Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Ξεροκέφαλη γαρ





Πάμε, πάμε, πάμε!
Με πιάνω απ το χέρι.
Γαμώ το προβληματικό υπαρξιακό μου,
Να την προλάβω θέλω, να τηνε πιάσω τη ζωή...
Να την αρπάξω απ το μαλλί....
Να τη γυρίσω δυο σβούρες,
Να ζαλιστεί, να πέσει στα γόνατα,
Να με κοιτάξει με μάτια - πιατάκια του καφέ,
Να μου πει: «Είμαι δικιά σου, κάνε με ότι θες»...

Πσσστ! Ωπα, ώπα, άραξε.
Το τέλος της ασπρόμαυρης τηλεόρασης και
το βρέχει φωτιά στη στράτα μου με τον Κούρκουλο 
καιρό πια απόθαναν.

Η ζωή ισορροπεί ιντερνετικώς 
σε κάτι κοινωνικά δίκτυα γεμάτα φωτογραφίες,
κρύα αστεία και σήμερα ο Τάδε νοιώθει  sad :-( 
με πολλά Likes να έπονται της δήλωσης....

Δεν καταλαβαίνω. Δεν είμαι φτιαγμένη γι αυτό τον κόσμο.
Ούτε τον ασπρόμαυρο ζειμπέκικο του Κούρκουλου.
(Αν κι αυτός ανταποκρίνεται περισσότερο στις θεματικές μου αρχές,
 ως πιο μπρουτάλ και ευχάριστα νέτος).

Κοπανάω το κεφάλι σε ολόκληρη την παλάμη,
Όπως το τηλεκοντρόλ όταν δεν πιάνει τα κανάλια.
Μπας και επανέλθει τίποτα στις εργοστασιακές ρυθμίσεις,
Και επιτέλους δουλέψει. 
...καταλήγω να έχω πονοκέφαλο.

Δεν μου κάνει αυτός ο κόσμος.
Ή δεν κάνω εγώ στα μέτρα του.
Μακρύ το μανίκι και στραβό το πατζάκι.
Μια σκολίωση που έχω παιδιόθεν με επανεφευρίσκει.

Όμως, ό,τι αγάπησα, ακόμα το αγαπάω.
Ακόμα και ως έκθεμα, σκονισμένο, πεταμένο σε μια γωνιά.
Πιστή σε ότι έδωσα το αίμα της καρδιάς μου,
Σε ότι κόκκινο έβαψα, ακόμα κι αν μου μαύρισε στο τέλος.



Αγάπησα τα λάθη μου για να τα συγχωρέσω
Και τώρα απο αγάπη δεν θέλω να τ’ αφήσω ...





Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

136 Γλάστρες.




Βασιλικοί Ιβίσκοι και τριανταφυλλιές.
Απο τις πιο παλιές παιδικές μου αναμνήσεις,
Η μάνα μου με το λάστιχο να ποτίζει,
η μάνα μου με το σκαλιστήρι,
Η μάνα μου να τσακώνεται με τα σαλιγκάρια.
Κάθε αλλαγή εποχής, κηπουρός εκείνη και διατεταγμένη βοηθός εγώ,
ημίτρελες με γαλότσες και φύλλα στα μαλλιά,
κλαδεύουμε και αλλάζουμε θέση στις γλάστες.
Τενεκέδες κασπώ ζαρτινιέρες πήλινα γλαστράκια στριφογυρίζουν στον αέρα.
Χώμα κάτω απο τα νύχια, έντονος πόνος στη μέση,τσακωθήκαμε,
γιατί δεν πέταξε εκείνη την απαίσια μισοσπασμενη γλάστρα με την 
ακαθόριστη πρασινάδα που ποτέ δεν θα αποκαλυφθεί όσο κι αν περιμένουμε
Περνάνε τα χρόνια, και ξεπατικώνω τα χούγια της, 
μιλάω κρυφά στα τριαντάφυλλα και όταν κάποιος εμφανίζεται ξαφνικά,χαμογελώ ηλιθίως αμήχανα...
Δε με νοιάζουν τα φυτά, αλλά προχτές ανακάλυψα οτι ο κατακίτρινος ιβίσκος μας τώρα βγαίνει πορτοκαλής και κάθισα να τον ψυχαναλίσω μπας και μου αποκαλυφθεί κανένα βαθύ ρατσιστικό παιδικό  του τραύμα...  Ούτε αυτός ξεπορτοκάλιασε, ούτε εγώ κατάλαβα πως πέρασα τόση ώρα ψιθυρίζοντας στον ιβίσκο.
Ίδια η μάνα μου γίνομαι, και ότι μ ενοχλούσε μαιμουδίζω με ακρίβια.
Κοιτώ τον άνθρωπο που αγαπώ να τσακώνομαι, να επιτίθεται με διεστραμμένη ευχαρίστηση στο χώμα της λεμονιάς με ένα φτιάρι. Κουνάω το κεφάλι μου. Χτες είχα επιτεθεί εγώ στην άμοιρη λεμονιά με το κλαδευτήρι. Θα επαναστατήσει το δεντράκι σκέφτομαι. Θα αρχίσει να βγάζει πορτοκαλί λεμόνια...
136 γλάστρες σήμερα. Αύριο μια λιγότερη. Θα την πετάξω τη ρημάδα με την πρασινάδα, που θα μου πάει... θα την κατεβάσω αργά τη νύχτα στον κάδο, και ούτε που θα καταλάβει οτι λείπει η αρχικηπουρός....
Θα την κάνω την μπαγαποντιά μου, στα χνάρια της βαδίζω, με την ίδια ξεροκεφαλιά, τα ίδια φύλλα στα μαλλιά το ίδιο χώμα κάτω απο τα νύχια...


Πρέπει





Περίεργο πως σε πιάνει απο το μανίκι η ζωή και σβουρίζει ολούθε.
Θλίψη, χαρά, καλωσόρισμα, αποχαιρετισμός...
Πάνω κάτω στα αισθήματα που σε ταράζουν βαθιά,
σε σκέψεις που σε κάνουν να ψηλώνεις.
Μετά απο τόσο βολόδερμα, τόσα μαθήματα συμπυκνωμένα,
τόσα Δόξα ο Θεός και Βοήθα Παναγία μου 
ξέπνοη καταλήγεις σε μια άκρη.
Ν’ απομένεις και ν’ αναρωτιέσαι τι έγινε?
Πως έζησα δυο χρόνια μέσα σε δυο μέρες?
Αδυνατεί το μυαλό να κατανοήσει.
Κι απ΄ολα, όλα όσα συνέβησσαν το μόνο που κράτησα είναι ένα Πρέπει.
Πρέπει όταν μιλάς σε κάποιον, ο τελευταίος σου λόγος να είναι χαμογελαστός.
Γιατί μπορεί να είναι ακριβώς αυτό. Ο τελευταίος.



Το μόνο Πρέπει που παραδέχτηκα ποτέ μου.