Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Το αλογάκι που τραβάγαμε…




Ήταν σα μεγαλόσωμος σκύλος. Άσπρο με καφέ βούλες στην πλάτη. Λιλιά και χάντρες στα χαλινάρια προς τέρψη των πιτσιρικάδων. Ένα δεκάχρονο αγοράκι να το τραβάει από τα γκέμια και αυτό να μη πηγαίνει πουθενά. Στυλωμένα τα πόδια από κούραση, το φόβο και τη βαβούρα του κόσμου. Τι καταλαβαίνει αυτό από Πρωτοχρονιά… Το ξεβόλεψαν από το στάβλο και το φέραν στην πλατεία Γεωργίου για το μεροκάματο. Τραβάει το παιδί, πεισμώνει το αλογάκι. Παρακαλάει το παιδί, αδιαφορεί το αλογάκι. Έρχεται ο πατέρας ο επιφορτισμένος με τα χρέη φωτογράφου. Δίνει τη φωτογραφική στο παιδί και αναλαμβάνει το τράβηγμα. Βγάζει ρίζες το αλογάκι. Αν είχε μιλιά θα διαολόστελνε. Ξανατραβάει δυνατά ο πατέρας και κοιτάζει γύρω του τους πελάτες που χάνει. Το ζωντανό στυλωμένο έχει σταθεί πίσω από ένα κουτί τηλεφωνικού πίνακα. Μπροστά, στο ύψος των ματιών του υπάρχει μια αφίσα που δείχνει μια γροθιά και ένα αγκάθινο σύρμα. Αν μπορούσε να διαβάσει, η αφίσα λέει:

ΚΑΤΑΛΗΨΗ !

…για όλους τους λόγους του κόσμου. Για να τσακίσουμε βήμα βήμα την ιδιοκτησία και κάθε έκφραση της ατομικής κυριότητας πάνω σε όλα όσα δικαιωματικά ανήκουν σε όλους.

Όμως δεν ξέρει να διαβάζει. Η κυριότητα για μια ακόμα φορά νίκησε. Το αλογάκι τραβήχτηκε με δύναμη, και σύντομα ένας ευτυχής πιτσιρικάς πήγαινε βόλτα στην πλάτη του. Βγήκε και η σχετική φωτογραφία. Ο μπαμπάς μόνο, κοιτούσε γύρω του ανήσυχα. Το χέρι του είχε μελανιάσει από τα γκέμια που του έκοβαν την κυκλοφορία από το τράβηγμα.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Το όνειρο με το σπίτι.



Μπήκα λοιπόν σε αυτό το ωραίο σπίτι, με τα πολλά δωμάτια, και επειδή έξω είχε ήλιο, και ήταν ωραία μέρα για να την περάσω μόνη μου, φώναξα κόσμο να κάνουμε πάρτι. Ήρθαν πολλοί. Γελούσαν με τ’ αστεία μου, και πειραζόμασταν. Ήταν οι καλύτεροι μου φίλοι. Για λίγο έστω. Σιγά σιγά άρχισα να βαριέμαι το μεγάλο σαλόνι. Άρχισα να μετακινούμαι στα δωμάτια, άνοιγα τις πόρτες, εξερευνούσα. Όσο ήμουν στο ισόγειο, όλο το πλήθος με ακολουθούσε. Άνοιγα μια πόρτα, έμπαινα μέσα, και το πλήθος συνέχιζε το πάρτι μαζί μου στο καινούριο δωμάτιο.

