεως. Δεν έμεναν και πολλά πράγματα να κάνουμε. Στον τρίτο αναστεναγμό της το έπιασα το υπονοούμενο. Θα ξημέρωνε σε λίγο και εμείς ακόμα λέγαμε τα βασικά. Ήταν ώρα για ύπνο. Τη συνόδευσα στο δωμάτιό μου αμφιβάλλοντας αν θα το έβρισκε του γούστου της. Με ξάφνιασε όταν έκανε την γκραντ τουρ στα πεταχτά, δεν είχε και πολλά να μυρίσει, είχα σφουγγαρίσει το απόγευμα, και κατέληξε μετά από ένα κύκλο γύρω από τον εαυτό της στα πόδια του κρεβατιού. Είχα μια υποψία, αλλά σιγουρεύτηκα μετά από αυτό. Η κυρία έβλεπε πολύ τηλεόραση στο παρελθόν. Ήξερε όλες τις κλισέ συμπεριφορές.

Εντυπωσιάστηκα αλλά δεν ήθελα να το δείξω. Ξάπλωσα με μια ξερή καληνύχτα. Νομίζω οτι δεν κατάφερα να της δείξω χαρακτήρα. Μετά από δυο λεπτά είχα μισοσηκωθεί και την χάζευα να αναστενάζει στον ύπνο της. Δεν είχαν περάσει καλά καλά δύο ώρες. Πετάχτηκα. Άρχιζα να νιώθω λίγο σαν λακές. Άνοιξα την πόρτα σε περίπτωση που ήθελε να βγεί. Με καλοκοίταξε νυσταγμένη και περίμενε να την οδηγήσω στην τουαλέτα. Κόντεψα να πέσω ξερή. Τί τρόποι! Την οδήγησα και περίμενα. Μόνο και μόνο επειδή δεν ήξερα τί γίνεται μετά. Μου έδειξε αυτή! Πήγε στο νερό του γατιού. Ήπιε, και περίμενε. Περίμενα και γω. Τί περιμέναμε? Έξυσα το κεφάλι μου. Δεν είμαι πρωινός τύπος. Επτάμιση ώρα το πρωί δε λειτουργούν ούτε οι πρωινοί τύποι. Κάνουν ντους τρωνε ένα καλό πρωινό και μετά ξυπνάνε... Ααααα πρωινό! Σωστά. Τώρα?

Τελικά είναι εντυπωσιακό πως η σωστή ανατροφή του ενός κολλάει τον άλλο. Μετά από τα απαραίτητα ψώνια, μια ώρα αργότερα αυτή τελείωνε την κονσέρβα και εγώ τη φρυγανιά με τη μαρμελάδα. Έχω να φάω πρωινό το πρωί πολλά χρόνια. Συνήθως αν θα φάω πρωινό, είναι μεσημέρι ή αργά το βράδυ. Η συνύπαρξη σε μαθαίνει πολλά πράγματα. Είχε δίκιο ο παππούς μου που έλεγε οτι μετά από 60 χρόνια γάμου με τη γιαγιά μου δεν ήξερε αν οι απόψεις του ήταν δικές του ή δικές της. Ήμασταν έτοιμες για το επόμενο βήμα. Ποιό ήταν? Δε θέλω να φανώ ηλίθια, αλλά οκτώμισι ώρα το πρωί και μετά από δύο ώρες ύπνου σε μια καινούρια κατάσταση δεν έχεις και τις εμπνεύσεις του Αϊνστάιν. Ψιλοκομπλάρεις. Αναρωτιέσαι. Ευτυχώς μου έδωσε πάλι τη λύση στο πιάτο. Πήγε στο κάτω μέρος του κρεβατιού και κάνοντας ένα γύρο ψάχνοντας προσανατολισμό, βολεύτηκε και το επόμενο λεπτό κοιμόταν μακάρια. Μου ‘ρθε να την φιλήσω. Ενάμιση λεπτό αργότερα, κοιμόμουν κι εγώ του καλού καιρού.

