Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

O κήπος τα μεσάνυχτα...



Μερικές φορές...

...δε θέλω να κοιμηθώ.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Στρουθοκαμηλίζουμε



Aααα
Δε γνωρίζω. Ούτε άκουσα, ούτε είδα.
Μη με ρωτάς.
Αφού δεν το ‘ξερες δεν τ’ άκουγες δεν το ‘βλεπες…
Μόνο για μένα είναι τα συμπεράσματα.
Τα δικά σου διαφέρουν.
Τα δικά μου πονάνε.
Όχι, δε θα σου πω τι.
Τι μέλει γενέσθαι.
Αμα δε το βλέπεις, δε θέλεις να το δεις.
Όχι ότι δεν υπάρχει.
Κι αν με πεις σκληρή θα σε πω δειλό.
Άσε λοιπόν. Μη με ρωτάς.
Καλό είναι που και που να βγάζουμε το κεφάλι από τον κώλο μας.
Ή τουλάχιστον να έχουμε επίγνωση ότι στρουθοκαμηλίζουμε

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Πως αρχίζουν και τελειώνουν τα πράγματα.



Τα πράγματα αρχίζουν από την αρχή.
Δε χρειάζεται να στο εξηγώ. Είναι απλό.
Κάνει και κρύο απόψε Ιούλιο μήνα.
Ένα κρύο μεταλλικό.
Από αυτά που σου νεκρώνουν αυτό που θέλεις να κρατήσεις ζωντανό.
Για να αντισταθώ ντύθηκα στα κόκκινα.
Έβαλα τη ζωντάνια μου για ζώνη.
Μόνο που έγινε θηλιά….
Έπνιξε εκείνη τη μικρή την τελευταία ανάσα που είχα κρυμμένη.
Κι αφού όλα τα μπορώ, τώρα που τελειώνει ο χρόνος,
Μπορώ και γδύνομαι τούτο το κορμί.
Άφησα αυτό το σαρκίο του τζίτζικα στα σκαλιά σου.
Βλέπεις, έχω αποσυρθεί σε ένα μικρό μέρος μέσα μου.
Πριν το τέλος,
Έφυγα λίγο λίγο.
Τόσο λίγο, ώστε να μην πονέσει όταν το καταλάβεις.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Ό,τι πονάει



Kάτι τέτοιες στιγμές η απόσταση είναι βουνό, το τηλέφωνο πολύ κρύο.

Tο μυαλό μου πολύ αλλού παραδομένο.

Με πλακώνει ένας πόνος στο στήθος.

Για όλα τα πράγματα που θέλω να κάνω και δεν μπορώ,

για όλα όσα έκανα και δεν είναι αρκετά,

για ότι αγνόησα και τώρα το πληρώνω.

Πνίγομαι και πονάω σωματικά στην κυριολεξία.

Μερικές φορές πίνω και γελάω μέχρι να το εννοώ.

Άλλες γράφω μέχρι να μην υπάρχει τίποτα άλλο να γράψω.

Κάποιες , αναστενάζω βαθιά προσπαθώντας να πετάξω τον κόμπο.

Άλλες φορές μιλάω σε όποια ψυχή νομίζω ότι μπορεί να με ακούσει. ,

Τελειώνουν όμως όλα τα γιατροσόφια κάποτε.

Το αλκοόλ. Οι λέξεις. Οι ώμοι που έγερνα. Οι ανάσες.

Αυτό που μένει είναι …

Δεν ξέρω καν αν μένει κάτι.

Θα θελα να υπάρχει.

Γι αυτό οι άνθρωποι δημιούργησαν την ελπίδα.

Για να αντέξουν να ξημερώσει μια ακόμα ημέρα.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Τα σύμβολα



Πάμε? Μου λες.

Πάμε . Σου λέω.

Δε σου χαλάω χατίρι.

Κι ας μη θέλω να πάω εκεί που με πας.

Δεν έχει μείνει τίποτα εκεί.

Δεν υπάρχει κανείς.

Μόνο οι σκέψεις και η βαθιά μας λύπη.

Αυτές τις κουβαλώ μαζί μου παντού.

Δεν έχω ανάγκη το σκηνικό για να τις θυμηθώ.

Πάμε? Μου λες.

Έχεις ανάγκη από τα σύμβολα. Κάτι χειροπιαστό.

Εμένα όλη η τελετουργία πλέον με ξενίζει.

Δεν είναι εδώ, θέλω να σου ψιθυρίσω στο αυτί.

Αλλά δεν γνωρίζω να απαντήσω στην επόμενη ερώτηση σου…

«που είναι»? …. Έτσι, σιωπώ.


Μετά θυμάμαι πως διάβασα στο «Η ψυχή των πραγμάτων» της Ελένης Γκίκα, σχόλιο για την «Αισιοδοξία» του Καρυωτάκη.

«Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι,

Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,

Και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα

Κάτι που δίνει στα πράγματα χρώμα»

Καιρός να ξαναβρούμε την ψυχή των πραγμάτων, λοιπόν.

Για να μη χάσουμε και τη δική μας, εντελώς.

Εξάλλου, ότι αξίζει ούτε πουλιέται ούτε αγοράζεται κι είναι πάντοτε εδώ.


Ακουμπάω το μάρμαρο. Τι ατυχής επιλογή υλικού!

Τριαντάφυλλα που οργιάζουν τρεφόμενα απ το χώμα έπρεπε να υπάρχουν εδώ.

Μυρωδάτα, κατακόκκινα, ζωηρά.

Κάτι να αντισταθμίσει τόσο θάνατο μαζεμένο σε λίγα τετραγωνικά.

Δεν είναι εδώ. Θέλω να σου ψιθυρίσω.

Μα δε το κάνω.

Και ας γνωρίζω πια την απάντηση στην επόμενη ερώτηση σου.

-«που είναι»?

-Είναι παντού.


Μα θα το βρεις κι αυτό μόνος σου...

Φουρκισμένα μυαλά.




Φουρκισμένα μυαλά.
Μυαλά με μπουρμπουλήθρες.
Εντυπωσιασμένα και άσκεφτα.
Χαρακτήρες που περνιούνται ολόκληροι, σακάτικοι μου μοιάζουν.
Η ευτυχία…. Αχ… η ευτυχία, - δυστυχισμένη λέξη.
Που βρίσκεται μέσα σε σακάτικα μυαλά ολόκληρη η ευτυχία?
Σε στρεβλούς δρόμους.
Σε χαζές πράξεις.
Η ευτυχία… υπερεκτιμημένη. Mε αίμα να τρέχει στο βωμό της.
Αίμα ανθρώπινο. Δικό μου και δικό σου.
Η ευτυχία μας δυστύχησε αγαπητέ μου δυστυχώς.
Αλλά πάλι, όσο υπάρχει η ελπίδα, η έταιρη εταίρα…
Τα φουρκισμένα μας μυαλά θα ανασκευάζουν.
Σαν χαλασμένα καζανάκια που πρέπει να πεταχτούν.
Να χα ξεκάθαρη ματιά, να μη με θαμπώνουν τούτα τα δάκρυα.
Θα ‘βλεπα. Θα αντιδρούσα.