Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Είμαι φέσι......



Επιτέλους!!!

Είμαι φέσι φέσι φέσι φέσι φέσι φέσι φέισ φέισι φίεσι φέσι σφοεσει φέσι φλέισι φ΄σει σφέσι φέσι φέισι φέσι φέισι φέρι σφέσι φέσι φέσι φέισ φέισ φέσι φέσι φέσι φέσι φέισ φέδι φέσι φέσι φέσι φέισ φέσι φέσι φέσι φίε΄σί φέισ ΄φε΄σιφέσι φέισ φέδι φέσι φέσι φ΄σδι φέιδι φέσι φ΄σι φέδι φέσι φέσι φέσι φίεσ φέσι φέισι φέσι φέσι φέσι φέσιφέσι


και γιατρέ μου πως με αρέσει πως μ ε αρέσει πως με αρέσει πως με αρέσιε..,,,,,,

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Άδεια





Αδιαφορείς στις κλήσεις στο κινητό, στα μηνύματα στον υπολογιστή, αφήνεις το τηλέφωνο να χτυπάει με τις ώρες.
Ποιοι είναι όλοι αυτοί?
Τι θέλουν? Γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ?
Χτυπούν το τζάμι της πόρτας και κλείνεις μάτια και αφτιά.

Κοιτάς τις επαφές σου. Κοιτάς τα χέρια σου.
Και τα δυο είναι άδεια. Κανένα ενδιαφέρον. Άδεια.

Κλείστε την πόρτα. Κλείστε την.
Δεν είμαι εδώ, και θα αργήσω να γυρίσω.
Κλείστε το δρόμο. Τα περάσματα.
Ότι ήρθε μέχρι σήμερα έφερε μόνο λύπη.
Σβήστε κάθε ίχνος. Να μην υπάρχει παραλήπτης.
Μόνο αράχνες να υφαίνουν.
Και να σας κλείνουν τα ανοίγματα.
Να σας κλείνουν απ έξω.
Γιατί το μέσα το πατήσατε, το μασήσατε, το φτύσατε, το λερώσατε, το πονέσατε, το χλευάσατε τόσο, τόσο, που δεν έχει μέσα άλλο πια. Χάθηκε κι αυτό. Πάει.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

΄Ετσι…




Αυτό το ένστικτο μερικές φορές θέλω να το τσαλακώσω σαν παλιόχαρτο και να το πετάξω στα σκουπίδια.
Είναι πολύ κουραστικό να ξέρεις πριν καταστρωθεί το σχέδιο.

Είναι σαν να βλέπεις άγνωστο έργο που έχεις γράψει το φινάλε.

Στο τέλος αναρωτιέσαι προς τι τα χειροκροτήματα.
Δεν ήταν και κανα μπλοκμπαστερ.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

΄Αμποτε.





"Μη χαιρετάς ανθρώπους που δεν έχουν να σου πουν τίποτα".


Α ρε Νίκο, μεγάλη κουβέντα…
Οι περισσότεροι δε θα λέγαμε λέξη στους περισσότερους.
Ευλογημένη ησυχία…

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Μη με ρωτάς "που είσαι"




Σταμάτα να ρωτάς «που είσαι»
Δε θα με βρείς.
Σε κείνη τη γωνιά που μου άφησες το χέρι, -δεν είμαι πια.
Βολόδερνα για ώρες, ή μήπως ήταν χρόνια?
Γι αυτό μη με ρωτάς «που είσαι».
Δεν ξέρω.
Έψαξα κι εγώ για λίγο να γυρίσω.
Μα ήταν τόσα πολλά αυτά που ήθελα να δω.
Ήταν τόσες σειρήνες στο διάβα μου.
Και κάπου σκεφτόμουν ότι έχω προορισμό
Αλλά θόλωναν οι αναμνήσεις και έπαυαν οι φωνές.
Χάθηκα.