Τρεις μέρες μετά κάναμε ένα τολμηρό βήμα στη σχέση μας. Κάναμε μπάνιο. Έχει χτιστεί πλέον αμοιβαία εμπιστοσύνη. Κάθισε υπάκουη να την κάνω σα λαδωμένο ποντίκι με το νερό, να της βάλω τρεις φορές σαπουνάδα, να προσέξω να μην πάει στα μάτια στα αφτιά της. Μου το ανταπέδωσε γιατί έτσι όπως τιναζόταν μετά έκανα ένα μίνι ντουσάκι αλλά που ξέρεις, μπορεί και να το χρειαζόμουν. Σίγουρα έβγαλα λιγότερη μπίχλα. Αλλά δεν το σχολίασα. Μου φέρεται σαν κυρία επι των τιμών. Με ακολουθεί σε κάθε δωμάτιο, ακόμα και αν την προειδοποιώ οτι απλά πάω για νερό και δεν χρειάζομαι συνοδεία. Όταν κάθομαι στον υπολογιστή πάει κάτω από το κρεβάτι για δροσιά. Χτες το βράδυ έκανα το λάθος να ετοιμαστώ μπροστά της για έξω. Έβαλα τα παπούτσια μου και αυτή τη φορά δεν της είπα βόλτα. Νομίζω οτι είτε ξέρει τί είναι βόλτα, είτε τη λένε «Βόλτα». Ανταποκρίνεται ακαριαία. Τέλος πάντων. Κατάλαβε οτι θα έμενε πίσω. Σας είπα οτι έχει έντονο χαρακτήρα? Πήγε και ξάπλωσε μπροστά στην πόρτα. Δεν υπήρχε περίπτωση να βγω αν δεν την άνοιγα μαζί με την πόρτα...

Δεν θα σχολιάσω πως έφυγα, θα σχολιάσω τί έγινε όταν γύρισα. Ήρθε το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και οι Απόκριες μαζί. Γέμισε ο κόσμος πυροτεχνήματα καρδούλες και ουράνια τόξα. Σε τόση επίδειξη αγάπης δεν είμαι συνηθισμένη. Κοίταγα γύρω μου να δω αν είναι η Καντιτ κάμερα κρυμμένη . Smile! Τώρα νιώθω λίγο μουδιασμένη. Πρώτη φορά ανήκω κάπου. Πρώτη φορά βρίσκομαι αντικείμενο ακούσιας υιοθεσίας. Γιατί όπως και να το πάρει κανείς, με υιοθέτησε. Πιστεύει οτι έχω πολλά ακόμα να μάθω, και έχει κάθε διάθεση να με καθοδηγήσει. Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα όμως, και δεν ξέρω πως να της το εκφράσω. Όσο και τακτ να χρησιμοποιήσω είναι δύσκολο να το καταλάβει. Έχει κάνει έξωση στον γατούλη μου. Τον κυνηγάει λυσσαλέα όπου τον δει. Ο κακομοίρης με κοιτάει από την ταράτσα με παράπονο!!!

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2007

Παραμυθάκι



Είναι ένα ζεστό Αυγουστιάτικο βράδυ. Και μου ήρθε να σας πω ένα παραμύθι. Από αυτά τα παραμύθια που πατάνε το ένα πόδι στο τώρα και το εδώ, και το άλλο το έχουν χάσει στο ανύπαρκτο. Αυτό το παραμύθι το γράφω για όλους τους φίλους που μου εμπιστεύτηκαν αυτό που τους τάραζε το μυαλουδάκι, Θα προσπαθήσω να μη βάλω διδακτικό τέλος κατά τις κακές συνήθειές μου. Θα προσπαθήσω να μη βάλω καθόλου τέλος...

Ήταν μια φορά και ένα καιρό μια μάγισσα. Η μάγισσα αυτή, ζούσε στη καρδιά ενός πυκνού δάσους με βελανιδιές και τεράστιες σημύδες. Το σπιτάκι της ήταν ξύλινο και πλάι από τον λαχανόκηπό της έτρεχε ένα ρυάκι με βιολετί νερό. Μια γέρικη βελανιδιά σκέπαζε θαρρείς τη σκεπή, και πάνω στα κλαδιά της είχαν φωλιές λογιών λογιών περίεργα πετούμενα.