Ανέβηκα στον επάνω όροφο, αργά, από τις στενές σκάλες, λίγοι με ακολούθησαν, αλλά το κέφι, παρόλο που οι περισσότεροι είχαν μείνει κάτω, ήταν αμείωτο. Κάποια στιγμή, κοίταξα έξω από το παράθυρο. Είχε σκοτεινιάσει. Κοίταξα το πλήθος, κουρασμένο εξακολουθούσε να τιτιβίζει άσχετα, και για πρώτη φορά σκέφτηκα πως στο επόμενο δωμάτιο θέλω να πάω μόνη μου. Πήγα. Ένα δυο με ακολούθησαν κι εκεί, αλλά χωρίς κέφι πια, με κοιτούσαν άβολα. Μου έλεγαν να γυρίσουμε πίσω, να βρούμε τους άλλους. Μα το πίσω εμένα δεν μου αρέσει. Δεν έχει τίποτε καινούριο να μου δώσει. Προχώρησα στο άλλο δωμάτιο. Αυτή τη φορά μόνη μου. ΄Εκλεισα την πόρτα πίσω μου και κάθισα στο δάπεδο. Περιέργως αυτό το δωμάτιο ήταν εντελώς άδειο. Ήταν ήσυχο. Εδώ είπα. Εδώ θα κάτσω λίγο. Έκλεισα τα μάτια, πήρα μια βαθιά ανάσα, και χαλάρωσα. Δεν ξέρω πόσο έκατσα εκεί. Με κάποιο τρόπο ήξερα πια πως όλοι είχαν φύγει από το σπίτι. Ήμουν μόνη μου. Ήμουν καλά. Πήγα στο παράθυρο και κοίταξα έξω. Ξημέρωνε…

Σκέψεις...

Δεν έχω δικαίωμα ν’ αλλάξω γνώμη. Έχω υποχρέωση!!!




Σήμερα ευθύνομαι για έναν θάνατο. Σήμερα ευθύνομαι για έναν θάνατο και για τον εαυτό μου. Για κανέναν άλλο.

-Είναι στιγμή αυτή να κάνεις απολογισμό? … με ρώτησε. -όλες είναι στιγμές απολογισμού. Απάντησα.

Επέτρεψε στον εαυτό σου να μην είναι ο καλύτερος, για όσο χρόνο το έχεις ανάγκη.

Βαρέθηκα να είμαι η κουβέρτα σας. Είμαι άνθρωπος! Άνθρωπος! ΄Ανθρωπος!

Εξακολουθώ να είμαι ικανή για μεγάλα βάρη. Αυτή τη φορά όμως, τα βάρη θα τα διαλέξω μόνη μου, και δε θα φοβηθώ να γίνω βάρος.

Δεν υπάρχουν θεοί. Την πίστη που οφείλουμε στον εαυτό μας, λόγω αδυναμίας, την χαρίζουμε σε προβολές του μυαλού μας για το ανώτερο. Μα το ανώτερο είναι η αντίληψη και βρίσκεται μέσα μας. Τι τρέλα να την αναζητάμε στα σύμβολα. Τι σπατάλη δύναμης…

Όταν όλοι γονατίζουν και σκύβουν το κεφάλι, αυτός που θα σηκώσει το κορμί, θα δει τους άλλους από ψηλά. Έστω τυχαία, συγκυριακά, θα δει ό,τι κανένας δεν βλέπει. Tην άλλη εικόνα.

Κράτα τις αποστάσεις σου. Όταν δεν ξέρεις, όταν είσαι μπερδεμένος, η μόνη λάθος επιλογή είναι η απόφαση.

Χάρισε στον εαυτό σου χρόνο και ησυχία. Ο χρόνος βοηθάει την ησυχία να ανθίσει. Άνθη ησυχίας είναι οι ορθές σκέψεις. Επέτρεψε στον εαυτό σου τα ποταπά συναισθήματα. Νοιώσε τα, και μετά κλείσε τους την πόρτα. Ολοκλήρωσε το καθήκον σου και ξέχνα τα.

Ό,τι μου κάνει καλό, ό,τι με ευχαριστεί…. Σε μεγάλες δόσεις με καταστρέφει.

Σήμερα το μυαλό μου είναι ένα πιθάρι. Ξεχειλίζει βρόχινο νερό που μάζεψε στην καταιγίδα. Ήρθε η ώρα να γείρω το πιθάρι, να χύσω το νερό του στις πέτρες. Μπορεί να βγει ο ήλιος και αύριο να φυτρώσουν βλαστάρια ανάμεσα τους. Μπορεί.

Η ελπίδα είναι ο θετικός πόλος της παραίτησης. Είναι το γιν όταν πνίγει το γιαν. Όταν ανεβαίνει στην σκηνή η μία, κατεβαίνει η άλλη. Αυτόματα.