Τώρα, σε μερικές στροφές, κάτι νομίζω πως θυμάμαι.
Μα είναι η ανάμνηση αερικό και όλο μου φεύγει.
Κι άλλες φορές, δίπλα σε μια θάλασσα, νομίζω ότι έρχεται το άρωμά σου.
Μα πάλι κάνω λάθος. Δεν υπάρχει κανείς. Πάντα άλλοι παρεμβάλλονται.
Χάνονται όλα.
Κι όταν ακούω ένα όνομα, γυρίζω. Μα ούτε θυμάμαι σε ποιόν ανήκει.
Όπως τα κύματα στην ακτή σβήνουν τα βήματα,
Έτσι κι εγώ έχασα το δρόμο του γυρισμού.

Αν είσαι στη γωνιά του δρόμου που μου άφησες το χέρι, - δε θα ‘ρθω.
Κι αν ότι νοιώθω είναι πόνος, κι αυτός θα φύγει.
Γι αυτό μη με ρωτάς «που είσαι».
Δε θα με βρεις.
Τίποτα δε γυρίζει πίσω.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

Μικρές σκηνές καθημερινής τρέλας.




Ταπ ταπ!
Χτύπημα στον ώμο. Γυρνάς. «Ωωωωωωω…»αναφωνείς βλακωδώς.
«Τι κάνεις»? Ταυτόχρονα πασχίζεις ματαίως να θυμηθείς το όνομά του. «Εεεεε…χμ… είσαι καλά? Πόσο καιρό έχουμε να ειδωθούμε ρε παιδί μου»? (εξακολουθείς να μη θυμάσαι όνομα).
«Πως χαθήκαμε έτσι? Ναι ναι μια χαρά. Όλοι καλά».
(Που στο καλό τον ξέρω και αυτός που ξέρει τους άλλους? Αναθεματισμένη τεκίλα!)
«Ναι, φυσικά και να βρεθούμε, στα ίδια μέρη συχνάζουμε άλλωστε»!
(…αλλά αυτόν από πού τον ξέρεις δεν ξέρεις).
«Χάρηκα που σε είδα, φιλιά!»

Κάνεις τρία βήματα και αναστενάζεις με ανακούφιση. Ρε μπας και ήταν στο “Blue”? Ρε μπας και ήταν στο περίπτερο? Ρε μπας και ήταν από καμιά προηγούμενη δουλειά? Τι οικεία φάτσα! Σκέφτεσαι: “Δεν θα ξαναπιώ τεκίλα. Αυτά τα κενά μνήμης είναι τρομακτικά ώρες ώρες. Και αυτές οι ξαφνικές αναλαμπές μετά από καιρό με κάνουν κι ανησυχώ διπλά”.

Μπαίνεις στο Zara να χαζέψεις και να σε χτυπήσει λίγο το Α/C να ξελαμπικάρεις.
«Γειά σου Χριστίνα». Γυρνάς. Αυτή τώρα δε σου θυμίζει απολύτως τίποτα. «Εεεεε…γειά. Τι κάνεις»? «Μια χαρά» σου απαντάει και σε ενημερώνει πως παντρεύτηκε, και εκείνο το αγοράκι που κοιτάει κάτω από την κουρτίνα του δοκιμαστηρίου τις κοπέλες που αλλάζουν είναι ο γιόκας της.
-«Τι σκ….χαριτωμένο!»«Όχι όχι εγώ δεν παντρεύτηκα. Ναι, τυχερά είναι αυτά» λες όλο καρτερικότητα και μακαρίζεις την τύχη σου καθώς βλέπεις το σκασμένο να τρέχει ανάμεσα στους διαδρόμους με ένα σουτιέν στο χέρι και μια αλλόφρων πωλήτρια να το κυνηγάει να του το πάρει.
«Χάρηκα που σε είδα, φιλιά!»

