Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Tι είναι απώλεια.

Τι είναι η απώλεια.

Είναι μια θέση απέναντι σου στο τραπέζι.

Όποιος και αν κάτσει, παραμένει κενή.

Είναι ένα κενό στο ράφι. Το μπλιμπλίκι που λείπει.

Από το σχήμα της βάσης στη σκόνη καταλαβαίνεις ότι ήταν εκεί.

Η απώλεια είναι ένα δάχτυλο που κάποτε είχες.

Τώρα τα τέσσερα δυσλειτουργούν και σου μπλογκάρουν τις κινήσεις.

Η απώλεια είναι μια κραυγή που την ξεκίνησες και δεν τελειώνει.

Ή

Που δεν ξεκίνησε ποτέ κι όλο να βγει από μέσα σου παλεύει.

Η απώλεια.

Είναι σαν αναπηρία.

Μια αναπηρία που δε φαίνεται και δε διορθώνεται.

Κανένα πρόσθετο μέλος δεν αρκεί.

Η απώλεια είναι το αχ μετά την αναπνοή. Κάθε αναπνοή.

Είναι η έλλειψη φωτιάς σε ένα δωμάτιο με κεριά τη νύχτα που κρύφτηκε το φεγγάρι.

Είναι η κουκούλα που κουβαλάς στην πλάτη. Δεν τη φοράς. Μα ξέρεις πως είναι εκεί.

Η απώλεια σου νοτίζει τα βλέφαρα τις πιο άδικες στιγμές.

Ένα γλυκό με πικρή σοκολάτα.

Σαν όλα τα γλυκά από δω και πέρα να είναι φτιαγμένα με πικρή σοκολάτα.

Η απώλεια είναι να θες να ψωνίσεις κάτι, και μόνιμα να σου λείπει ένα πενηνταράκι.

Ένα μικρό και άδοξο πενηνταράκι. Δεν ψωνίζεις ποτέ.

Είναι το αγκάθι στο χαμόγελο. Το πιο λαμπερό χαμόγελο, το πιο βαθύ αγκάθι.

Η απώλεια είναι η φωτογραφία σε μια κορνίζα που αρνείσαι να εστιάσεις,

Είναι μια ζωή, που δε θα γίνει ποτέ θάνατος για σένα.

Είναι αυτό…



Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Τι περιμένεις?

Τι περιμενεις?
Ο δρόμος ποτέ δεν έρχεται σε σένα.
Εσύ πας και τον βρίσκεις.



Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Ροζ. Γενικώς...



Δεν υπάρχουν ροζ ελέφαντες γαμώτο!

Παρα μόνο ευσεβείς πόθοι...

Παρεπιπτόντως, το ροζ είναι πολύ μαλακισμένο χρώμα.

Κάτι σαν...

Κάτι σαν... νέα αρχή.

Κάτι σαν κάτι να ασπρίζει στον ορίζοντα, μετά τη νύχτα.

Μυρωδιά από κόλα τετραδίων και ξυσμένα μολύβια.

Σεπτέμβρης.

Αυτοκόλητα και μπλοκ μουσικής.


Κάτι σαν… σ’ αφήνω.

Σ αγάπησα μα άντε πια να φύγεις.

Έχουμε δρόμο, και είναι χωριστός.

Χαμόγελα. Θλιμμένα, μα χαμόγελα.

Θ’ αντέξω. Στο υποσχέθηκα

Πάντα κρατώ τις υποσχέσεις μου.

Και τις άλλες που σου ‘δωσα, όλες τις κρατώ.

Γι αυτές θ’ αντέξω, και γιατί μου αρέσουν τα πρωτοβρόχια.


Κάτι σαν βόλτα στους νοτισμένους δρόμους.

Αργάμισι και να μυρίζει χώμα.

Στην πλατεία, αναμνήσεις από μπάλα.

Τσιχλόφουσκες με γεύση μπανάνα στο προαύλιο.

Τ΄ αγόρια να γελάνε κι εμείς να ερωτευόμαστε.


Κάτι σαν…

Κλείνω τα μάτια μου και δεν φοβάμαι.

Ότι έρθει, δε φοβάμαι.
Αγάπησα τόσο βλέπεις, …δε φοβάμαι.


Κάτι σαν εκείνη την καρδούλα χαραγμένη στο παγκάκι

Χτυπημένη από βέλος. Λαβωμένη κι αθώα.

Λιγότερο αθώα πια, περισσότερο λαβωμένη.

Κάτι σαν μυρωδιά από φρεσκοψημένο κεικ.