Δεν τολμώ να ζητήσω τα ρέστα από το ένστικτο. ΄Ετσι το όρισε η φύση. Όταν εντυπωσιάζομαι με τα θετικά αποτελέσματα του, δεν έχω δικαίωμα να ξαφνιάζομαι στα αρνητικά. Μπορώ μόνο να μαθαίνω. Να προετοιμάζομαι.

Αναλυτικό μυαλό και παρατηρητικότητα. Έτσι, …ξέρεις.

Γοητεύτηκα. Η γοητεία δεν είναι χάρισμα που αναλώνεται σ’ έναν αποδέκτη. Δεν μπορείς να την διαφεντεύσεις. Αντίθετα. Όσο πιο μεγάλη η γοητεία, τόσο πιο πολύ το πλήθος που θα στριμωχτείς ανάμεσα του.


Εγώ, αυτό το εγώ το έχω αγαπήσει, μισήσει, ποδοπατήσει, εξυψώσει, αέναα. Οι φορές που με αφήνει να του κρύβομαι γίνονται σκάλα και ανεβαίνω. (άνω θρώσκω)

Δεν υπάρχει όριο. Δεν υπάρχει εξήγηση. Δεν υπάρχει αιτία.

Η πολυσχιδής πραγματικότητα, ή ακόμη καλύτερα αυτός ο αχταρμάς στο μπλέντερ της ζωής, είναι αυτό που όλοι αναζητάμε. Η ίδια η ζωή. Δεν μπορείς να την απογυμνώσεις και να πάρεις μόνο ό,τι θέλεις εσύ. Θα φας όλη τη σούπα αν θέλεις να ζήσεις.

Έχω κάτι ακόμα να πω για τη σιωπή. Θεραπεύει.

Αυτοί που αγαπάς, είναι οι ίδιοι που σε διαμελίζουν… …με το ενδιαφέρον και την αδιαφορία τους.

Όταν δραπετεύεις της υπόστασης σου, άρα τους εγωισμού σου, ο απολογισμός σου φαίνεται σωστότερος.

Τα ψέματα. Ο εξαναγκασμός. Η δήθεν συνθηκολόγηση. Γιατί τα κάνουμε αφού κανένας δεν τα θέλει και κανείς δεν καλυτερεύει?

Να εξηγώ. Πόσο με εξουθενώνει πια να εξηγώ. Τα προφανή. Τα απλά. Υποδεέστερα της αντίληψης μου. Μαύρες τρύπες που μέσα τους χάνεται η ελάχιστη υπομονή μου. Πάντα φτάνω στο ίδιο συμπέρασμα. Δεν είναι που εγώ καταλαβαίνω καλύτερα. Είναι που ο άλλος δεν θέλει να καταλάβει.

Όταν δεν έχεις τι να πεις… Μην υποκρίνεσαι. Μη λες τίποτα.

Βαρύς περιφέρεσαι. Βαρύς. Πως το άδειο μπορεί να ενέχει τόσο βάρος?


«Ενδιαφέρον» να μια λέξη που έχεις ξεχάσει.

Όταν βλέπεις, μα φοβάσαι να ρωτήσεις, δεν μπαίνει μπροστά το ενδιαφέρον, αλλά η αυτοσυντήρηση σου.

Νόμιζα πως δεν μπορώ χωρίς όλα αυτά που με έκαναν ασφαλή. Να όμως που άλλα πέταξα, άλλα μου ‘φυγαν και χωρίς να νοιώθω περισσότερο ή λιγότερο ασφαλής, είμαι ανάλαφρη.

Δεν έφυγα. Να μια ήττα, που από την άλλη πλευρά του τραπεζιού, σαν νίκη μου μοιάζει.

Όλα, όλα, όλα αυτά που υποσχέθηκες να κάνεις…. Μην! Μην τα κάνεις μόνο γιατί τα υποσχέθηκες.

Ζεστό κόκκινο κρασί. Εισπνοή. Γουλιά. Δόξα-πατρί. Ένα ποτήρι αρκεί. Όπως εσύ.