Όλα της τα βράδια τα πέρναγε κάνοντας ξόρκια και φτιάχνοντας μυστικά φίλτρα. Κοιμόταν όταν έσκαγε το πρώτο φως της μέρας αποκαμωμένη από την προσπάθεια που κατέβαλε όλη τη νύχτα. Κάθε απογευματάκι η μάγισσα ξύπναγε από τον βαθύ της ύπνο. Τακτοποιούσε το σπιτάκι της και έβγαινε στην αυλή να μιλήσει με τα λουλούδια της, Όταν σουρούπωνε, τις περισσότερες φορές, έρχονταν άνθρωποι από μακρινά μέρη. Κανένας τους δεν ήξερε πως έφτανε εκεί. Και αν ρώταγες όσους πήγαιναν δεν θα μπορούσαν να θυμηθούν για να σου πουν το δρόμο για το σπίτι της. Ούτε ποιος τους είχε στείλει. Πήγαιναν οδηγημένοι από μια μυρωδιά, από ένα τραγουδάκι, από ένα μικρό άσπρο λαγό, από ένα ψίθυρο που τους χάιδευε τ’ αφτί. Έφταναν θαρρείς υπνωτισμένοι και κοντοστέκονταν στο πορτάκι του κήπου περιμένοντάς την να τους γνέψει να μπουν μέσα. Και αυτή που τους περίμενε, χαμογελούσε, και το πορτάκι άνοιγε μόνο του.

Έρχονταν μυλωνάδες και φουρνάρισσες, νέες με κόκκινα μάγουλα, ερωτευμένα παλικάρια, μπαγαπόντηδες και γραφιάδες. Μερικές φορές έμπαιναν στον κηπάκο δυο δυο μαλωμένοι φίλοι, τσακωμένα ζευγάρια, τρομαγμένοι ταξιδιώτες. Κανένας τους δεν έφευγε όμως με τον ίδιο βάρος στην ψυχή όπως με αυτό που είχαν έρθει. Σε εκείνη τη γωνίτσα της γης, με το πιπεράτο άρωμα του γερανιού και της βιολέτας, κάτι συνέβαινε στους ανθρώπους και όταν έκλειναν το πορτάκι πίσω τους καθώς έφευγαν, έκλειναν και ότι τους είχε φέρει ως εκεί.

Κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τον κήπο, ένα διαφορετικό πουλί έφευγε από τη βελανιδιά, και πήγαινε και καθόταν στον ώμο της μάγισσας. Ώσπου να φτάσει δίπλα της ο άνθρωπος, το πουλί κάτι ψιθύριζε στο αφτί της και εκείνη το άκουγε με προσοχή. Μετά έπιανε τον άνθρωπο και τον κάθιζε στο πέτρινο πεζούλι δίπλα στο ρυάκι. Πολλές φορές κοιτούσαν το νερό αμίλητοι. Άλλες φορές μιλούσε ο άνθρωπος και άλλες σκεφτόταν απλά τι τον είχε φέρει μέχρι εκεί. Η μάγισσα δεν μιλούσε ποτέ. Κανένας δεν μπορούσε να ισχυριστεί οτι είχε ακούσει τη φωνή της. ¨Όλοι όμως είχαν νιώσει τον αέρα να αλαφρώνει γύρω τους, και μια γλυκιά αποδοχή να τους τυλίγει. Και μην φανταστείτε οτι πήγαιναν μόνο καλοί άνθρωποι και βασανισμένοι, Πλησίαζαν ληστές και φονιάδες, εκμεταλλευτές και μαύρες ψυχές γεμάτες μίσος και κακία. Κανένας τους όμως δεν βρήκε το πορτάκι κλειστό. Είχαν όλοι την ίδια ευκαιρία στην γαλήνη και την ηρεμία.