Η γλύκα της ζακέτας στην πλάτη μια στιγμή ανατριχίλας.


Κάτι σαν…

…παίρνω ανάσα ξανά.


Κάπου βαθιά, αρχίζει να σχηματίζεται ένα αληθινό χαμόγελο...

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Μετά θα πάμε λούνα πάρκ...



Μετά θα πάμε λούνα παρκ.
Άνοιξε το στόμα σου τώρα, δε θα πονέσει. …πολύ.
Δεν είναι τίποτα, ένα βζιιιιννν.
Κλείσε τα μάτια. Θα περάσει.
Το μέταλο σε αηδιάζει?
Μετά θα πάμε λούνα παρκ.
Θα ψαρέψουμε κουκλάκια.
Θα σου πάρω και μαλλί της γριάς.
Κάτσε να σου κάνει το σφράγισμα.
Όχι όχι. Μην κουνιέσαι.
Θα πονέσεις. Δε θέλουμε να πονέσεις ε?
Κάτσε ακίνητος.
Άμα τελειώσουμε γρήγορα θα πάμε λούνα παρκ.
Θα σου πάρω ζαχαρωτά.
΄Ανοιξε το στόμα σου.
Και στο λεγα εγώ, να βουρτσίζεις τα δόντια σου.
Είδες τι παθαίνεις?
Κάτσε λίγο ακόμα.
Θα πάμε λούνα παρκ και θα σου πάρω ντόνατς….

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Τω ανυπαρκτο θεό



Τη μέρα που πέθανε ο θεός, είχα νικήσει το διάολο.
Μόνη είχα απομείνει σε ένα τυχαίο σύμπαν big bang.
Ήταν η μέρα που σκότωσα την τελευταία ελπίδα.
Και λέφτερη μπαινόβγαινα στον κήπο του Καζαντζάκη.

Η μέρα που πέθανε ο θεός ήταν ηλιόλουστη μα έκανε κρύο.
΄Εξω από ένα άσπρο κτήριο, περίμενα το λεωφορείο.
Κι όλα κυλούσαν φυσιολογικά, και οι ξένοι δίπλα μου όπως πάντα.
Κι εγώ κήδευα την ύπαρξη του σεμνά σε μια στάση.

Τη μέρα που πέθανε ο θεός ,άνοιξα την ακριβή body lotion.
Κι αφού η Δευτέρα παρουσία δε θα ρθει,
Λούστηκα μες στ’ αρώματα τ αμαρτωλά,
Κι έκανα όλες τις Κυριακές δικές μου μέρες.
Καλώς όρισα το τυχαίο, και το έβαλα στην κεφαλή του τραπεζιού.
Φάε, του είπα. Τέρμα οι νηστείες και οι δίαιτες.

Τη μέρα που πέθανε ο θεός,
Πήρα το συμβόλαιο της ζωής μου στα χέρια μου.
Το ‘σκισα και πέταξα τα κομματάκια του στην τύχη.
Αφέντη δεν έχω, αφού δεν έχω αριθμό.
Δεν έχω ελπίδα. Δεν έχω θεό.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

που ήταν α -α- α-ταξίδευτο...

Κι ο κλήρος έπεσε σε μένα.

Σιγά σιγά να φαγωθώ.

Ο πιο γενναίος.

Και σε πέντε έξι χρόνια

Σωθήκαν ό-ό-όλες οι αντοχές οε οεεεε οεεε οεεεεε

Και επειδή ο πολυμήχανος επιβιώνει από ένστικτο και ενάντια στους καιρούς.

Βρήκα πανοπλία. Από ατσάλι. Κι εκεί που είπα θα λυγίσω, ατσαλώθηκα.

Φέρτε έλεγα.

Θα σας φάω όλους.

Φέρτε!

Ατσάλινη πανοπλία φορώ. Αντέχω!

Κι άντεξα. Πιο πολύ κι απ το αναμενόμενο.


Μόνο που να, είναι κάτι μάτια, που όταν τα κοιτώ, πέφτουν οι πανοπλίες.

Γυρίζω τα μέσα έξω μου τούμπα για να μη με κοιτούν θλιμμένα.

Κι είναι τα μοναδικά που δεν μπορώ να κάνω να γελάσουν.

Κι όλα τα γιατί τους δεν μπορώ να τ’ απαντήσω.

Κουράστηκα τόσο.

Ένα ζευγάρι μάτια όλο ρυτίδες- τα δικά μου,

αντικρίζουν ένα ζευγάρι μάτια όλο «γιατί».


(Μοιάζουνε τόσο τα μάτια μας μάτια μου).