Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

...μια απλή μέρα.

Ξυπνάς ένα πρωί. ίδιο με τα προηγούμενα.

Όμως κάτι μέσα σου φτερουγίζει.

Ένα χαμόγελο χωρίς αιτία πάει να σχηματιστεί.

Και εκεί που όλα παραμένουν γκρίζα και συννεφιασμένα,

Εσύ νοιώθεις τη ζεστασιά της πρώτης ακτίνας πριν σκάσει ο ήλιος.

Φοβάσαι να πιαστείς, αλλά η γλύκα της χαράς που μπορεί να έρθει είναι πλάνα.

Ανασαίνεις βαθιά και το χαμόγελο που πάλευε να κρυφτεί σχηματίζεται στα χείλη σου.

Ας είναι σήμερα μια εύκολη μέρα, σκέφτεσαι.

Ας είναι σήμερα μια απλή μέρα.

Αμήν.



Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

7-0




Πως μ' έχεις νικήσει έτσι, την αήττητη?

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

Το κενό




Όταν μια σταγόνα πέφτει σε κενό δοχείο, ακούς τον ήχο της πολλαπλασιασμένο να μεταφέρεται. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο μέσα στο δοχείο. Η σταγόνα σκάει με όλη τη δύναμη της ύπαρξής της..

Το κενό είναι επικίνδυνο όταν βρίσκεται μέσα σου.
Ό,τι πέφτει, αντηχεί εκκωφαντικά.
Αντηχούν οι λέξεις.
Αντηχούν οι πόνοι.
Πιο πολύ αντηχούν οι σιωπές. Το κενό τις γιγαντώνει.
Στο κενό αντηχούν οι απουσίες… -κι είναι τόσο κρύο.

Αναζητάς μια πολύχρωμη ζακέτα να σου ζεστάνει την πλάτη,
ή ένα μπράτσο να κάτσει γλυκά στον ανατριχιασμένο σου σβέρκο.
Η θαλπωρή μπορεί και να γίνει φωτιά, να σε κάνει να ξεχάσεις
Αν υπάρχει κενό όμως ούτε η φωτιά θεριεύει, ούτε η θαλπωρή μένει.

Το κενό είναι επικίνδυνο όταν βρίσκεται μέσα σου.
Κάνεις απερίσκεπτα πράγματα για να το γεμίσεις.
Μα δεν αντέχεται. Δεν αντέχεται.
Και μετά δεν αντέχονται οι φάτσες που έβαλες να γεμίσουν το κενό σου.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Bbbh



Άνοιξες μια μεγάλη τρύπα και έπεσες μέσα.
Τεράστια και μαύρη.
Big Bad Black Hole
Σου φταίει κανείς?

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Τα ρούχα

Ήταν πολλά ρούχα.

Χρωματιστά, με λουλουδάκια με φατσούλες με μπιχλιμπιδάκια επάνω.

Τα έβγαζα απ τη ντουλάπα και τα έβαζα στη βαλίτσα.

Κι αναρωτιόμουν γιατί φοράς συνέχεια σκούρα.

Τόσο όμορφα μπλουζάκια.

Γιατί φοράς συνέχεια εκείνα τα ξεχειλωμένα…

Τα δίπλωνα σε στοίβες και τα έστελνα στη λήθη τραβώντας το φερμουάρ.

Σκεφτόμουν αυτά είναι ρούχα που φοράνε οι χαρούμενοι άνθρωποι.

Κι εσύ έχεις ξεχάσει πως είναι να γελάς που και που.

Δίπλωνα βραδινά και σκεφτόμουν αν τα φόρεσες ποτέ.

Δίπλωνα τα «καλά» και ένοιωθα μέσα μου ένα θυμό που θέριευε.

Κι όσο περνούσε η ώρα και οι στοίβες μεγάλωναν,

Μεγάλωνε και ο απελπισμένος ο θυμός μου.

Σε ποιόν να θυμώσω?

Σε σένα?

Με ποιόν να θυμώσω?

Με μένα?

Ανήμπορη και μόνη και απελπισμένη αλλά όχι όσο εσύ.

