
Ήταν σα μεγαλόσωμος σκύλος. Άσπρο με καφέ βούλες στην πλάτη. Λιλιά και χάντρες στα χαλινάρια προς τέρψη των πιτσιρικάδων. Ένα δεκάχρονο αγοράκι να το τραβάει από τα γκέμια και αυτό να μη πηγαίνει πουθενά. Στυλωμένα τα πόδια από κούραση, το φόβο και τη βαβούρα του κόσμου. Τι καταλαβαίνει αυτό από Πρωτοχρονιά… Το ξεβόλεψαν από το στάβλο και το φέραν στην πλατεία Γεωργίου για το μεροκάματο. Τραβάει το παιδί, πεισμώνει το αλογάκι. Παρακαλάει το παιδί, αδιαφορεί το αλογάκι. Έρχεται ο πατέρας ο επιφορτισμένος με τα χρέη φωτογράφου. Δίνει τη φωτογραφική στο παιδί και αναλαμβάνει το τράβηγμα. Βγάζει ρίζες το αλογάκι. Αν είχε μιλιά θα διαολόστελνε. Ξανατραβάει δυνατά ο πατέρας και κοιτάζει γύρω του τους πελάτες που χάνει. Το ζωντανό στυλωμένο έχει σταθεί πίσω από ένα κουτί τηλεφωνικού πίνακα. Μπροστά, στο ύψος των ματιών του υπάρχει μια αφίσα που δείχνει μια γροθιά και ένα αγκάθινο σύρμα. Αν μπορούσε να διαβάσει, η αφίσα λέει:
ΚΑΤΑΛΗΨΗ !
…για όλους τους λόγους του κόσμου. Για να τσακίσουμε βήμα βήμα την ιδιοκτησία και κάθε έκφραση της ατομικής κυριότητας πάνω σε όλα όσα δικαιωματικά ανήκουν σε όλους.
Όμως δεν ξέρει να διαβάζει. Η κυριότητα για μια ακόμα φορά νίκησε. Το αλογάκι τραβήχτηκε με δύναμη, και σύντομα ένας ευτυχής πιτσιρικάς πήγαινε βόλτα στην πλάτη του. Βγήκε και η σχετική φωτογραφία. Ο μπαμπάς μόνο, κοιτούσε γύρω του ανήσυχα. Το χέρι του είχε μελανιάσει από τα γκέμια που του έκοβαν την κυκλοφορία από το τράβηγμα.