Τι είναι η περηφάνια? Μάνα του εγωισμού, αδερφή της ζήλειας. Θρόνος να κάτσει η βλακεία μας. Τι είναι περηφάνια? Αρετή που όλο παλεύουμε να λασπώσουμε, Κι όλο λάμπει βυθισμένη μέσα στο βούρκο.

Οι άνθρωποι με πνίγουν. Οι φωνές τους… αυτές οι φωνές με εξαντλούν. Σκάστε! Μιλήστε μόνο όταν θα έχετε κάτι να πείτε!

ΠΩΣ ΜΙΑ ΣΦΙΧΤΗ ΑΓΚΑΛΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ…

Με πήρε αγκαλιά. Δεν υπήρχε λόγος. Όμως μου χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια και με έκλεισε στην αγκαλιά. Εγώ που είχα ενισχύσει τούτη την πανοπλία με τιτάνιο και ηλεκτροφόρα σύρματα, είχα βάλει διπλούς φρουρούς τους φόβους μου και νάρκες, βρέθηκα ανάμεσα στα χέρια…. (πως μπόρεσαν αλήθεια να ξεπεράσουν τόσα εμπόδια)? …να φτερουγίζω όπως εκείνο το καναρίνι τότε που είχα βάλει το χέρι μου στο κλουβί για να το πιάσω λίγο πριν το ελευθερώσω…

Τώρα που έχουν φύγει όλοι, που τη βρήκα τόση αγάπη? Πως μ’ έφτασε τόση κατανόηση? Από πού? Ποιος άγνωστος κατάλαβε? Που είναι οι δικοί μου? Ακόμα στο απέναντι οχυρό πετάνε πέτρες? Τι παράξενη που είναι αυτή η αναγνώριση…

Φεύγεις κι εσύ, κι αντί να λυπηθώ –χάρηκα! Ίσως αν πας μακριά, να μειωθούν οι αποστάσεις.

Θα τα κλείσω όλα. Βιβλία, ράδιο, σημειώσεις, σκέψεις. Θα βάλω μια άλλη ζωή να παίζει στην οθόνη. Να γίνω για 1 ώρα και 47 λεπτά άλλη. Έξω από μένα.

Ήρθε από βαθιά. Κάτι σαν θόρυβος. Ήταν σαν βόμβος στην αρχή, κι όλο δυνάμωνε. Έγινε εκκωφαντικό χτύπημα που έκανε γκελ στο στήθος όπως όταν στέκεσαι μπροστά σε μεγάλο ηχείο. Δεν ακούς πια τους ήχους, αναβλύζουν από μέσα σου. Έτσι, ήρθε! Ανάβλυσε από βαθιά και για πρώτη φορά δεν πολέμησα. Δεν πολέμησα. Τι Νίκη!!!

Τώρα που έχω πάρει φόρα, φοβάμαι να σταματήσω το γράψιμο. Τέτοιο λούσιμο είχα καιρό να κάνω.

Κλείνει ο κύκλος επιτέλους. Ήρθε η ώρα επιτέλους. Παράπλευρες απώλειες μετρήθηκαν. Μα έφυγα στην απόδοση των ευθυνών. Δεν με νοιάζει ποιος φταίει και πόσο. Όλο εγώ, ή όλο αυτοί, δεν δίνω δεκάρα. Ξάπλωσα εδώ στο φρέσκο το γρασίδι, και περιμένω ν’ ακούσω το μεγάλο «γκαπ» Τη στιγμή που θα ενωθούν και θα κλειδώσουν οι άκρες του γαμημένου κύκλου. Του κύκλου που με πόνεσε και μ’ έμαθε περισσότερο απ τους άλλους.

Ζαλίστηκα. Ήταν τρεις γουλιές. Μου έπιασε τα μάτια και το κέντρο της συναίσθησης. Έτσι, για λίγο, όλα ρευστά, με πήγαν αλλού. Εδώ στεκόμουν, μα ήμουν αλλού. Έσκασα ένα γελάκι. Γιατί σας την έσκασα και δεν πήρε κανείς χαμπάρι. Μετά ήρθε και ο κλαυσίγελος. Γιατί δεν ενδιαφέρθηκε κανείς αρκετά ώστε να πάρει χαμπάρι.

