No more wrong
Μy kinda wrong.

Τί βγάζεις απο μέσα σου
Τί δείχνεις... κομμάτι σου
Δικό σου.
Τί γράφεις, τι εννοείς, ποιός σε νιώθει...
Ακούει κανείς?
Εσύ θέλω ν ακούς.
Εσύ εκεί απέναντι.
Στιβαρός και μονόχνοτος στα μικρά σου είναι.
Στα μικρά σου θέλω και τα λίγα σου μπορώ.
Να σου πω ένα μυστικό?
Εγώ μπορώ. Μπορώ και για τους δυο μας.
Μπορώ τα απέραντα. Τα άπειρα. Τα ονειρεμένα.
Μη φοβάσαι.
Αν δεν το ζητήσεις, δεν θα κάνω τίποτε.
Ποτέ.
Τίποτε.
Ξέρω να σέβομαι τους φόβους...

Παίζεις το παιχνίδι καιρό τώρα, σιγά σιγά έφτιαξες τους δικούς σου κανόνες και ξέχασες τους αρχικούς ορισμούς.
Πορεύτηκες φτιάχνοντας το δικό σου μονοπάτι και ποτέ δε σε ένοιαξε να πας απ τον δρόμο των άλλων.
Ο δικός σου δρόμος ήταν πάντα ανηφορικός και κόντρα στο ρεύμα.
Μια δυο φορές που πήρες τρεχαλίζοντας την κατηφόρα, το έκανες έτσι, για να έχεις να λες μετά. Σαν παιδί που βουτάει από ψηλά, χωρίς να ξέρει πόσο βαθιά είναι από κάτω. Για την εμπειρία.
Τώρα που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και πρέπει να θυμηθείς τους παλιούς κανόνες για να αλλάξεις πίστα, τώρα που ο δικός σου ο δρόμος έχει χαραχτεί τόσο βαθιά σου και δεν ξεκολλάει, τι θα κάνεις μικρέ μου Σάντσο?
Θα πας εκεί που μουγκανίζει το μπουλούκι και σέρνεται η μπόχα μαζί με τα λασπωμένα πόδια του?
Εσένα τα πόδια σου έμαθαν να πατάνε χλωρό τριφύλλι και να πλένονται στην πρωινή δροσιά. Που να πας στις λάσπες?
«Δεν γίνεσαι άγγελος αν δεν κοιμηθείς αγκαλιά με του βούρκο» σου είχαν πει.
«Για να πας παραπέρα, πρέπει να κάνεις το ανομολόγητο.
Να ακολουθήσεις την πεπατημένη.
Να γκρεμίσεις ότι με κόπο έχτισες και να κοιμηθείς στη λάσπη».
Και ενώ οι ουρανοί σου υπόσχονται λαμπεροί, πρέπει να περάσεις από τόνους λάσπης να τους φτάσεις.
Κοιτάζεις μπροστά σου την πεπατημένη, κοιτάζεις δεξιά το φρέσκο τριφύλλι και το άγνωστο.
Αποχαιρετάς το μέλλον τους και λοξεύεις το πόδι.
Φτιάχνεις πάλι το δικό σου μονοπάτι.
Μπορεί να μην αλλάξεις πίστα στο παιχνίδι τους.
Το δικό σου όμως μόλις άρχισε!
Sad
Σο σαντ σο εράπτεντ
Σο τρανσπαρεντ ανφοργκιβαμπλ εμπτι
Ι γουοζ χιαρ μπατ δεν αγκεν νεβερ ον σαιτ, νεβερ εκζακλι γουερ αι σουντ
Sad
Αγουεϊκ εντ σιριουσλι ιντζουρντ
Αι γουοζ λοβντ μπαι ε σον οφ α μπιτς. Γουορσιπντ δεν φοργκοτεντ
Γουιθ ιντζουριζ στιλ μπλιντινγκ
Sad
Fucking crazy, bitch, fucking insane
I was… still am…
Always will be
Once a poem once a thrust once an explosion
And always, always ανφοργκιβαμπλ εμπτι
Δεερ αρ κλαστερς ιν μαϊ μπρεην
Σατνες τιαρς αντ μπιγκ πισιζ οφ ανφοργκιβαμπλ εμπτινες
Void
Αι χιαρ βοϊσιζ αλθρου δε ναϊτ, κραϊζ.
Ι was once, never again
Sad

Ήμουνα. Δεν υπήρξα. Ήμουνα.
Ήμουνα πριν και δε σταμάτησα.
Ξέρεις, τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή, τα βιώνουμε μόνοι μας!
Εγώ το ξέρω πια.
Δεν προσπαθώ να σε βάλω μέσα μου.
Κάποτε δυστυχούσα που δε γινόταν.
Τώρα όμως ξέρω.
Όλα είναι γλυκά-πικρά δικά μας.
Μόνο που γίνονται χειρότερα γιατί είμαστε μόνοι μας.
Μόνοι από συντρόφους.
Μόνοι από συνοδοιπόρους, μόνοι από ομοτράπεζους, μόνοι από συνασπιστές.
Μόνοι από οτιδήποτε έξω από μας.
Και το έξω από μας είναι δυστυχώς τόσο απέραντο...χωρίς τέλος... χωρίς...
Είμαι πολύ καλή φίλη. Το λέω και το παινεύομαι. Έχω το μαγνήτη για πάσης φύσεως εξομολογήσεις. Ακούω για γκομενιλίκια, για οικογενειακά/οικονομικά προβλήματα, ακούω την κάθε ανασφάλεια και την κάθε χαζομάρα. ΑΚΟΥΩ. Δεν κρίνω. Γι αυτό και η τεράστια επιτυχία μου. Νο 1 στο top ten ...(το νούμερο)!
Μετά από αυτή την εισαγωγή και μην ανησυχείτε φίλοι μου καλοί –θα είμαι διακριτική - θα ταράξω λίγο τα λιμνάζοντα νερά στις σχέσεις μας. Θα τα πω όλα επιτέλους! Θα τα βγάλω από μέσα μου.
Τους φίλους τους χρειαζόμαστε:
Στα 9 – Να πηγαίνουμε μαζί στο δασύλλιο κρυφά, ενώ οι γονείς μας ξέρουν οτι είμαστε στην πλατεία, να μας προκαλούν να ανέβουμε στο δέντρο με τη διπλή κορυφή, και μετά από κάνα δίωρο να φωνάζουν το μεγάλο μας αδερφό να έρθει να μας ξεσκαλώσει χωρίς να το πει στην υπόλοιπη οικογένεια (το θυμάμαι Μάκη)
Στα 17 - Να μας κρατάνε από τη ζώνη καθώς ξερνάμε σε μια άθλια τουαλέτα ενός άθλιου μαγαζιού τα άθλια σφηνάκια που μας έχει κεράσει εκείνο το υπέροχο πλάσμα πίσω από το μπαρ (την ευχή μου Παντελή)
Στα 26 - Να μας ρίχνουν χριστοκάντηλα κάνοντάς μας σκουπίδι, λέγοντάς μας τα χειρότερα μπας και καταφέρουμε και απαγκιστρωθούμε από τον απελπισμένο μας έρωτα που θα μας πεθάνει οσονούπω αν δεν ακολουθήσουμε τις συμβουλές του/της καρντάση μας (ευχαριστώ Σία)
Στα 32 – Να παντρεύονται και να κάνουν παιδάκια για να μας δείχνουν το δρόμο μέσα από το απελπισμένο βλέμμα τους –είδες – τι – πήγα – και - έκανα- τώρα – ο/η... μαλάκας– κοίτα – μη – την – πατήσεις – όπως – εγώ! (Σ’ακούω Αντρέα)
Στα 45 – Να έχεις κάποιον να σε καλύπτει όταν πηγαίνεις με την εξωσυζυγική σου σχέση εκδρομή, όταν κοντεύεις να τα τινάξεις όλη τη ζωή σου στον αέρα για μια επιπολαιότητα, για ένα καπρίτσιο. (Δεν θα πω κουβέντα Στέφανε)
Στα 51 – Να έχεις κάποιον να σου λέει τα ζουμερά κουτσομπολιά καθώς θα αναρρώνεις από το τριπλό μπαϊπάς στο Ωνάσιο φέρνοντάς σου στη ζούλα γαλλικό καφέ και να σου στρίβει τσιγάρο στις σκάλες κινδύνου. (Τα καλύτερα σου φυλάω Τζορτζ)
Στα 68 – Να βρίσκεις παρέα για την εκδρομή της ενορίας στην Παναγία την Προυσώτισσα που θα μπορεί να σε στηρίζει και να βολεύει το πι σου (έλα Κωσταντίνα σου φύλαξα θέση)
Στα 73 – Να κάθεστε μαζί στο παγκάκι και να ταΐζετε τα περιστέρια στην πλ. Γεωργίου να συγκρίνετε τα φάρμακα για την αρτηριοσκλήρωση και να συμφωνείτε πως όταν ήσασταν εσείς νέοι είχατε περισσότερο σεβασμό, από αυτούς τους ακούρευτους που περνούν από μπροστά σας (πως σε είπαμε εσένα δε θυμάμαι)
Και μια μάλλον σοβαρή και άκαιρη παρατήρησηΤο καταλάβαμε αυτό? Όχι? Πάμε παιδάκια από την αρχή.

