
Παίζεις το παιχνίδι καιρό τώρα, σιγά σιγά έφτιαξες τους δικούς σου κανόνες και ξέχασες τους αρχικούς ορισμούς.
Πορεύτηκες φτιάχνοντας το δικό σου μονοπάτι και ποτέ δε σε ένοιαξε να πας απ τον δρόμο των άλλων.
Ο δικός σου δρόμος ήταν πάντα ανηφορικός και κόντρα στο ρεύμα.
Μια δυο φορές που πήρες τρεχαλίζοντας την κατηφόρα, το έκανες έτσι, για να έχεις να λες μετά. Σαν παιδί που βουτάει από ψηλά, χωρίς να ξέρει πόσο βαθιά είναι από κάτω. Για την εμπειρία.
Τώρα που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και πρέπει να θυμηθείς τους παλιούς κανόνες για να αλλάξεις πίστα, τώρα που ο δικός σου ο δρόμος έχει χαραχτεί τόσο βαθιά σου και δεν ξεκολλάει, τι θα κάνεις μικρέ μου Σάντσο?
Θα πας εκεί που μουγκανίζει το μπουλούκι και σέρνεται η μπόχα μαζί με τα λασπωμένα πόδια του?
Εσένα τα πόδια σου έμαθαν να πατάνε χλωρό τριφύλλι και να πλένονται στην πρωινή δροσιά. Που να πας στις λάσπες?
«Δεν γίνεσαι άγγελος αν δεν κοιμηθείς αγκαλιά με του βούρκο» σου είχαν πει.
«Για να πας παραπέρα, πρέπει να κάνεις το ανομολόγητο.
Να ακολουθήσεις την πεπατημένη.
Να γκρεμίσεις ότι με κόπο έχτισες και να κοιμηθείς στη λάσπη».
Και ενώ οι ουρανοί σου υπόσχονται λαμπεροί, πρέπει να περάσεις από τόνους λάσπης να τους φτάσεις.
Κοιτάζεις μπροστά σου την πεπατημένη, κοιτάζεις δεξιά το φρέσκο τριφύλλι και το άγνωστο.
Αποχαιρετάς το μέλλον τους και λοξεύεις το πόδι.
Φτιάχνεις πάλι το δικό σου μονοπάτι.
Μπορεί να μην αλλάξεις πίστα στο παιχνίδι τους.
Το δικό σου όμως μόλις άρχισε!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου