Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007

Και μου ‘λεγαν...



Και μου ‘λεγαν πως ποτέ δε γίνονται τα πράγματα έτσι όπως τα θέλεις. Μα άκουγα? Κάγχαζα δίνοντας υπερβολική εμπιστοσύνη στα νιάτα μου. Στις δυνάμεις μου. Εσείς δε μπορείτε σκεφτόμουν. Εγώ μπορώ. Μπορώ γιατί μισή θεός και μισή ημίθεος, δεν έχω όρια. Δεν με φτάνουν οι περιορισμοί. Σκεφτόμουν κι άλλα κλισέ. Ό,τι δε θέλουμε δε μπορούμε κλπ κλπ κλπ. Εξυπνακίστικα μου φαίνονται όλα πια. Και όχι τίποτε άλλο, αλλά οι εξυπνάκηδες πάντα μου προκαλούσαν οίκτο.

Της ψυχής διαμαρτυρία


Οι μαύρες μου σκέψεις σε μια λευκή ελπίδα.

Να τη σκοτώσω πρέπει.

Μα δεν έχω πληγώσει ποτέ μου περιστέρι.

Κι εκείνο το τρένο που όλο σφυρίζει

Να το αφήσω πρέπει. Να φύγει αφού το θέλει.

Να κλείσει πια ετούτος ο σταθμός

Κι όσο τα μηνύματά σου φθίνουν

Και η λήθη σαν ομίχλη μας σκεπάζει

Να σε αφήσω πρέπει μα είναι η ψυχή μου που διστάζει.

Ξέρω γω?

Αγνοώντας τα περισσότερα πράγματα έφτασα στη μέση του βίου μου. Στη μέση της θάλασσας, στη μέση του πουθενά. Μέσα σε ένα πηχτό σκοτάδι, και με έναν άνεμο να λυσσομανάει αναγνωρίζω αξίες και στάσεις ζωής. Παίρνεις τον εαυτό σου από το λουράκι και τον βγάζεις βόλτα να κατουρήσει. Στη ρίζα των δέντρων της πλατείας. Λυσσομανάει ο αέρας και ξυρίζει το κρύο. Το σκυλί σε κοιτάζει απορημένο. Άλλοθι λέγεται ο τίτλος του βίου μου. Είναι γεμάτος από δαύτα. Ο δολοφόνος χτυπάει και ξυπνάει αθώος πολίτης. Έχοντας άλλοθι.

Όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω ελικόπτερο. Έκανα τις κοτσίδες μου έλικες και τις τίναζα γύρω από το κεφάλι μου. Διαρκώς ζαλισμένη ήμουν, παραπάταγα. Τα ελικόπτερα πετάνε ψηλά. Φεύγουν όταν δεν τους αρέσει το περιβάλλον. Ξαναγυρνούν για να σώσουν επιζώντες. Είναι ηρωικά μεγάλα κουνούπια. Μόνο που δε μου άρεσε ο θόρυβος. Προς τί οι φωνασκίες μικρή μου ύπαρξη? Θα γινόμουν ένα ήσυχο ελικοπτεράκι όταν θα μεγάλωνα. Το είχα αποφασίσει.

Οι αποφάσεις που παίρνω είναι πάντα σοβαρές και έχουν βάση. Λογική μπορεί να μην έχουν , αλλά βάση έχουν σίγουρα. Μια μεγάλη μου απόφαση ήταν τότε που αντί να κάνω ένα βήμα μπροστά σαν κριάρι που τυφλά παλεύει, έκανα ένα βήμα πίσω. Κοίταξα γύρω μου... καμία αλλαγή στο ρου της ιστορίας. Είχα κάνει ένα βήμα πίσω και τίποτα συγκλονιστικό δεν έγινε. Μα πως είναι δυνατόν? Απίστευτο μου φαινόταν. Από τότε πειραματίζομαι με τις κατευθύνσεις. Εκεί που προχωρώ μπροστά, χοπ! Κάνω ένα πλάγιο βηματάκι. Σκανταλιάρικο και πονηρό. Μετά παίρνω στροφή 35ο και συνεχίζω ένα τρελό ζιγκ ζαγκ μέχρι την άκρη του κράσπεδου. Το κράσπεδο απέχει από το δρόμο επτά εκατοστά. Γκρεμός μπροστά μου απλώνεται, τα χρόνια που πέρασαν. Δεν θα αγγίξω ούτε με τη μύτη του ποδιού τον δρόμο. Αντιπροσωπεύουν όσα πέρασαν για μένα. Και ενώ όλα αυτά με έχουν κάνει εγώ, τα σβήνω μονομιάς. Για να πας μπροστά, πρέπει να πετάξεις τα περιττά βάρη. Τις πεποιθήσεις, τις ελπίδες και τις σιγουριές. Να κρατήσεις μόνο αυτά: Την ουσία σου και ένα χαμόγελο.

