Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

Στα ίχνη σου




Κι ούτε μπορούσα να καταλάβω κι ούτε ήθελα.
Στηριζόμουν στις ενδόμυχες φωνές που μου έλεγαν «προχώρα». Ήξερα πως η εσωτερική φωνή ποτέ δε λαθεύει. Και πήγαινα. Ούτε ψυχουλάκια για το δρόμο ούτε να ξετυλίγω το μίτο της Αριάδνης. Χωρίς πυξίδα και με συννεφιά για να μη φαίνονται τ’ αστέρια.. Θα μπορούσα να είμαι τυφλή. Αλλά δεν ήμουνα κουφή. Και οι φωνές εξακολουθούσαν. «Προχώρα! Προχώρα»!!!
Κι όλος αυτός ο ατελείωτος δρόμος, όλη η κούραση, και η έντονη διάθεση να κλείσω τα μάτια μου για λίγο και να κοιμηθώ έναν αιώνα, δύο, ίσα που να φύγει η ένταση...
...κατέληξα στη Σπάρτη. Και το «προχώρα» σταμάτησε. Και στάθηκα στη θάλασσα, την είδα να αργοσαλεύει, να με καλεί μες στην αγκάλη της για να με νανουρίσει. Μα κάτι ακόμα μιλούσε μέσα μου. Και τις φωνές αυτές δεν τις σβήνεις. Τις αγροικάς μέχρι τέλους. Τις ακολούθησα κι ας είχαν γίνει πλέον ψίθυροι. Κι ώσπου ν’ ακούσω τον τελευταίο ανασαμό βρέθηκα πάνω απ’ τον γκρεμό. Καιάδας νομίζω πως λεγόταν. Και με περίμενε εκεί χρόνια το ξέρω! Και μόλις στάθηκα στο χείλος του με καλωσόρισε. Και ένας αέρας, -ένας αέρας σύντροφος- μου ταρακούνησε το είναι. Όπως μόνο ένας σύντροφος μπορεί να σε τραντάξει. Και γύρισα δεξιά, γύρισα αριστερά, μπας και δω το χαμόγελό σου και τα παιχνιδιάρικα μάτια σου. Κάτι μου φάνηκε στο βάθος να γυαλίζει, και νόμισα πως αναγνώρισα τη γραμμή των φρυδιών σου. Έκανα ένα βήμα μπροστά...
Οι φωνές σώπασαν.

Η Σπάρτη είναι ορεινή. Κάργα!

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007

Stop all the clocks




Stop all the clocks, cut off the telephone,
Prevent the dog from barking with a juicy bone,
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.

Let aeroplanes circle moaning overhead
Scribbling on the sky the message He Is Dead,
Put crepe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic policemen wear black cotton gloves.

He was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest,
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last for ever: I was wrong.

The stars are not wanted now: put out every one;
Pack up the moon and dismantle the sun;
Pour away the ocean and sweep up the wood.
For nothing now can ever come to any good.



Stop all the clocks - W. H. Auden

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

Δυο παρά... δυο και...




Δυο παρά. Κάνω κούνια στην πλατεία. Έχω βγάλει βόλτα το σκυλί. Ή με έχει βγάλει βόλτα... δε θυμάμαι. Ψιλοβρέχει.... Αδιαφορώ. Έχει πιαστεί το σακάκι μου στην αλυσίδα. Αδιαφορώ. Σημασία έχει να φτάσω ψηλά! Οι αριθμοί δεν έχουν σημασία. Ούτε η ώρα, ούτε η ηλικία. Σημασία έχει το ψηλά. Να νιώσω αυτό το κενό στο στομάχι. Κουνώ τα πόδια μου. Το σκυλί βαρέθηκε να με κυνηγάει. Δε θα με πιάσει ποτέ! Από κάποιο παράθυρο ακούγονται κάποιοι να κάνουν έρωτα. Ταιριάζουν με το ρυθμό μου. Ανέλπιστο τρίο.