Ένα απόγευμα, πλησίασε κλεφτά ένας ξακουστός φονιάς. Όλος ο κόσμος τον φοβόταν και στο όνομά του ερήμωναν χωριά και κλειδαμπαρώνονταν ο κόσμος τρομαγμένος. Ο φονιάς στάθηκε πίσω από κάτι πυκνές φυλλωσιές για ώρα. Κοίταζε τη μάγισσα και ακολουθώντας το ένστικτο που τον κυβερνούσε χρόνια, ζύγιζε την κατάσταση, το χώρο, τη μάγισσα... Από τη στιγμή που φάνηκε να πλησιάζει, ένα μαύρο πουλί πέταξε πάνω στον ώμο της μάγισσας. Αυτή τη φορά όμως δεν της ψιθύρισε λέξη. Μόνο από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, δάκρυα πολλά και της μούσκευαν τον ώμο. Και αυτή σκυφτή, κοιμισμένη θαρρείς, στεκόταν ακούνητη
πάνω από το ρυάκι. Κάποτε, όταν ο ήλιος πια είχε αρχίσει να παίρνει το δρόμο της δύσης, ο φονιάς βγήκε από τις σκιές και στάθηκε έξω από το πορτάκι. Το πορτάκι άνοιξε, αλλά αυτός δεν μπήκε μέσα. Την κοιτούσε επίμονα, και τα βαριά του μάτια ήταν λες και ήθελαν να της τρυπήσουν το μυαλό. Για πρώτη φορά η μάγισσα δεν χαμογέλασε στον επισκέπτη, πήγε και κάθισε στο πεζούλι ήσυχη, χωρίς καν να τον κοιτάζει.

Μετά από λίγο ο φονιάς κουνήθηκε και πήγε κοντά της όχι μέσα από τον κηπάκο της και το ανοιχτό πορτάκι, αλλά παραφυλώντας πίσω από το μικρό ξύλινο φράχτη, και τελικά πηδώντας ξαφνικά βρέθηκε καθισμένος δίπλα της. Η μάγισσα ούτε που ταράχτηκε. Έτσι πέρασαν κάμποσες στιγμές ακόμα, και μετά από λίγο του έπιασε το χέρι. Τα χέρια του μάτωσαν αμέσως και άρχισε να τρέχει ζεστό αίμα από τις παλάμες. Έτρεχε πάνω του, στα πόδια του, στο φρέσκο χώμα. Ήταν τόσο πολύ, που έφτασε στο ρυάκι και το έβαψε και αυτό κόκκινο. Όλη η φύση γύρω τους είχε παγώσει. Ήταν σαν να είχε έρθει ξαφνικά χειμώνας βαρύς και όλα έμοιαζαν ακούνητα και σαστισμένα. Κάποτε σταμάτησε να τρέχει το αίμα από τα χέρια του φονιά, και άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, πάνω στα ματωμένα χέρια του, στα πόδια του, στη γή, και μετά στο ρυάκι. Τα δάκρυα ξέπλυναν το αίμα, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα πια κόκκινο γύρω τους παρά κάτι παπαρούνες που φύτρωσαν εκείνη τη στιγμή στην όχθη δίπλα στο νερό.

Τότε πέταξε πάλι το μαύρο πουλί που είχε φύγει από τον ώμο της μάγισσας την ώρα που πήδηξε ο φονιάς στο πεζουλάκι ξαφνικά. Αυτή τη φορά πήγε και στάθηκε στον ώμο του φονιά. Και του ψιθύρισε: « ‘Ήρθες εδώ, να πλυθείς από το αίμα που σε βάραινε. Δεν ήρθες για συγχώρεση, ήρθες για αποδοχή. Η μάγισσα δεν ξέρει να κρίνει, ξέρει να αποδέχεται. Ξέρει να καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να σε δικαιολογήσει ή να σε συγχωρέσει. Μπορεί όμως να καθρεφτίσει τη ψυχή σου και να σε κάνει να τη δεις στο φως του φεγγαριού. Όλο το αίμα που ξεπλύθηκε από πάνω σου νωρίτερα, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να δεις καθαρά τον εαυτό σου. Η μάγισσα δεν θα σε κρίνει. Σε έχει αποδεχτεί ».