Όχι όπως εσύ.



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

Η εκδρομή




Την Κυριακή. Με μηχανή. Σε μια όμορφη διαδρομή.
Να ξεφύγεις από τις Ερινύες.
Ξεκινάς με ήλιο και βροχή. Ακριβώς όπως η διάθεσή σου.
Θέλεις να χαρείς, αλλά έρχεται μια σκέψη και φέρνει τη λιακάδα τούμπα.
Θέλεις να αφήσεις το σφίξιμο που σε δένει κόμπο σε αυτή τη γωνία.
Σε εκείνη τη γωνία, στην επόμενη γωνία.
Όλα είναι μαγκωμένα επάνω σου και όπως αφήνεις την πόλη πίσω σκέφτεσαι
«Από πού τρέχω να ξεφύγω? Αφού όλα μέσα μου είναι».
Σχεδόν λυπάσαι τώρα που το τοπίο αλλάζει σε πιο όμορφο.
Λυπάσαι που δεν μπορείς να ξεφύγεις, χαλιέσαι μέσα σου.
Κατρακυλούν σκουπίδια δύσοσμα οι σκέψεις.
Κοιτάς κλεφτά πίσω από την πλάτη σου.
Τόσα χιλιόμετρα και αυτά επιμένουν να σε ακολουθούν.
Σε μια στροφή μια κατολίσθηση.
Όγκοι χώματος μεγάλοι να κλείνουν το δρόμο.
-«Κοίτα τι έκανε η βροχή»!
-«Η βροχή το έκανε αυτό? Οι ψιχάλες?
Αυτά τα μικρά πραγματάκια πόση δύναμη κρύβουν»!!!
Κι έτσι απλά, έφυγε το μυαλό.
Άνοιξε ξαφνικά ο ήλιος τα παράθυρα και πέταξε απ έξω τη σκοτεινιά σου.
Άνοιξαν τα μάτια σου και είδαν το λαμπύρισμα της λίμνης.
Το παιχνίδισμα από τα σύννεφα.
Ξέρει η φύση να φυτρώνει μέσα σου.
Δέντρα μεγαλώνουν εκεί που κουτρουβαλούσαν τα σκουπίδια
Μόνο ρετσίνι και χώμα νοτισμένο μυροβολάει.

Γι αυτό οι θλιμμένοι αγναντεύουν τη θάλασσα
Γι αυτό οι σκοτεινιασμένοι πάνε βόλτα στο βουνό.
Το αέναο μηδενίζει την ύπαρξη.
Σου δείχνει πόσο περαστικά είναι όλα.
Δεν έχει σημασία αν λυπάσαι. Δεν έχεις σημασία.

Και αυτό είναι τόσο ανακουφιστικό…


Ευχαριστώ για την συμβολή στην ψυχοθεραπεία Πισπιρίκι.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Τα απολεσθέντα



Μήπως βρήκε κανείς την ισορροπία μου?
Την έχασα προχτές,
ανάμεσα στις διαχωριστικές γραμμές.
Διπλές ήταν το μόνο που θυμάμαι.
Ούτε περιοχή μπορώ να σας πω.
Το κορμί κουρασμένο, το μυαλό μου θολό.

Μήπως βρήκε κανείς την ηρεμία μου?
Μου την πήραν την Πέμπτη στο τραμ.
Κάποιος με έσπρωξε, κάπου μου ‘πεσε
Κι όλα έγιναν γης μαδιάμ.
Σταματήστε τους φώναξα, θα κατέβω στη στάση
Μα ο δίπλα ψιθύρισε πως είχε ήδη περάσει.

Αν τα βρείτε, κρατήστε τα.
Μην τα πάτε στα απολεσθέντα.
Θα περάσω το υπόσχομαι όταν βρω και τα άλλα κλαπέντα.
Την αγάπη τη θύμηση, το φιλί και τον πόθο.
Τα παράξενα σχέδια στου σπιτιού του τον τοίχο.
Θα περάσω τ’ ορκίζομαι όταν όλα τελειώσουν
Όταν φτάσουν τα ράμματα τις ρωγμές να ενώσουν.