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2007

Αδυνατώ να καταλάβω.

Αδυνατώ να καταλάβω. Όχι ένα, πολλά πράγματα. Ε...χμ... ΟΛΑ τα πράγματα. Αδυνατώ να τα καταλάβω. Συμπεριφορές. Σιγουριές.

Δεν με νοιάζουν τα φυσικά φαινόμενα και όλα τα λογικά. Η απλοποίηση και η εξήγηση. Μάτια μου, αν ότι περνούσε από το κεφαλάκι μας χαρακτηριζόταν από τη λογική, θα είχαμε διακόπτη On off και μπαταρίες αντί για στομάχι. Δεν έχουμε όμως...


Περνάει ο καιρός, άλλες φορές στεγνός σαν ξερός καπνός που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, και άλλες φορές έχει αυτή τη νοστιμάδα που δοκιμάζεις με την άκρη της γλώσσας και λες: Θέ μου, ποτέ να μην τελειώσει.


Ξέρεις τι καταλαβαίνω? Όταν βρέχει και με φιλάς κάτω από τη μαρκίζα. Το νερό τρέχει στο σβέρκο σου αλλά δεν είναι αυτό που σε ανατριχιάζει...

Καταλαβαίνω το βλέμμα σου όταν χαμένος στις παρέες νιώθεις μόνος. Αλλά εγώ ξέρω, πως δεν είμαι αυτή που θα σου γεμίσει τα κενά. Μα ποια είναι? Καμία μάτια μου, γιατί τα κενά δημιουργούνται ως αντιπυρικές ζώνες και εσύ που φοβάσαι τη φλογίτσα, μόνο τέτοιες έμαθες να φτιάχνεις. Αν ήταν να μη φοβόμαστε τα συναισθήματα, θα είχαμε διακόπτη On off και μίζα για καρδιά. Θα είμασταν πυροσβεστικές.

Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να πετάμε. Δεν έχουμε φτερά. Μα με αγγίζεις με τη σκέψη σου και με τινάζεις στο άπειρο. Με ακουμπάς με το δάχτυλο και με διακτινίζεις όπως ο Σποκ τον κάπτεν Κερκ. Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται. Αλλά αν καταλάβαινα θα είχα διακόπτη On off και τουρμπίνες αντί για πόδια. Θα ήμουν ελικοπτεράκι.


Δεν θέλω να καταλάβω, γιατί δε μου μιλάς. Γιατί ό,τι θέλω απομακρύνεται σαν τον ίσκιο μου όταν περπατώ. Σταθερά και αδυσώπητα. Η δική μου η ηθική ποτέ δεν συμβάδισε με την ηθική τους. Η μεγαλύτερή μου υποχρέωση ήταν πάντα απέναντι στον εαυτό μου. Ποτέ απέναντί τους. Αν ήταν να δίνω σημασία στον κόσμο θα ήμουν μια γέφυρα με διόδια. Με κουμπάκι να ανεβοκατεβαίνει η μπάρα και ανθρωπομετρητή. Με εσοχή για τα ψιλά και ταμπέλα για καλό ταξίδι. Δεν είμαι όμως, είμαι μια γέφυρα που ενώνει σπασμένες άκρες. Δε χωρίζει κόσμους. Αγαπάει τον κάθε κουρασμένο ταξιδιώτη και του ανοίγει εύχαριστως το δρόμο για το άπαν.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007



Ο έρωτας,
όνομά ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
 Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
 Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
 Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θυληκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Κικη Δημουλά -Ο πληθυντικός αριθμός

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Το ζενίθ, το ναδίρ και μια ανάσα ενδιάμεσα