Τότε η μάγισσα γύρισε και για πρώτη φορά κοίταξε τον φονιά στα μάτια. Και ο φονιάς μέσα τους είδε μια απερίγραπτη λύπη και τον εαυτό του. Όσο βυθιζόταν μέσα στα μάτια της ήταν σαν να έβγαινε από το σώμα του και να γίνεται παρατηρητής των πράξεων του παρελθόντος. Και μετά άρχισε να βλέπει και τι θα συνέβαινε σε λίγο. Θα σκότωνε τη μάγισσα με το μαχαίρι που θα είχε περασμένο στη ζώνη του και θα ξέπλενε τα χέρια του στο ρυάκι κοκκινίζοντας για μια ακόμα φορά το νερό. Μετά θα έφευγε, και θα συνέχιζε τη ζωή του ακριβώς όπως και πριν. Σκοτώνοντας και τρομοκρατώντας. Εκείνη τη στιγμή η μάγισσα διάλεξε να σταματήσει να τον κοιτάζει. Γύρισε πάλι το βλέμμα της στο ρυάκι, με μια γαλήνη απλωμένη στο πρόσωπό της. Ο φονιάς έβγαλε το μαχαίρι του και καθρεφτίστηκε στην πλατιά του λάμα.To βλέμμα ενός ανταριασμένου τρελού τον αντίκριζε. Είχε δει τι θα γινόταν, αλλά δεν αποφάσιζε να μπήξει το μαχαίρι στη μάγισσα. «Γιατί δε με αλλάζεις»? τη ρώτησε. «Γιατί δεν κάνεις κάτι για να μη σε σκοτώσω? Για να μη συνεχίσω να κάνω τα ίδια και σε άλλους ανθρώπους? Ξέρω οτι έχεις τη δύναμη. Γιατί δε με σταματάς»? Μήπως προσπαθείς να μου πεις κάτι και δεν το καταλαβαίνω»? Συνέχισε. «Μήπως η επιλογή για το τι θα κάνω στη ζωή μου βρίσκεται στα χέρια μου και κανείς άλλος δεν μπορεί να αποφασίσει για μένα»? Η μάγισσα όμως σιωπούσε. Θυμωμένος πλέον ο φονιάς ύψωσε το μαχαίρι και της φώναξε: «Πάω στοίχημα οτι και να προσπαθήσω να σε σκοτώσω δεν θα πεθάνεις. Οτι παίζεις μαζί μου ένα παιχνίδι και θέλεις να με κάνεις να καταλάβω. Οτι θα μπορούσες να μου δείξεις οποιοδήποτε άλλο όραμα και να μη σε σκοτώνω στο τέλος. Αλλά εσύ δεν μου αφήνεις περιθώρια. Θέλεις να καταλάβω από μόνος μου». Ύψωσε το μαχαίρι και κάρφωσε τη μάγισσα στην καρδιά. ¨Ήταν σίγουρος οτι την επόμενη στιγμή κάτι θα γινόταν. Οτι η μάγισσα θα κατάφερνε με κάποιον τρόπο να ξεφύγει από το μαχαίρι του. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Ξαφνιασμένος παρακολούθησε τον εαυτό του να κάνει ακριβώς αυτό που είχε δει στα μάτια της μάγισσας οτι θα έκανε. Ξέπλυνε τα χέρια του στο ρυάκι και πηδώντας από την άλλη πλευρά χάθηκε στο σκοτάδι και τις φυλλωσιές.

Διπλή, εκούσια αυτοκαταστροφή.


Τετάρτη 1 Αυγούστου 2007

Καλές βόλτες

Είναι σαν επιδημία. Όλοι οι γνωστοί μου πήραν μηχανάκια. Μικρά ευέλικτα, δίτροχες πολεμίστρες, άγρια γκάζια, μπρίκια του καφέ… Ξαφνικά μεταφέρθηκαν οι συζητήσεις από τα γκατζετάκια του υπολογιστή στις ροπές, στα ιμομπιλάιζερ και τις χούφτες στο τιμόνι. Εκεί που μόλις είχα αρχίσει να συνηθίζω τους όρους του σέρβερ,usb και τορρεντς αντε τώρα να ξεσκονίσω τα παλιά μου λεξικά. Να μιλάμε για endo και drift. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες που γοητεύουν τα αρσενικά εμένα με μπερδεύουν. Δεν διαμαρτύρομαι καθότι μηχανόβια απο τα γενοφάσκια μου έστω και αν δεν έπιασα ουσιαστικά τιμόνι ποτέ, πάντα είχα κάποιον έταιρο λυσσασμένο να με κερνάει αδρεναλίνη.