Βγαίνεις κακήν κακώς και κατεβαίνεις την Αγίου Νικολάου. Μπανίζεις ένα ήσυχο καφέ και αφήνεις το κορμί σου να σκάσει σε μια καρέκλα. Έχεις αρχίσει και ανησυχείς σοβαρά για τη διανοητική σου κατάσταση. Θέλεις καφέ, και ένα κουβά παγωμένο νερό καπέλο. Πλησιάζει να σου πάρει παραγγελία ο Σπύρος.
-«Ρε Σπύρο καλημέρα. Τι κάνεις? Εδώ έπιασες δουλειά? Μπράβο». Σε κοιτάει ξαφνιασμένος.
-«Εεεεε…χμ… είσαι καλά? Πόσο καιρό έχουμε να ειδωθούμε ρε παιδί μου»?
Το κενό στο βλέμμα του υποδηλώνει την πλήρη άγνοια του για το ποια είσαι.

Χαχαχαχαχχαχαχχχχχαχαχαχαχα Ξεσπάς σε ασυγκράτητα γέλια.

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

O Μάμολας



Όλα άρχισαν όταν είδε εκείνη τη ρημάδα τη φωτογραφία.
-Ρε συ! Το μηχανάκι μου είν’ αυτό?
- Για να το δω, έχει αφιέρωμα στα παρτάλια?
- Αν είναι δυνατόν! Πως το χει βγάλει έτσι ο Ταρζαν? Γόνατο κάτω?
- Έτσι σου φαίνεται, γλύστρα έχει φάει μάλλον και την τραβήξανε πριν φάει τον μπίστο. Όπως οδηγείς εσύ, σου τραβάω πενήντα τέτοιες τη βόλτα
-Λες να την έχουν τραβήξει λίγο πλαγιαστά και να φαίνεται έτσι?
-Ναι, και μετά στραβώσανε και το βουνό από πίσω και του φέρανε και την άσφαλτο μέχρι το γόνατο.

Του ‘γινε ψύχωση το γόνατο. Όλη μέρα τη φωτογραφία κοίταγε. Του υπέδειξα μερικές μικροδιαφορές. Πρώτον, ο Ταρζάν φορούσε περισσότερο δέρμα απ’ τον μέσο κροκόδειλο. Ο Γιώργης οδηγούσε με μπλουζάκι «Ψησταριά Γαλήνη- Όλα στα Κάρβουνα». Σορτς που έλεγε Be Cool και σαγιονάρα. Δεύτερον ο τύπος φορούσε κράνος που ήσουν σίγουρος ότι σε πυρηνική καταστροφή θα επιβιώσουν αυτός και οι κατσαρίδες. Ο Γιώργης φορούσε μια μπαντάνα με τον Τουίτι. Τρίτον η μηχανή στη φωτό ήταν μεν του Γιώργη, αλλά δεν είχε ούτε λάστιχα Γκουσγκούνη ούτε φρένα “άρχισε να φρενάρεις γιατί πρέπει να στρίψουμε τρία στενά παρακάτω”.

Τον είδα δυο βδομάδες αργότερα στην εθνική οδό. Βλέπω ξαφνικά στους καθρέφτες ένα μαύρο πράγμα με χιλιάδες αυτοκόλλητα να πλησιάζει τάπα. Αφού μετά βίας απέφυγα τον εμβολισμό κι ετοίμαζα τα καντήλια, τον γνώρισα με τα δερμάτινα.
-Παναγιά μου, η Ζωζώ Σαπουντζάκη.
-Ψώνισα.
-Δεν ψώνισες, την ψώνισες. Τι είν’ όλα αυτά που φοράς?
-Εξοπλισμός μοτοσυκλέτας.
-Να πάρεις και σκάφανδρο γιατί έχει κάτι παρατεταμένες που βλέπουν θάλασσα.
-Θα τ’ ακουμπήσω το γόνατο ρε, που να σε δω τούμπανο.
Και εξαφανίστηκε στο ηλιοβασίλεμα.

Ντριν!
-Έλα.
-Έλα ρε Μάμολα. Τ’ ακούμπησες το γόνατο προχθές?
-Ναι.
-Θηρίο ρε! Άντε, και στο παγκόσμιο.
-Και τον αγκώνα ακούμπησα.
-Ρε άσε το παραμυθ….
-Και την ωμοπλάτη. Και τον κοκοβιό. Και τα καπάκια. Και το φέρινγκ. Και τις εξατμίσεις. Και το δεξί μου μπούτι. Όλα τ’ ακούμπησα.
-Σε ποιο νοσοκομείο είσαι?
-Βενιζέλειο
-Έρχομαι.