Έχει περάσει η βροχή το σακάκι. Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανα κούνια? Ίσως οι ηλεκτρισμένες αστραπές στην ατμόσφαιρα μαζί με το κόκκινο καμπερνέ απόψε να κάνουν θαύματα. Πραγματικά αδιαφορώ. Μπορεί να είναι και στοιχείο του χαρακτήρα. Δε με ένοιαζε και ποτέ τι θα πουν οι άλλοι. Μόνο η μάνα μου με ένοιαζε τι θα πει. Και η μάνα μου τους υπολόγιζε. Αυτό μέχρι να πεθάνει ο πατέρας μου. Μετά είδε ότι κανένας δεν νοιάζεται αν πονάς και άρχισε να αδιαφορεί και αυτή. Νομίζω ότι αυτή η κούνια δεν μπορεί να φτάσει πιο ψηλά. Μόνο οι αντοχές μας μοιάζουν να μην έχουν όρια. Όλα τα υπόλοιπα έχουν.

Τρέχει πλέον νερό στη ραχοκοκαλιά μου. Το σκυλί έχει λουφάξει κάτω από την τσουλήθρα. Όταν ήμασταν πιτσιρίκια η τσουλήθρα ήταν το πιο επικίνδυνο παιχνίδι. Τώρα μαζεύει σκουπίδια και ξερά φύλλα. Τότε ήταν η βασίλισσα που έστεκε δίπλα στον πιο τολμηρό. Ποιος τολμούσε να κατέβει με το κεφάλι και ανάποδα? Ποιος τολμούσε να την κατέβει όρθιος? Ήταν ο βασιλιάς! Η κούνια σταμάτησε. Το σκυλί το ακούω αχνά να κλαίει. Με έχει τυλίξει ένα πέπλο βροχής, έχω φτάσει σε άλλα μέρη. Μερικές φορές βρίσκεις τη λογική στα πιο παράλογα μονοπάτια. Στα πιο επικίνδυνα για την πνευματική σου υγεία.

Δυο και. Κάθομαι ασάλευτη πάνω στην κούνια στην πλατεία. Το σκυλί γύρισε σπίτι. Μάλλον! Έτσι κι αλλιώς βρέχει τόσο πολύ, που δεν το βλέπω. Τις πιο δυνατές στιγμές μας τις βιώνουμε μόνοι μας αντιμέτωποι με τα στοιχεία της φύσης. Γιατί η φύση είναι αυτή που έχουμε περισσότερο μέσα μας. Και είναι η πιο ανεξήγητη, η πιο μυστηριακή. Απόψε έκλαψα τελευταία φορά έναν χαμένο έρωτα. Και η φύση, μου έκανε την τιμή να με ακολουθήσει στο κλάμα. Καθαρτήρια, επίμονη, αυταρχική. Η φύση και το κόκκινο καμπερνέ. Μπλέχτηκε το κρασί με το αίμα και όλα πήραν διαστάσεις άλλες. Κόκκινες!

Όταν θα μεγαλώσω θα γίνω ελικόπτερο σου είχα πει. Θυμάσαι? Έγινα κάτι καλύτερο. Έγινα κλέφτης. Από αυτούς τους άσπρους που αιωρούνται στο αεράκι. Έγινα κλέφτης και αιωρούμαι χωρίς τουρμπίνες και έλικες. Αιωρούμαι και ανακαλύπτω την αξία της απόλυτης σιωπής. Αυτής που μου επέβαλες. Αυτής που διακόπτεται μόνο από βροντές και τον ήχο από τις σταγόνες που κατακρημνίζονται. Όταν μεγαλώσω θα γίνω γέφυρα. Για να μπορώ να ενώνω σπασμένες άκρες. Απέναντι όχθεις. Δυο βουνά. Εμένα και εσένα. Όταν μεγαλώσω θα γίνω γέφυρα για να περάσω απέναντι να σε πάρω αγκαλιά και να σου πω ... «σσσσσσσσσσσς τίποτα δεν έχει σημασία» .......................

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007

My Chewbacca. My cherub pup.