Έβαλα το χέρι μου και γύρισα το κουμπί. Έτσι απλά. Μην απατάσθε. Ήταν αναγκαίο.

Ήταν μια ξερακιανή φιγούρα. Σκούρο κοστούμι. Παράταιρες μυτερές μπότες. Χοροπηδούσε άναρχα στο ρυθμό. Στην αρχή πονούσαν τα μάτια μου. Η συνείδηση μου επαναστατούσε στην ατονία. Μετά όμως παρασύρθηκα, μισόκλεισα τα μάτια και είδα. Παρασυρμένη στον εσωτερικό του ρυθμό, πλησίασα κι άρχισα να χοροπηδάω με το σκούρο μου κοστούμι και τις παράταιρες γόβες μου. Έβλεπα κάποιους να μισοκλείνουν τα μάτια μορφάζοντας. Χαμογελούσα…. Αυτό δεν ήταν χορός. Ήταν μύηση. Αν η εικόνα του άλλαζε και γινόταν σαμάνος, κι εμφανιζόταν πνιγμένος στα πούπουλα και στα λιλιά μπροστά μου, σοκολατένια παρθένα θα έγερνα πρόθυμα στο βωμό του. Θα ακουμπούσα την αιχμή του μαχαιριού του στην καρδιά μου και θα χαμογελούσα…. Μα δεν μπορώ να κάνω άλλο από το να γίνω αυτό που αναζητάει. Σε όποιον βωμό και αν μου δείξει θα ξαπλώσω. Εγώ που είπα ποτέ πια… αντικατοπτρίζω το φως του. Δεν γίνεται αλλιώς…

Μη μου λες «όχι» δε σ’ ακούω. Σε βλέπω, και το κορμί σου «ναι» μου λέει. Μη μ’ ακούς που λέω «όχι». Κοίτα με. Τα μάτια μου ουρλιάζουν «ναι» στα δικά σου. Βράχνιασαν πια.

Κουράστηκα. Θα κλείσω τα μάτια μου για λίγο. Στη φυσική πια μαθαίνω πως δεν υπάρχει χρόνος. Μόνο αντίληψη του. Θα καταρρίψω λοιπόν την αντίληψη του αυτή. Άλλωστε δε με βοήθησε ποτέ. Θα κλείσω τα μάτια μου για μια στιγμή.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Το μυστικό στην κουφάλα του δέντρου



Εγώ γιορτάζω πάντα όταν πονάω

Κι άσπρα φορώ όταν πενθώ

Να με λυπούνται οι άλλοι δεν το πάω

Και κάνω πως δεν σ’ αγαπώ


Δεν ταίριαξα στις λογικές του κόσμου

Δε μ’ είχε η αγάπη στα δεξιά

Καλύτερος μου φίλος ο εαυτός μου

Και κολλητή μου η μοναξιά


Μα είναι κάτι δειλινά

Που άλλο δεν αντέχω

Λέω θα πάρω τα βουνά

Λέω θα τρελαθώ

Και απαιτώ να ‘ρθεις ξανά

Και απαιτώ να σ’ έχω


Έστω και για μια φορά

Πριν να σκοτωθώ


Εγώ είμαι μυστήρια ιστορία

Κόντρα πηγαίνω στον καιρό

Και βάζω την καρδιά μου τιμωρία

Αν καταλάβω πως πονώ


Κομμάτια κι αν με κάνει η ορφάνια

Λέξη για σένανε καμιά

Το βράδυ με κοιμίζει η περηφάνια

Και με ξυπνάει η ερημιά


Μα είναι κάτι δειλινά

Που άλλο δεν αντέχω

Λέω θα πάρω τα βουνά λέω θα τρελαθώ

Και απαιτώ να ‘ρθεις ξανά

Και απαιτώ να σ’ έχω


Έστω και για μια φορά

Πριν να σκοτωθώ


Εγώ γιορτάζω πάντα όταν πονάω

Δημήτρης Μητροπάνος

Είναι κάτι δειλινά

Στίχοι Σώτια Τσώτου

Μουσική Χρήστος Παπαδόπουλος