Βρήκε κάποιους έμπειρους που του έδωσαν tips.
-Πρέπει να βγάζεις το σώμα σου απ’ τη μοτοσυκλέτα.
-Το βγάζω.
-Όχι μέχρι το βουνό απέναντι, πιο λίγο.
-Καλά.
Το δοκίμασε κι αυτό.

Ντριν!
-Έλα
-Έλα.
-Περιφερειακό Γενικό.
-‘Ερχομαι. Τον πήρε κάποιος μαζί του να του δείξει γραμμές, αλλά χυμάρανε αγκαλιά σε μια παρατεταμένη. Μετά πήγε με έναν πιο έμπειρο, αλλά αυτόν τον εμβόλισε ο Γιακουμής στα φρένα. Άλλοι δοκίμασαν τη θεωρητική προσέγγιση.
-Πριν μπεις στη στροφή που κοιτάς?
-Τι νοσοκομείο διημερεύει.

-Η άσφαλτος φταίει.
-Το ότι είσαι κουλός δεν βρίσκεις να έχει κάποια σχέση?
-Κοίτα μια άσφαλτο στη φωτογραφία.
-Ναι. Αυτοί στα περιοδικά στρώνουν δική τους άσφαλτο για να στρίψουν. Έχουν δικές τους μπετονιέρες.
-Έχω βρει μια καλή στροφή ογδόντα χιλιόμετρα από δω. Την Κυριακή θα πάω.
Πήγα μαζί του. Σιγά μην έχανα το θέαμα. Στα αριστερά μας, με 90 κιλά ο διεκδικητής Γιώργης από το Ρέθυμνο με White power, Sinisalo, Arai, χλωρίνη Kleenex, Viacal κτλ. Ο οποίος μοιάζει με διαφημιστική ταμπέλα απ’ τα αυτοκόλλητα, και κάνει burnout με το ύφος του Σπύρου Καλογήρου πριν πλακώσει τον Πρέκα στις μάπες στο «Επαναστάτης Ποπολάρος». Στα δεξιά μας, η Στροφή περιμένει απαθής Την Επίθεση Του Μάτρακα.
-Πρόσεξε κάθαρμα Λύκο, να βγάλεις καλή φωτογραφία.
-Μην στεναχωριέσαι, και να μην βγάλω εγώ θα βγάλουν οι εφημερίδες.
-Μήπως να περιμένεις στην έξοδο?
-Για να λένε “καλό παιδί ήταν ο κακομοίρης και του ’ρθε μια κουρούτα κατακούτελα με 160 και τον χάσαμε”? Καλά είμαι και εδώ.
-Καλά. Πάω.
Και πάμε. Lights. Sound. Action.

“And they are off” που λένε και στα GP. Έχω σκαρφαλώσει στα βράχια προσπαθώντας να υπολογίσω την απόσταση που θα σβουρίξει ο μάτρακας έτσι και του φύγει και αν με πετυχαίνει. Πρέπει να παραδεχτώ ότι είχε βελτιωθεί τα μάλα. Να τα περάσματα. Να και οι καλές γραμμές. Να και το “χαστούκι”. Να και το γόνατο κάτω. Να και ένα Σιμπιαραράρ εξακόσια. Που έρχεται ανάποδα. Με έναν ημίτρελο απάνω που πάει τάπα. Και χάνει και το σημάδι για τα φρένα. Γκράου. Όλα τα ακουμπήσανε. Και οι δυο. Γόνατα, τρικέφαλους, ραχιαίους, τα πάντα. Αγόρασαν και κάτι εκτός σχεδίου κομμάτια ωραία, φως, νερό, τηλέφωνο. Τουλάχιστον του ‘φυγε το μαράζι. Για λίγο όμως.
“Ωωωω! Κοίτα ρε ένα έντο!”

