Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Αναπόληση


-->


Σήμερα θυμάμαι.
Στιγμές από το ξεχασμένο παρελθόν.
Ταξίδια. Μοναξιές. Τρελά χοροπηδητά σε άδειες πίστες.
Σήμερα θυμάμαι.
Βουτιές χωρίς ανάσα.
Κλεμμένα βλέμματα.
Θυμάμαι ιδρώτα και μυρωδιές.
Σαν να τελειώνει η ζωή μου βλέπω την ανασκόπηση.
(Κι άλλο. Απ αυτό το ανεύθυνο. Μπορώ)?
Θυμάμαι ένα δωμάτιο με ένα ραδιοφωνάκι.
Μικρό κι αυτό κι εγώ.
Μεγάλο ταξίδι. Ακόμα να τελειώσει.
Θυμάμαι ραγισματιές και τριξίματα.
Τη δύναμη μιας δαγκωματιάς.
Θυμάμαι ένα χέρι να μου πιάνει τη μέση.
Πόσο έντονη ανάμνηση μπορεί να είναι ένα χέρι που σου πιάνει τη μέση!
Θυμάμαι αγαπημένα χαμόγελα.
(Μόνο χαμόγελα θέλω να θυμάμαι).
Σήμερα θυμάμαι μια καφετέρια στη Θεσσαλονίκη.
Δέκα λεπτά κουβέντας που κράτησε δυο χρόνια.
Μια βόλτα να προπορεύομαι.
Και όλοι οι δρόμοι να γίνονται μεγαλύτεροι.
Νόμιζα ότι ποτέ δε θα σταματήσω.
Σταμάτησα.

Τώρα δεν φτιάχνω τίποτα να θυμάμαι.

Το τραγούδι της νύχτας










Ανώνυμος είπε...
To τραγούδι αυτό ανήκει κάπου. Σε μια αιώνια αγάπη. Που δεν περνά και δεν σβήνεται. Αλλά μπορεί και να το ξέρεις αυτό. Θα μου επιτρέψεις να αφήσω τους στίχους γιατί είναι συγκλονιστικοί και γιατί δεν ακούγονται πολύ καλά.
Στίχοι: Μιχάλη Μαρματάκη
Μουσική: Τερμίτες
Ερμηνεία: Φλέρυ Νταντωνάκη
από το δίσκο Τσιμεντένια Τραίνα, 1986

Εκεί σκορπισμένη στον ύπνο μουσκεύει η ψυχή
θλιμμένη αγαπιέμαι από σκεύη κουζίνας και πράγματα
και κάπου στο βάθος της νύχτας αστράφτεις εσύ
σε εικόνες γεμάτες περάσματα.

Αίμα στο στόμα μου και τ' όνειρο άσπρο
μικρές αγγελίες στον τύπο διαβάζεις
μου μοιάζεις με όστρακο κι απόρθητο κάστρο
Αίμα στα πόδια μου και τ' όνειρο άσπρο
γυμνή-ξαπλωμένη να τρέχω διατάζεις
μου μοιάζεις απόμακρος και σβήνεις σαν άστρο
αίμα στο βλέμμα μου και τ' όνειρο άσπρο
στο χρώμα μπερδεύτηκα - δεν βλέπω - μ' αρπάζεις
φωνάζω σαν νήπιο μια λέξη σαν ''άσ' το''.

Εκεί διαλυμένη στον ύπνο, βαμμένη χρυσή
με γέλια φλερτάρω ένα σκεύος κουζίνας χαράματα
και μ' ένα μπουκάλι υγρό γεννημένο εσύ
γυμνή με δικάζεις να βάλω τα κλάματα

'Να 'μαι '' φωνάζω μπροστά στον καθρέφτη
''γυναίκα από πέτρα με ψυχή βιασμένη''
κοιτάζω τη φάτσα μου να βλέπει τον κλέφτη
''να 'μαι '' ψελλίζω κοντά στον καθρέφτη
διακρίνω τη χλόη μου με στάχτη βαμμένη
και κει μπρος στα πόδια μου το σώμα μου πέφτει
''να 'μαι '' υστερίζω σιμά στον καθρέφτη
τον χτυπώ με γροθιά και με βλέπω σπασμένη.

Ξυπνώ μουσκεμένη κοντά σ' ένα κάλπικο ψεύτη.

Ξυπνώ μουσκεμένη...

Δεν καταλαβαίνω




Μερικές φορές… δεν καταλαβαίνω.
Είμαι αυτό που ανέχοντας το, το άφησα και καρποφόρησε.
Είμαι γρανάζι στη μεγάλη μηχανή.
Κι ας μη μου αρέσουν τα άλλα γρανάζια.
 Και ας γυρνούν αντίθετα από μένα.
Είμαι τόσο έξυπνη, όσο ο τελευταίος χαζός κρίκος.
Δεν είμαι καλύτερη. Είμαι λίγο πιο ηλίθια.
Γιατί δεν βλέπω.
Γιατί νομίζω ότι οι άλλοι είναι οι  «άλλοι».
Μειδιώ.
Εξυπνοπούλι μου.
Οι άλλοι είσαι εσύ.

Δεν καταλαβαίνω τους «αυτούς» τους «άλλους».
Μα κι εγώ γι αυτούς, «αυτοί» και «άλλοι» είμαι.