Η μηχανή σου δίνει κάτι που το αυτοκίνητο δεν πρόκειται να στο προσφέρει ποτέ. Επαφή. Ακουμπάς τον αέρα, τη βροχή, την άσφαλτο με το γόνατο ενίοτε. Δεν σε προστατεύει, μα δε σε περιορίζει. Δεν έχει ραδιοκασετόφωνο cd player οπότε τραγουδάς εσύ. Δεν έχει καλοριφέρ ή αιρκοντίσιον αλλά πολλές φορές η εξάτμιση σου τσουρουφλίζει το πόδι και το χειμώνα έχεις όση δροσούλα τραβάει η όρεξή σου. Όταν βγαίνεις στην εθνική σου κάνουν σινιάλο όλοι οι δίτροχοι φίλοι σου, και αν σταματήσεις στην άκρη ο επόμενος μηχανάκιας που θα περάσει το πιθανότερο είναι οτι θα σταματήσει να σε ρωτήσει αν θες βοήθεια.

Έχω κάτι απίστευτες εικόνες με τα αγαπημένα μου δίτροχα.

Όπως τότε που πήγαμε κονβόι καμιά δεκαριά μηχανάκια την κολλητή μου σπίτι της επειδή ήταν τύφλα στο μεθύσι και δεν μπορούσε να οδηγήσει η ίδια. Ήταν η πρώτη φορά που οδήγησα ένα αυτόματο τσαρλάκι που τιναζόταν όταν έμπαινε η ταχύτητα και φοβόμουν οτι θα καταλήξω στο χαντάκι ή σε κανέναν κάδο μέσα. Αυτό το βράδυ το θυμόμαστε όλοι. Υποτίθεται οτι έπρεπε να την αφήσουμε διακριτικά έξω από το σπίτι της και να φύγουμε. Το πόσο διακριτικά βρήκε η γειτονιά και η μάνα της δέκα μηχανάκια να γκαζώνουν στις τέσσερις τα ξημερώματα το έμαθα την άλλη μέρα και έκτοτε προσπαθώ να το ξεχάσω...

Όπως τότε με το φίλο μου τον Κώστα που προσπαθούσαμε με ένα λιντάκι το "Ducati" του, να βγάλουμε την μεγάλη ανηφόρα προς το σπίτι μου και ξεκαρδισμένοι βάζαμε στοιχήματα αν θα μας βγάλει το μπουζί ή αν θα αρχίσει να τσουλάει προς τα πίσω το λιντάκι. Και όταν ζοριζόταν σε σημεία σκασμού, μετράγαμε πόσα κιλά πάχυνε ο καθένας από την τελευταία φορά που είχαμε ανέβει και οι δύο και συστήναμε express δίαιτες ο ένας στον άλλο.

Όπως τότε που με μια στρατιά πιτσιρικάδων και μια ετοιμόρροπη βέσπα κάναμε διαγωνισμό πάνω σε λόφους με χώμα ποιος θα κάνει την πιο εντυπωσιακή προσγείωση και η δική μας ήταν η καλύτερη γιατί ενώ όσο ήμασταν στον αέρα έφυγαν και τα δυο καπάκια από τη βέσπα, και πριν σκάσουμε κάτω είχα την αίσθηση οτι θα διαλυόταν και η υπόλοιπη. ¨Ήταν τα πιο κινηματογραφικά κλάσματα δευτερολέπτου της ζωής μου.

Όπως τότε που κάναμε με τον Μπίλ και την καινούρια του Suzuki ZX9R τη διαδρομή Πάτρα παραλία Αιγίου σε 9 λεπτά. Όταν κοίταξα το κοντέρ στη στροφή και είδα το 180 και πέρα από το τείχος του αέρα που αντιμετώπιζα ήρθε να προστεθεί και το ξάφνιασμα της ταχύτητας, καθώς και η απόλυτη σιγουριά οτι αυτό δεν το ξανακάνω, αλλά τώρα που το κάνω θα το ευχαριστηθώ μέχρι τέλους.