She has a terrible underbite in need of a canine orthodontist. She follows me through every room. She doesn't mind I'm schizophrenic, or an old recovering and stodgy drunk. She doesn't leave me for other men, or because my "issues" are too much to bear. Every trip and back from the house, I am greeted at the door to a wiggling dance of joy, as if I were gone for years. We sleep together. My showers are spent with her laying near on the floor. Pizza is shared as she looks up at me with those doe eyes waiting for the next morsel of crust, pepperoni, and mozzarella cheese. Thus ends my ode to my Chewbacca. My cherub pup. My faithful companion through thick and thin. I believe all mentally ill people should have a companion pet if they are able to maintain one. They soothe the troubled soul. Man's best friend was never a more apt phrase.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2007

Σ’ ένα ταξί...



Σταμάτησε μπροστά μου από μόνος του. Απεχθάνομαι να μπαίνω σε ταξί με άλλους. Δεν είχα καν σηκώσει το χέρι μου. Που πας κοπελιά? Του είπα. Παρακαλούσα να μην πάει στην κατεύθυνση μου. Πήγαινε. Το ζευγάρι των ηλικιωμένων στο πίσω κάθισμα μου χαμογέλασε γλυκά. Είπα «ευχαριστώ πολύ» και βολεύτηκα ήσυχα στη θέση μου. Δεν μίλαγε κανείς μας. Ευτυχώς! προτιμώ τη σιωπή από αυτές τις αμήχανες κουβέντες για τον καιρό και την κίνηση.

«Κόρη μου», είπε ο ηλικιωμένος κύριος στο πίσω κάθισμα «Θέλεις να κάνεις πίσω το κάθισμα? Φαίνεσαι στριμωγμένη εκεί μπροστά». Ξεροκατάπια. Πόσα χρόνια είχα να ακούσω αυτή τη λέξη από τα χείλη ενός άντρα! Γύρισα πίσω για να αρνηθώ ευγενικά. Η κυρία είχε γείρει στον ώμο του και του κρατούσε το χέρι σφιχτά. Λες και θα της έφευγε, λες και θα πεταγόταν από το ταξί. Μου χαμογέλασαν και οι δυο. Είπα ευχαριστώ και έκανα το κάθισμα πίσω ένα εκατοστό. Μόνο για να τους κάνω την καρδιά τους. «Αν θες κόρη μου έλα κι άλλο». «Είμαι εντάξει, είμαι καλά ευχαριστώ». Ξαναγύρισα για να τους διαβεβαιώσω. Του κρατούσε το χέρι ακόμα, οι κλειδώσεις της ήταν άσπρες, και τα μάτια της.... ...αυτά τα μάτια! Μα αν δεν ήταν εξήντα, θα ήταν έξι χρονών και τρομαγμένη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά της είπα ότι όλα είναι καλά και πως τίποτα δεν θα πάει άσχημα μια τέτοια όμορφη μέρα. Ή κάτι παρόμοιο δε θυμάμαι. Με κοίταξαν περίεργα, μέχρι και ο ταξιτζής.

Μετά από λίγο κατέβηκαν. Άκουσα εκείνο το μονάκριβο «γεια σου κόρη μου» ξανά και σχεδόν ένιωσα ευγνωμοσύνη. Όταν απομακρυνθήκαμε λίγο, ο ταξιτζής με ρώτησε αν πρόσεξα ότι τους αφήσαμε έξω από το νοσοκομείο. Ξαφνιάστηκα και ρώτησα γιατί. «Γιατί ο άντρας μπαίνει για εγχείρηση εσπευσμένα, και πριν σε πάρουμε έλεγε στη γυναίκα του να μη φοβάται και ότι όλα θα πάνε καλά. Και του έλεγε αυτή μακάρι να είχε ένα σημάδι. Και για να της αλλάξει την κουβέντα πρότεινε να σε πάρουν που στεκόσουν στο δρόμο και φαινόταν ότι έψαχνες για ταξί».

Μερικές φορές διψάμε να ακούσουμε μια λέξη, ή μια φράση ειπωμένη από τα χείλη της μοίρας. Ένα σημάδι. Κάτι να μας γλυκάνει το φόβο, να μας θυμίσει ό,τι αγαπήσαμε, να μας μερώσει τη ψυχούλα. Και μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε, οπουδήποτε. Από έναν ηλικιωμένο κύριο ή μια άγνωστη κοπέλα, ακόμα και μέσα σ’ ένα ταξί...