Εννιά μήνες. Τόσο κάνει να γεννηθεί ένα παιδί. Πέρασαν εννιά μήνες. Τόσο κάνει και η απώλεια να μωρώσει. Τίποτα δεν αλλάζει. Μόνο που δεν είναι όλα τόσο εκκωφαντικά. Κι υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζεσαι προσπάθεια να χαμογελάσεις. Εννιά μήνες μετά. Το μωρό μας ξαναμπήκε στο σώμα που το γέννησε. Κολυμπάει ήρεμο και ασφαλές στη συνειδηση μου.
Κοσμική σκόνη. Βοτσαλάκια. Σκάνε στο χείλος του γκρεμού μας. Κάνουν ωραίες λάμψεις. Πεφταστέρια που επιταχύνουν περισσότερο από το βάρος των ευχών. Τόσες πολλές ευχές. Κρυστάλλινη νύχτα. Είναι τόσο ανακουφιστική η ασημαντότητα σου στο σύμπαν. Σα χάδι παρήγορο. Όλος ο κόσμος σε αγνοεί. Και γυρίζει με ή χωρίς εσένα. Τι ανακούφιση!
Νύχτα Λεοντιδών. Βαθιά νύχτα. Κάπου μέσα από τα σπλάχνα του σύμπαντος ένα αεράκι. Μια ωραία παράσταση, πέφτει η αυλαία, κλείνουν τα βλέφαρα. Μια τελευταία λαμπερή τροχιά Διαγράφω μια τελευταία τροχιά.
Τα μεγαλύτερα ψέματα είναι οι μισές αλήθειες. Τα πιο ανήθικα ψέματα είναι αυτές. Βαυκαλίζεις τον εαυτό σου ότι τουλάχιστον δεν λες ολόκληρο το ψέμα. Ναι είσαι καλός άνθρωπος. Μισός βέβαια, αλλά ποιος κοιτάει…. Οι μισές αλήθειες ισούνται με ολόκληρο ψέμα. Μην παραμυθιάζεσαι. Οι χειρότερες είναι αυτές που χρησιμοποιείς σαν άλλοθι απέναντι στον εαυτό σου. Λες πολλές μισές αλήθειες και τελικά αποκοιμίζεις την αίσθηση του σωστού. Του δικαίου. Της ικανότητας σου να ξεχωρίζεις την πραγματικότητα. Μια φορά κι έναν καιρό… λες ένα παραμυθάκι με πραγματικά ονόματα. Αυτό δεν το κάνει πραγματικότητα. Ή ζεις ένα παραμυθάκι με ψεύτικα δεδομένα. Ούτε αυτό το κάνει πραγματικότητα. Είναι αλήθεια πως η πραγματικότητα είναι περισσότερο σκληρή, λιγότερο όμορφη και απείρως περισσότερο πιεστική. Αυτή έχουμε όμως, και καμία υποκρισία μισή αλήθεια ή ολόκληρο ψέμα μας πρέπει.
Εγώ να φύγω ήθελα. Από παντού. Έφτανα στο λιμάνι και κοιτούσα τα δρομολόγια του φευγιού. Καλώς ήρθες μου ΄λεγαν, και το βλέμμα ταξίδευε. Ποτέ δεν κάθησα πιο πάνω από το λίγο. Ήμουν στην είσοδο και προετοίμαζα τον τρόπο που θα έκλεινα την πόρτα φεύγοντας. Να φύγω ήθελα γιατί όλα ήτανε λιμάνια αποχαιρετισμού. Να φύγω ήθελα από τον κόσμο κι ας τον κουβάλαγα μαζί μου. Εδώ καθόμασταν, αλλού κοιτούσα. Οι πιο σωστές μου αποφάσεις ένοιωθα ότι ήταν στο αντίο. Ποτέ στο μένω. Ούτε η μοναξιά με έφθειρε, ούτε η σιωπή. Τα λόγια πάντα λίγα για να εκφράσουν τα απλά. Μα όλο και πιο πολύ έρχεται στο μυαλό μου τελευταία, Η σκέψη ότι το επόμενο φευγιό, θα το κάνουμε μαζί.
Απαντάς και συμπληρώνεις αλλά μου είναι τόσο δύσκολο να παρακολουθήσω.
-«Τι? Κάνει διακοπές, δε σε έπιασα», κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια.
Στο αφτί μου η φωνή σου δυνατή και καθαρή.
Δεν καταλαβαίνωΧριστό.
-«Ααααα ναι ναι κατάλαβα. Πότε θα έρθεις»?
Χάνω την απάντηση σου στη δεύτερη λέξη της πρότασης.
Θα μπορούσα να συζητάω με το ανούσιο και να βγάζω περισσότερο νόημα.
-«Ναι αμε. Ναι ναι».
Προσαρμόζω τον διάλογο στο ένστικτο που μου λέει να συμφωνήσω.
Ίσως υποσυνείδητα καταλαβαίνω.