(Απο το περιοδικό Moto "στο στόμα του λύκου" του Λάζαρου Αλεξάκη)

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Αυτό είσαι.



Πάνω στα βότσαλα που περπατάς, και στους αφρούς που σου βρέχουν το πρόσωπο υπάρχει μια πνοή που σου χαϊδεύει το μέτωπο. Είναι το δικό μου το φιλί.
Κι εκεί που αμέριμνα πίνεις το ποτό σου και αγκαλιάζεις με τα μάτια σου τον κόσμο, ένα μικρό κομματάκι του κόσμου σε αγκαλιάζει απαλά. Είναι η σκέψη μου.
Ακούς γέλια και πειράγματα, ανταποδίδεις γέρνοντας το κεφάλι, υπάρχει ένα χέρι που σου σφίγγει συνωμοτικά το δικό σου, είναι το μυστικό που μοιραζόμαστε.
Τα μάτια σου λάμπουν κι εγώ τα βλέπω στ' αστέρια, αναστενάζεις και κουνιόνται τα φύλλα στον κήπο μου, κι ας είμαστε μίλια μακριά, κι ας είμαστε αιώνιες χαμένες Ατλαντίδες.
Μια σκέψη σου, και η θλίψη παύει. Γλυκαίνει η θύμηση, κλείνουν τα μάτια.
Αυτό είσαι.
Ομορφιά κάτω από τα βλέφαρα, η αιτία που κάνει τα χείλη μου να χαμογελούν.
Αυτό είσαι.
Ακριβά πληρωμένο μου λάθος.
Το ομορφότερο.

Ψάξε άλλους.




Αν χρειάζεται να ζητήσεις βοήθεια από τους φίλους σου, τότε ψάξε άλλους.
Αν χρειάζεται να εξηγείς γιατί εξαφανίστηκες, ή αν χρειάζεται μόνο να δίνεις,
αν νοιώθεις ότι δεν θέλουν να ξέρουν πως περνάς γιατί η δική τους πραγματικότητα τους καταπίνει. Ψάξε άλλους.
Αν ποτέ δε σε ρωτούν τι κάνεις αλλά σου λένε τι έκαναν αυτοί,
αν βλέπεις απογοήτευση στα μάτια τους επειδή δεν είσαι αυτό που θέλουν ή νόμιζαν ότι είσαι, ψάξε άλλους.
Αν δε σε κοιτούν στα μάτια γιατί ντρέπονται, αν σου λένε «ναι» αλλά πράττουν όχι, αν σου λένε «πες μου» αλλά ποτέ δεν ακούνε, ψάξε άλλους.
Αν οι φίλοι σου βρέθηκαν δίπλα σου πάντα στο χαμόγελο και ποτέ στη σκοτεινιά,
αν δε θέλουν να ξέρουν την αλήθεια σου αλλά βολεύονται με το «όλα καλά» σου, ψάξε άλλους.
Αξίζεις την αγάπη που δίνεις χωρίς όρους.
Οι απλοί γνώριμοι μπορούν να κάτσουν γαλαρία.

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Τι αξίζει




Τον τελευταίο καιρό, είμαι πραγματικά ευτυχισμένη μόνο όταν είσαι εσύ καλά.

Το βουητό




Βουίζουν τ’ αφτιά μου. Σαν να βρίσκομαι κάτω από το νερό, ενώ στην επιφάνεια επικρατεί τρικυμία. Εδώ κάτω όλα γίνονται με τη λογική του slow motion. Τίποτα δεν προλαβαίνει να με ξαφνιάσει. Βλέπω τα πάντα να έρχονται και έχω το χρόνο να προσαρμοστώ. Λες κι έχω κάνει βουτιά, για να αποφύγω τα μεγάλα κύματα, το χαμό. Βρίσκω παρηγοριά σε μια κατάσταση μουδιάσματος. Μόνο που βουίζουν τ’ αφτιά μου, και σε λίγο τελειώνει η ανάσα μου.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008

