
Την Κυριακή. Με μηχανή. Σε μια όμορφη διαδρομή.
Να ξεφύγεις από τις Ερινύες.
Ξεκινάς με ήλιο και βροχή. Ακριβώς όπως η διάθεσή σου.
Θέλεις να χαρείς, αλλά έρχεται μια σκέψη και φέρνει τη λιακάδα τούμπα.
Θέλεις να αφήσεις το σφίξιμο που σε δένει κόμπο σε αυτή τη γωνία.
Σε εκείνη τη γωνία, στην επόμενη γωνία.
Όλα είναι μαγκωμένα επάνω σου και όπως αφήνεις την πόλη πίσω σκέφτεσαι
«Από πού τρέχω να ξεφύγω? Αφού όλα μέσα μου είναι».
Σχεδόν λυπάσαι τώρα που το τοπίο αλλάζει σε πιο όμορφο.
Λυπάσαι που δεν μπορείς να ξεφύγεις, χαλιέσαι μέσα σου.
Κατρακυλούν σκουπίδια δύσοσμα οι σκέψεις.
Κοιτάς κλεφτά πίσω από την πλάτη σου.
Τόσα χιλιόμετρα και αυτά επιμένουν να σε ακολουθούν.
Σε μια στροφή μια κατολίσθηση.
Όγκοι χώματος μεγάλοι να κλείνουν το δρόμο.
-«Κοίτα τι έκανε η βροχή»!
-«Η βροχή το έκανε αυτό? Οι ψιχάλες?
Αυτά τα μικρά πραγματάκια πόση δύναμη κρύβουν»!!!
Κι έτσι απλά, έφυγε το μυαλό.
Άνοιξε ξαφνικά ο ήλιος τα παράθυρα και πέταξε απ έξω τη σκοτεινιά σου.
Άνοιξαν τα μάτια σου και είδαν το λαμπύρισμα της λίμνης.
Το παιχνίδισμα από τα σύννεφα.
Ξέρει η φύση να φυτρώνει μέσα σου.
Δέντρα μεγαλώνουν εκεί που κουτρουβαλούσαν τα σκουπίδια
Μόνο ρετσίνι και χώμα νοτισμένο μυροβολάει.
Γι αυτό οι θλιμμένοι αγναντεύουν τη θάλασσα
Γι αυτό οι σκοτεινιασμένοι πάνε βόλτα στο βουνό.
Το αέναο μηδενίζει την ύπαρξη.
Σου δείχνει πόσο περαστικά είναι όλα.
Δεν έχει σημασία αν λυπάσαι. Δεν έχεις σημασία.
Και αυτό είναι τόσο ανακουφιστικό…
Ευχαριστώ για την συμβολή στην ψυχοθεραπεία Πισπιρίκι.