Όπως τότε που ξεκινήσαμε παρέα μεγάλη για τσάρκα με τα μηχανάκια και κάθε μια ώρα σταματάγαμε και αλλάζαμε μηχανάκια και στο τέλος ο ένας έβγαζε τη μηχανή του άλλου άχρηστη και το ντελιριακότερο επιχείρημα ήταν του Αντώνη που Ολυμπιακός γαρ είπε την ατάκα «Φίλε η καλύτερη μηχανή είναι η δικιά μου γιατί είναι κόκκινη». Και κανένας δεν του είπε κουβέντα γιατί ήταν όλοι σκατόγαβροι πωρωμένοι...

Όπως τότε που είχαμε χαθεί στα βουνά της Κρήτης 4 κορίτσια με μια βέσπα και μια τσόπερ επειδή μπέρδεψα την Άνω Παναγιά στο χάρτη με την Κάτω Παναγιά. (Δε φταίω ήταν λάθος ο χάρτης). Και βολοδέρναμε νυχτιάτικα τέρμα θεού με χαλασμένα τα φώτα της τσόπερ και χωρίς βενζίνη στη βέσπα τρέμοντας από το κρύο και από το φόβο αλλά ξορκίζοντάς το με γέλιο. Γελάγαμε γιατί οσονούπω θα κοιμόμασταν με τους λύκους και τότε είχε βγει το έργο «Χορεύοντας με τους λύκους» και το διακωμωδούσαμε προσευχόμενες να μην πεθάνουμε με τους λύκους.

Όπως τότε με τον αδερφό μου που γυρίζαμε με το XT απο διασκέδαση βράδυ με ψοφόκρυο και βροχή. Ξυλιασμένοι όπως ήμασταν φωνάζαμε: «Κάνει ζέστη κάνει ζέστη, κάνει ζέστη» μπας και το πιστέψουμε και σταματήσουν να χτυπάνε τα δόντια μας. Και μετά, χωμένοι στις κουβέρτες προσπαθούσαμε να ζεσταθούμε και φανταζόμασταν οτι είμαστε καλοκαίρι στην παραλία και είχε καύσωνα. Τον οποίο είχε την άλλη μέρα καθώς είχαμε φτάσει σαράντα πυρετό.

Όπως πρόσφατα, που μου καρφώθηκε πάλι ξημερώματα να πάμε βόλτα στα τούνελ του περιφερειακού με δανεικό κράνος, δανεική V-strom και το ωραιότερο φεγγάρι κρεμασμένο πάνω από τα κεφάλια μας. Και χαιρόμουν που κορνάραμε σε κάθε τούνελ, και από τη δροσιά της νύχτας μπαίναμε στα ζεστά σπλάχνα της γης τραγουδώντας και μετά πάλι έξω στη δροσούλα. Η απόλυτη αίσθηση της χαλάρωσης και της ησυχίας να μας συνοδεύει με το μουρμουρητό της μηχανής σε έναν άδειο δρόμο που αν συνέχιζε μέχρι τον ουρανό και γύρω από το φεγγάρι δε θα με ξάφνιαζε καθόλου.

Οι μηχανές σου δίνουν ελευθερία και ξενοιασιά που δεν θα σου δώσουν ποτέ τα αυτοκίνητα. Σε φέρνουν σε επαφή με το περιβάλλον σου, σε εξομοιώνουν μ αυτό. Τις συνδέεις με όμορφες στιγμές, με επικίνδυνες στιγμές, με τρελές παρέες και εκδρομές. Τα μεγάλα παιδιά πάντα έχουν μια μονάκριβη αγαπημένη στο γκαράζ τους. Και οι φευγάτοι τύποι δεν βγάζουν ποτέ το δερμάτινο και το μαντίλι από το λαιμό. Δεν γεννηθήκαμε με φτερά δυστυχώς, αλλά μερικές φορές σε μεγάλες στροφές ή ανοιχτωσιές που γυρίζεις το γκάζι να φτάσεις τον ορίζοντα, η μηχανή είναι οτι πιο κοντινό έχεις σε φτερά, και ο ήχος του αέρα σου δίνει την εντύπωση οτι πετάς. Οτι όλος ο κόσμος που απλώνεται μπροστά σου υποκλίνεται στα κυβικά σου. Και εσύ είσαι ο κυρίαρχός του. Ωραία αίσθηση! Πολύτιμη αίσθηση!

Καλές βόλτες και πάντα όρθιοι αγαπημένοι μου.