Αέναα




Όταν τελειώνει, το προσμένεις με μια ανανεωμένη διαστροφή.
Ξέρεις πως περνάς τις τελευταίες στιγμές.
Γλυκόπικρες σε βασανίζουν.
Όταν τελειώνει, και πριν η αυλαία σκουπίσει το σανίδι,
Έχεις ξεμπερδέψει με τη χαρά του, έχεις κουραστεί με τον πόνο του φευγιού.
Όταν τελειώσει, θα κοιτάξεις πίσω άλλη μια φορά σκοτεινιασμένα
και ενοχλημένα που η ζωή για μια ακόμη φορά επανέλαβε τον εαυτό της.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Spartans place for 2





Κι αν κάνει κρύο και δεν είναι κανείς,
Το ξέρεις θα αλλάξει, δε θα είμαστε εμείς.
Θα έρθουν κι άλλοι κοντά να σταθούν
Και θα έχουν τόσα πολλά να μας πουν.
Για τόπους ξένους για φίλους παλιούς,
για νέους έρωτες για μισεμούς

Κι αν είναι τώρα γκρίζα στη φύση και όλα μουντά
Να ξέρεις ανεμώνη θα ανθίσει, θα τα κάνει μαβιά
Θα έρθει η άνοιξη,το καλοκαίρι νέος έρωτας μες στη καρδιά
Θα είναι όλα φρέσκα βαμμένα θα είναι όλα ανοιχτά.

Θα βγουν τα λάστιχα να πλύνουν αυλές,
Θα στρωθούν τραπέζια να γίνουν χαρές
Να φάμε αντάμα να πιούμε κρασί
να σου μιλάω εγώ, να με κοιτάς εσύ

Μα έτσι είναι κάτι τέτοιες βραδιές
Ο νους μου τρέχει διπλές στροφές
Πάει στο μέλλον γυρνάει στο παρόν
Στρέφει και βλέπει το παρελθόν

Στρέφει και βλέπει εκείνη τη στιγμή
Που όλος ο κόσμος ήταν εσύ.
Βλέπει και λέει με σβηστή φωνή
Ο κόσμος υπάρχει μα δεν είναι εσύ.

Και όλα τα χρώματα και οι μυρωδιές
Δε φτάνουν να κλείσουνε τις πληγές
Δε φτάνουν προθέσεις και ενοχές
Σε κουβάρια μπλεγμένα να βρούμε αρχές

Το μόνο που ήθελα ήταν να σουν εδώ
Και όλα τα λάθη μου να σου τα πω
Να δώσω να πάρω και να μοιραστώ
Και ύστερα μέσα σου αργά να χαθώ

Δεν έρχονται όλα όπως τα θες
Ούτε ζει κανείς μας στο χτες
Δεν υπάρχον τσιρότα για την καρδιά
Ούτε φτιάχνουν ολόκληρα τα σπασμένα γυαλιά

Ένα πράγμα μας μένει, να είμαστε εμείς
Να είμαστε ολόκληροι δυνατοί ευτυχείς
Να έχουμε λίγη αγάπη συμπόνια αγκαλιά
Να βαδίζουμε παρέα μέσα στη σιγαλιά.

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Επί του καναπέους




(Μικρές ευκαιρίες.

Για αποκατάσταση του γοήτρου).

-Γειά σας !

-Γειά σου αγόρι!

-Να σας κεράσω ένα κρασί?

-Ναι.

-Από πού είσαστε?

-Από μακριά.

-Πόσο θα μείνετε?

-Μια αιωνιότητα. (Νόμισε ότι παράκουσε).

-Πότε φεύγετε είπατε?

Τι να απαντήσω? Πάντα φεύγω. Όσο θυμάμαι πίσω, φεύγω.

Κι αυτός τώρα με ρωτάει το πότε.

Να του δώσω μια συμβατική απάντηση. Να μην τον τρομάξω. Είναι ομορφούλης.

-Την Κυριακή.

-Ααααα τόσες μέρες!

-Ναι. Τόοοοσες μέρες.