Ίσως υποσυνείδητα με ενδιαφέρει.
Κοιτάω την οθόνη απέναντί μου και χάνομαι στις κινούμενες εικόνες.
…κενό…
Περιμένεις.
«Μ’ ακούς»? ρωτας.
-«Για να πω την αλήθεια όχι καθαρά. Κάνει διακοπές».
«Τώρα»? προσπαθείς.
“Ποτέ” σκέφτομαι, αλλά δεν έχει και σημασία.
Δεν σε θέλω γιατί ξέρεις να συζητάς.
Μερικές φορές με κουράζει ο ίδιος μου ο εαυτός.
Κόβω τους ανθρώπους κομματάκια όπως τις κούκλες στο οπισθόφυλλο της «Μανίνας» που έπαιρνα μικρή. ΄Εκοβα την κούκλα, τα ρούχα τα παπούτσια και τα αξεσουάρ της. Τα περισσότερα τα πέταγα γιατί μου φαινόντουσαν κακόγουστα. ΄Εβαζα άλλα δικά μου ή ζωγράφιζα στην ίδια την κούκλα ένα μαύρο κολάν. Την έφτιαχνα όπως ήθελα εγώ κι ας μην ήταν. Πέταγα ότι δε μου άρεσε. Μετά πέταγα και την κούκλα. ΄Ετσι και με τους ανθρώπους. Πετάω κομμάτια τους. Στο τέλος τους πετάω ολόκληρους όταν δεν με ικανοποιούν. Καμία υπομονή, καμία παραχώρηση.
«Τώρα με ακούς καλύτερα? Βγήκα έξω» με τραβάς από τις σκέψεις μου.
«Ναι» σου απαντάω. «Σε ακούω δυνατά και καθαρά».
Μιλάμε κάνα πεντάλεπτο ακόμα. Κλείνουμε και σε ακούω ευχαριστημένο.
Με πιάνει μια περιέργεια για τί μιλάγαμε, σχεδόν μου έρχεται να σε πάρω να σε ρωτήσω.
...one day you're there and all of a sudden ...there is less of you. ...and you wonder where that part went. And if it is living somewhere outside of you. and you keep thinking... maybe you'll get it back.
Να πατήσω ένα κουμπάκι να κάνει μια παύση. Ξέρεις, αυτό με τις δυο παράλληλες γραμμούλες. Παύση εχθροπραξιών. Να πάψει η ζωή μου να είναι τόσο πουτάνα. Παύση συνείδησης.
Να πατήσω το Play και να ακουστεί πάλι η ξενοιασιά. Θυμάμαι που ήμουν ξένοιαστη. Ένα ποταμάκι που γδερνότανε στις πέτρες. Κελάρυζα, γέλαγα, πιτσίλαγα, - όμορφα πράγματα.
Να πατήσω εκείνο το stop κι όλος αυτός ο βούρκος Που σέρνεται στον ίσκιο μου να αποκοπεί πια. Βαριά τα βήματα μου ήταν πάντα. Ασήκωτα έχουν γίνει τώρα.
Να πατήσω κι εκείνο το Rec να γράψω κάτι που ν’ αξίζει Μια ανάσα που τελειώνει σε χαμόγελο, Ένα λαμπύρισμα στο μάτι Κάτι καλό να γεμίσει την ατμόσφαιρα.
Μα πιο πολύ, με ένα κουμπί, ένα οποιοδήποτε κουμπί, Να σταματήσει ο φόβος. Να βγάλω και την πρίζα. Εγώ που δε φοβήθηκα ποτέ, Με άλλη μου μοιάζω στον καθρέφτη φοβισμένη και μπερδεύομαι.
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009
Κάποτε μια σχεδόν ίδια εικόνα, κομμένη απο ένα περιοδικό "Και" με λεζάντα "Φτάνει να γυρίσεις" την είχα κρατήσει χρόνια σε ένα άλμπουμ. Η πιο γοητευτική φωτογραφία που είχα απαντήσει. Πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια. (Ποιά είμαι εγώ που έχει μνήμες δυνατές είκοσι χρόνων αλήθεια...?) Η ίδια σχεδόν φωτογραφία. Άλλη λεζάντα. Πιο δύσκολη αυτή τη φορά. "Που πάω"?
αχ, αυτά τα μυστικά. Γουβάδες σκατά που κουβαλώ στην πλάτη. Φύση δοσίλογη και ακράτητη γαρ. Φταίω εγώ που θέλω να τα φωνάξω όλα? Οϋτε ν' ακούω θέλω, ούτε να μαθαίνω. Φτάνει πια, μη μου τα λέτε. Και τους δικούς μου γουβάδες θέλω να πετάξω. Φτάνει πια με τους δικούς σας.
Μη λερώσω κανένα φοβάμαι. Πολλούς θα λερώσω. Κι όσα δεν ξέρω.... Πόσο φοβάμαι όσα δε ξέρω Κρίνοντας απ όσα ξέρω. Γι αυτό και δε θέλω να ξέρω.