Του αγίου Νικολάου - μεγάλη η χάρη του- πήγα στην τράπεζα να σηκώσω λεφτά για τις γιορτές. Άνεργη είμαι ουσιαστικά, αλλά μια γενναία ανάληψη για τις υποχρεώσεις των γιορτών, για τους λογαριασμούς, για τα δώρα, για το σπίτι και για μια εκδρομούλα Χριστουγεννιάτικη ήταν αναπόφευκτη. Χαμός στην τράπεζα, χαμός στο δρόμο, στα μαγαζιά, αμόκ τους είχε πιάσει όλους. Εγώ ήμουν ευτυχισμένη. Πήγαινα αργά, απολάμβανα τον ήλιο, χάζευα τις βιτρίνες και υπολόγιζα πως θα ξοδέψω το κομπόδεμά μου. Μέχρι να φτάσω σπίτι μου, ήμουν ακόμα πιο ευχαριστημένη γιατί με κάτι απίστευτους αλγεβρικούς υπολογισμούς και κάτι καταπληκτικά γεωμετρικά σάλτα, είχα καταφέρει να ισοσκελίσω τον ισολογισμό αυτών που ήθελα να κάνω με αυτά που είχα να ξοδέψω. Θα εκπλήρωνα όλα όσα είχα βάλει στο μυαλουδάκι μου, και μπορεί να μη μου έμενε δίφραγκο, αλλά θα ήταν όλα τακτοποιημένα.

Το «Θα» το προσέξατε? Ανοίγοντας την τσάντα μου για να αρχίσω να μοιράζω τους οβολούς μου δεξιά και αριστερά στους έχοντες και τους μη έχοντες, ανακάλυψα ότι άνηκα στην δεύτερη κατηγορία. Τους μη έχοντες. Τα ευράκια είχαν κάνει φτεράκια. Σκοτοδίνη! Ελάχιστες στιγμές πριν μου χτυπήσει την πόρτα το εγκεφαλικό,(ήταν πολλά τα λεφτά Άρη)... ξανάψαξα την τσάντα. Πουθενά τα λεφτάκια. Είχα ξεχάσει μέχρι και να αναπνέω. Δεν έχω χάσει ποτέ λεφτά, δεν με έχουν κλέψει ποτέ. Η πρώτη φορά ήταν ψυχρολουσία. Ήταν κακόγουστη φάρσα. Ήταν άδικο γαμώτο! Ξαναγύρισα και έκανα όλη τη διαδρομή αντίστροφα. Φυσικά, και δεν είχα κανένα αποτέλεσμα. Έπρεπε όμως κάτι να κάνω αλλιώς θα σκαρφάλωνα τους τοίχους. Ήταν η πρώτη φορά που με αντιμετώπισαν οι σαλταρισμένες πωλήτριες των καταστημάτων με συμπάθεια. Ο Διευθυντής της τράπεζας με συμπόνια. Ο αστυνομικός στην ασφάλεια με καρτερική ευγένεια. «Μάλιστα δεσποινίς, Όχι δεσποινίς. Δε θα τα βρείτε τα λεφτά σας και αυτό σας το υπογράφω και πάω και στοίχημα και τα δεκαέξι χρόνια που βρίσκομαι στο σώμα». Κόντεψα να του πω που να βάλει το απαύγασμα των δεκαέξι χρόνων της πείρας του, αλλά ακόμα και εκείνες τις στιγμές θυμήθηκα ότι είμαι καλοαναθρεμένη το κέρατό μου και έβγαλα το σκασμό.

Γύρισα σπίτι σέρνοντας. Είχα καταφέρει μέχρι πρόσφατα, ποτέ να μη δώσω ιδιαίτερη σημασία στα λεφτά. Από πείσμα αν θέλεις, γιατί ούτε και αυτά έδιναν ιδιαίτερη σημασία σε μένα. Τώρα όμως....