Εγώ ήμουνα γεράκι.
Πέταγα ψηλά.
Δεν έπεσα ποτέ μου.
Δεν άγγιξα στεριά.
Σε σύννεφα κοιμόμουν.
Αυτά είχα συντροφιά.
Τα μάτια μου βουρκώναν
Σαν έφευγες μακριά.
Στα πόδια μου σκεφτόμουν
Δε θα σταθώ ξανά
Εγώ ήμουνα γεράκι
Μια ανοιχτή αγκαλιά
Τα μάτια σου μπορούσα
Να έχω για στεριά
Κι όταν μακριά τα πήρες
Έπεσε παγωνιά
Και ήρθαν σκληροί ανέμοι
Και πέτρωσε η καρδιά
Εγώ ήμουνα γεράκι
Και έφτανα μακριά
Κι όταν ξανά δεν ήρθες
Έπεσε συννεφιά
Έπεσε μια μπόρα
Δε σταματάει πια
Κι όλο κλαίει μαζί μου
Και όλο σε ζητά
Εγώ ήμουνα γεράκι
Μα εσύ ήσουν η αγκαλιά
Πιτσιρίκια μαζευόμασταν μετά το φαγητό το μεσημέρι, όταν οι δικοί μας το έριχναν στον ύπνο και νόμιζαν ότι και εμείς κάναμε το ίδιο, την κοπανούσαμε. Αλητεύαμε μέχρι να ανακαλύψουν ότι πάλι το σκάσαμε και να βγουν οι μανάδες μας στο δρόμο να μας φωνάξουν. Τι όμορφη παράφωνη συμφωνία από ονόματα φωναχτά ειπωμένα, ανακατωμένα με απειλές.... « Νώντααααααααα....Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου? Θα σε σουβλίσω σαν τον Αθανάσιο Διάκο»! «Χριστίναααααααααα αν πήγες πάλι στο βουνό κακομοίρα μου θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα»! « Σίμοοοοοοοοοο ... να ‘ρθει ο πατέρας σου παλιόπαιδο και να δεις τι θα του πω και τι έχει να σου κάνει»!
Ήμασταν ευτυχισμένα παιδιά. Ζωηρά, γεμάτα περιέργεια. Κάναμε Ταρζάν σε μια απότομη χαράδρα στο βουνό με ένα φθαρμένο σχοινί που είχε στην άκρη μια θηλιά για το πόδι. Αν δεν κρατιόσουν καλά, στο πρώτο τίναγμα που τεντωνόταν το σχοινί έπεφτες φαρδύς πλατύς στα νερά που κατέβαζε το βουνό. Η Ναταλία είχε ξεχάσει να βάλει το άλλο της πόδι κόντρα και είχε καταλήξει να αγοράσει οικόπεδο στην απέναντι πλευρά. Αγκαλιά με τις πευκοβελόνες έπεφτε προς τα νερά μη έχοντας καταλάβει τι δεν έκανε σωστά. Τις φορές που δεν καταλήγαμε να παίζουμε πετροπόλεμο με τα παιδιά της κάτω γειτονιάς στην πλατεία, τις φορές που δεν καβαλάγαμε τα ποδήλατα ψάχνοντας την επόμενη γωνία που μας γέμιζε έμπνευση για να γδάρουμε τα γόνατά μας, τις φορές που δεν παίζαμε τα «μήλα» και το «μαντιλάκι» μπροστά στου Ματσούλα με το μπαρμπα-Γιώργη να αναθεματίζει εμάς και τα σόγια μας, την κάναμε για το βουνό. Άπειρα ζεστά μεσημέρια, υγρά απογεύματα, Κυριακάτικα πρωινά του χειμώνα, ένα τσούρμο αλητάκια κάθε ηλικίας, με διαλυμένα σπορτέξ και ξεχειλωμένες ζακέτες, με μύξες να τρέχουν και ιώδιο στα γόνατα, αφιερώσαμε σε κάθε σπιθαμή του Δασυλλίου την αθωότητά μας και άπειρες τούμπες, σούπες, κυνηγητά, και δάκρυα που στέγνωναν στην αρχή του επόμενου παιχνιδιού.
Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου ότι μεγάλωσα, και έχασα το ενδιαφέρον μου στα παιδικά παιχνίδια, όταν έρωτες άρχισαν να γίνονται το παιχνίδι μου, γυρνούσα σπίτι από τις βόλτες μου, και αυτό που μου έλειπε περισσότερο ήταν οι εξορμήσεις στο βουνό. Στη μικρή μου Ελβετία. Στο δεύτερο σπίτι μου. Στο τρυφερό μου πνεύμα. Κοιτούσα προς τα πάνω, καθώς ανέβαινε το ασκέρι με τα ξύλα στα χέρια και τις δυνατές φωνές, και αναρωτιόμουν τι με εμπόδιζε από το να ακολουθήσω.
Κάποια στιγμή, παρορμητικά σχεδόν, ξέχασα τον καφέ που είχα κανονίσει, και ανέβηκα μαζί με τα αλητάκια μου στο βουνό. Δεν ήμουν πια η αρχηγός, ήμουν η επίτιμη πρόεδρος, κάτι σαν τον Μητσοτάκη ένα πράγμα. Ένιωθα περίεργα, αλλά την παιδικότητά σου, όταν την έχεις χαρεί, δεν την αποχωρίζεσαι εύκολα. Πήγα λοιπόν και ήθελα με όλη μου την ψυχή να συμμετέχω. Είχαν βρει ένα καινούριο παιχνίδι, να καβαλάνε ένα τσίγκο και να κατεβαίνουν τσουλώντας μια μικρή πλαγιά. Ενθουσιάστηκα! Είδα την προοπτική. Είπα να πάμε πιο πάνω, και να κατεβούμε όλη την πλαγιά μέχρι το τέλος, από το απότομη μεριά. Επίτιμη γαρ, η πρότασή μου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και σημαιάκια να ανεμίζουν. Επίσης είχα και την χαρά της πρώτης κατάβασης. Μάλλον γιατί τα πιτσιρίκια εκείνα ήταν πιο σώφρονες από την έφηβη που έλεγε εξυπνάδες και έκανε μαγκές... Όταν καβάλησα τον τσίγκο στην κορυφή, η απόσταση μέχρι το τέλος μου φάνηκε τεράστια. Αλλά είχα εκτεθεί. Ήμουν το ίνδαλμα, η ξενιτεμένη που γύρισε στα πάτρια, και είχα γύρω μου κάτι από αύρα, κάτι από θρύλο, από παλιά κατορθώματα που δε μου επέτρεπαν να κάνω πίσω. Γύρισα τη λαμαρίνα και πριν καλά καλά ξεκινήσω κατάλαβα ότι είχα κόψει την παλάμη μου. Αγνόησα την προειδοποίηση και όρμηξα μπροστά, για να διατηρήσω ότι με κόπο και πολλές γρατζουνιές τόσα χρόνια είχα χτίσει. «Χαχαχαχααχαχαχαχαχα»......... ήταν ΥΠΕΡΟΧΑ! ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΑ!
Έπιασα τον εαυτό μου να τσιρίζει και να γελάει στα πρώτα δυο μέτρα. Μετά κατάλαβα ότι δεν ήξερα να στρίβω. Το αναθεματισμένο δεν είχε τιμόνι! Και τα γέλια και οι χαρές έγιναν τσιρίδες τρόμου καθώς τα δέντρα ερχόντουσαν καλπάζοντας επάνω μου. Η πλαγιά ήταν υπερβολικά απότομη, δεν μπορούσα να κρατήσω τον έλεγχο του οχήματος σε αυτήν την ταχύτητα που είχα πιάσει. Και έτσι συνοπτικά και χωρίς άλλες διαδικασίες, πριν καν φτάσω στα μισά, ένα δέντρο σταμάτησε κάπως απότομα και ιδιαιτέρως οδυνηρά την τσουλήθρα μου. «Χαχαχαχαχααχαχαχα»... κόπηκε η φόρμα, το βρακί μου ο κώλος μου και για καμιά βδομάδα καθόμουν άκρη άκρη στο κάθισμα στο σχολείο. Ήμουν μελανιασμένη, πονούσα παντού, και κάθε φορά που με ρωτούσαν τι έπαθα «Χαχαχαχαχαχα»! Έβαζα τα γέλια και ενίοτε τα κλάματα αν ακουμπούσα τον πισινό μου εκεί που πονούσε! Η αλητάμπουρία μου, διασκέδασε πολύ εκείνο το απόγευμα. Εγώ έχασα κάτι από την αίγλη μου, τη δύναμή μου στους κύκλους της αγίας αλητείας και κέρδισα όλα τα καταπιεσμένα γελάκια στα μούτρα τους κάθε φορά που με πετύχαιναν εκείνη τη βδομάδα να περπατάω παράξενα. Επίσης ονομάστηκε η κατάβαση με το όνομά μου και ευτυχώς κανένα τους δεν επιχείρησε να κάνει το ίδιο από τόσο ψηλά. Θυμάμαι τη στιγμή που κατέβαινα πονώντας τα σκαλιά του βουνού. Κοίταζα προς τα πάνω, από κει που κατέβηκα, πονώντας μαζί με τον πληγωμένο μου εγωισμό και σκεφτόμουν. «Πάει Μεγάλωσα»! «Δεν είμαι εγώ πλέον γι’ αυτά». Είχα δίκιο. Δεν ήμουν. Έκλεισα το κεφάλαιο παιδικότητα εκείνη τη στιγμή νομίζω. Λίγο πικρά, λίγο γλυκά, πολύ αστεία...
Ήμουν 17 χρονών. Σχεδόν γυναίκα. «Χαχαχαχαχαχααχα». 16 χρόνια μετά, σε μια από τις βόλτες με το σκυλί μου στο βουνό είδα αυτό.
Δεν είχε περάσει δευτερόλεπτο. Σχεδόν βούρκωσα και ταυτόχρονα χαμογελούσα ηλίθια. Δεν είμαι παιδί. Αλλά καθώς έσκυψα να κοιτάξω το λαμαρινο-όχημα, και ήρθε η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, της πρασινάδας, σχεδόν νόμισα ότι άκουγα τα παιδιά να φωνάζουν και τις δικές μου τσιρίδες και τα γέλια να αντηχούν. Κοίταξα το χέρι μου να θυμηθώ την κοψιά και το μικρό σημαδάκι ήταν ακόμα εκεί.
Κάποια άλλα αλητάκια έπαιζαν πρόσφατα το τελευταίο παιχνίδι της αθωότητάς μου. Κάποια ένιωσαν την ταχύτητα, κάποια κουτρουβαλιάστηκαν άτσαλα, κάποια δεν τόλμησαν καν να ανέβουν. Και για κάποιες στιγμές, ήμασταν όλοι εκεί, απορροφημένοι από το παιχνίδι μας, με τις μανάδες μας να φωνάζουν τα ονόματά μας και να απειλούν αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που μας έκαναν.
Δεν τόλμησα φυσικά να κάτσω στη λαμαρίνα. Την αντιμετώπισα σαν ιερό κειμήλιο. Θρήσκα μπορεί να μην είμαι, αλλά για τον καθένα μας υπάρχουν στιγμές που σε καθορίζουν, πράγματα που σε περιγράφουν, και τσουλήθρες απίστευτες, που ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσεις... «Χαχαχαχαχααχαχααχαχα»