Άλλαξα βιαστικά και πήγα για δουλειά και δεν ξέρω πως πέρασαν οι ώρες μέχρι να γυρίσω σπίτι .Ότι είχε απομείνει από τον εγκέφαλό μου άψητο είχε παγώσει. Ήταν γιορτή, έπρεπε να βγω. Ήθελα να κουλουριαστώ στο κρεβάτι μου και να με βρίζω μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Πάνω στο τραπέζι με περίμεναν χρήματα. Όχι αυτά που έχασα, άλλα. Είχε κινητοποιηθεί η αγία οικογένεια και ξαφνικά από είκοσι πέντε ευρώ που είχαν απομείνει στο πορτοφόλι μου, ξαναβρήκα την ανάσα που κάπου είχα αφήσει στο δρόμο το πρωί. Το νέο είχε κυκλοφορήσει σε όλους τους κοντινούς μου ανθρώπους. Μέχρι το βράδυ, αν έπαιρνα τα χρήματα που μου πρόσφεραν με την καλή τους την καρδιά όλοι, θα είχα πολύ παραπάνω από αυτά που μου έκλεψαν. Βρέθηκα σε ένα ταβερνάκι να εύχομαι χρόνια πολλά και να τσουγκρίζω το ποτήρι μου. Κοίτα, σκεφτόμουν. Το ζενίθ και το ναδίρ απέχουν μια ανάσα. Κοίταζα γύρω μου. Όλοι χαμογελούσαν. Χαμογελούσα και εγώ. Και χαμογελούσα όχι γιατί ξαναβρήκα την ασφάλεια των χρημάτων. Αλλά γιατί ταρακουνήθηκα και ξαναθυμήθηκα ότι ο πραγματικός μου πλούτος, εκείνη την ώρα, τσούγκριζε τα ποτήρια του μαζί μου!

Χρόνια σας πολλά,

Σας εύχομαι πάντα να υπάρχουν πολλά ποτήρια πρόθυμα να διασταυρωθούν με το δικό σας!!!

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

Νερένιοι


Έβρεχε σήμερα. Αργά γλιστρούσα στα πεζοδρόμια. Δεν περπατούσα, ξεπατίκωνα τη σκιά μου και κυλούσα στους τοίχους.

Όμοιο ξωτικό, όμοιο αερικό, στους δέκα πόντους απ το έδαφος πορευόμουν. Μισόκλεινα τα μάτια και έπαιζα οπτικά παιχνίδια, με τις αντανακλάσεις από τους προβολείς των αυτοκινήτων στις βρεγμένες επιφάνειες.

Δεν πρόσεχα τους ανθρώπους, στον νεραϊδόκοσμο δεν υπάρχουν, μόνο νερένιες φιγούρες με προσπερνούσαν αδιάφορες.

Ντεκόρ σε ένα παραμύθι που γραφόταν επιτόπου.

Μα ξέρεις, μερικές φορές η ζωή, κάνει θαύματα μεγαλύτερα από τα παραμυθένια. Έφερε τα μάτια σου μπροστά μου, τα ίδια μάτια που δεκαπέντε χρόνια κρατάω φυλαχτά μέσα στη μνήμη μου, να μη θολώσουν, γιατί είναι το κοριτσίστικό μου μαξιλάρι, το ροζ μου όνειρο, το πρώτο άρωμα βιολέτας...

Και δεν ήταν ψέματα όπως τόσες και τόσες φορές γελάστηκα, ήταν πραγματικά, σε είχα απέναντί μου, μιάμιση δεκαετία μετά και ξαφνικά, άγουρο κορίτσι - ώριμη γυναίκα, τίποτε από τα δυο δεν είμαι, μόνο ανάμεσό τους πάνω στην παύλα τραμπαλίζω τα πόδια μου στον αέρα.

Και με θυμήθηκες, αναγνώρισες το άγουρο κορίτσι στη γυναίκα, είδα το σπίθισμα, είδα τη γλύκα του τότε κρεμασμένη στο γαλάζιο σου.

(Πώς χώρεσες Θεέ μου τόση θάλασσα σ΄αυτά τα μάτια...)

Πίστευα πως έφυγες σ’ άλλο τόπο. Το εδώ ανθρώπους σαν εσένα τους σκοτώνει.

Το εδώ μου φάνηκε τόσο λίγο για να υπάρχεις εσύ μέσα.

Σου είπα «έλα»! «Έλα στο νερένιο μου κόσμο παλικάρι.

Εδώ δε σε πληγώνουν τα σχήματα, δε σου ουρλιάζουν οι ήχοι.

Σου κάνουν παρέα οι σκιές, και οι σιωπές σου χαϊδεύουν το μέτωπο».

Και εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που κλείδωσαν οι ματιές μας, ήρθες.

Και ξέραμε και οι δύο που βρισκόμασταν.

Σ ένα προαύλιο με ευκάλυπτους, μέσα σε ένα ψιλόβροχο, να κοιταζόμαστε από μακριά, εκμηδενίζοντας την απόσταση και το χρόνο.

Εσύ εγώ και οι νερένιοι άνθρωποι γύρω μας να γράφουν το παραμύθι επιτόπου.