Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Αδιαφορώ


Μπορεί όλα γύρω σου να γκρεμίζονται,

Κι εσύ να τα κοιτάς με ένα ηλίθιο χαμόγελο…

Μπορεί έξω να μπουμπουνίζει και να ρίχνει καρέκλες,

Κι εσύ να φοράς τις μποτούλες σου ωραία ωραία

για μια πλατσουριστική βόλτα μέσα στη βροχή.

Μπορεί να είναι όλοι δυστυχισμένοι, να τσακώνονται,

η δουλειά να πηγαίνει κατά διαόλου,

αλλά εσύ να περνάς τις ομορφότερες στιγμές σου.

Μπορεί η κοινωνία να ναι χάλια, η οικονομία το ίδιο,

να υπάρχει αναβρασμός και ανησυχία,

Κι εσύ να πλέεις σε πελάγη γαλήνης κι ευτυχίας.


Μη μου το φθονείτε το χαμόγελο.

Μου λειψε τόσο…


-Μήπως να ξεχώριζες πια, την αλήθεια απο τη μούφα?



Ετσι, για την παράνοια…




Δεν είχα σκοπό, αλήθεια σας λέω, περνούσα απλά.
Δεν είχα, απλά έσκυψα όταν μου πέταξαν την πέτρα.
Συγνώμη, συγνώμη, θα την πληρώσω την τζαμαρία.
Συγνώμη, θα ζητήσω συγνώμη είμαι τεντι μπόι.
Κουρέψτε με. Χτυπήστε με. Δε θα ξανασκύψω.
Δε θα ξανασκύψω όταν με χτυπάνε.
Δεν θα ξανασκύψω όταν με σημαδεύουν.
Όταν σκύβεις προκαλείς.
Όταν σκύβεις το αξίζεις.
Χτυπήστε με το αξίζω. Το αξίζω.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Και δικαίωμα…..


ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ "ΒΛΕΠΕΙΣ" Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ...




…Πιστεύω ότι έχουμε απεριόριστα δικαιώματα. Ή δεν έχουμε καθόλου.

Μου αρέσει περισσότερο το πρώτο.

Νοιώθω για παράδειγμα ότι έχω το δικαίωμα να κάνω ότι μου γουστάρει.

Αλλά, αν κάνω κάτι που δεν σου γουστάρει, έχεις το δικαίωμα να με σκοτώσεις.

Που θα βρεις πιο δίκαιη κατάσταση?

Την επόμενη φορά που ένας μαλάκας σου πει «έχω δικαίωμα της άποψης μου»

Πες του: «Ναι? Κι εγώ έχω δικαίωμα της άποψης μου και αυτή είναι ότι δεν έχεις κανένα δικαίωμα».
Βγάλε ένα όπλο πυροβόλα τον και σήκω φύγε…


Πολύ λυπάμαι που δεν είναι δικό μου. Είναι του George Carlin. – γαμώτο!

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

Κλαυσίγελος



Δάκρυα εσύ, γέλια εγώ,
Λες να μπορεί αυτή η σπασμένη ζυγαριά
να ισορροπήσει τη γαλήνη?

Θα έπρεπε τα πράγματα να ήταν ανάποδα.
Αλλά η ζωή δεν είναι ποτέ δίκαιη η πουτάνα

Εις μνήμην.

Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.

Αυστηρό βλέμμα βαριά σκιά.

Σκόρπιες θύμισες να τον γιορτάσω σήμερα.

Ένα γκρι μάλλινο παλτό, πακέτα 22 στην τσέπη.

Μύριζε καπνό, και νοτισμένο μάλλινο.

Μοναχική φιγούρα.


Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.

Είχε μεγάλα χέρια, τραχιές παλάμες.

Άνθρωπος παλιάς γενιάς, παλιό μυαλό.

Περηφάνια και αντριλίκι ράθυμο.

Γελούσε σπάνια, μα έλαμπαν τα μάτια του πολύ.

Τότε λίγο έλαμπε και ο κόσμος μου.

Μόνιμα κιτρινισμένος ο δείκτης και ο παράμεσος.

Τα δάχτυλα που κρατούσαν το τσιγάρο.

Κέρματα στις τσέπες να κουδουνίζουν.

Μεγάλο μέτωπο, σκαρπίνι παπούτσι.

Γκριζαρισμένοι κρόταφοι, πυκνά μαλλιά

Όμορφος άντρας. Πολύ.


Νόμιζε κι αυτός πως θα γινόταν άλλος.

Δεν κατάλαβε ποτέ του γιατί δεν έγινε.

Άδικος και δίκαιος. Με τον εαυτό του και τους άλλους.

Πόσο δίκιο είχε, χρόνια μετά, βλέπω πόσο δίκιο είχε

Πόση μεγάλη δυσκολία να το εκφράσει!


Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.

Νόμιζα ότι ήξερε τα πάντα, - ας μίλαγε ελάχιστα.

Ήταν ράφτης και τα ρούχα του είχαν θαλασσί κιμωλία,

Αυτή που χρησιμοποιούσε για να σημαδεύει.

Κοιτούσε πάνω από τα γυαλιά με το χοντρό σκελετό.


Πήγαινα πίσω από την καρέκλα που καθόταν

Για να κάνω ακροβατικά.

Για να τον πλησιάσω είναι η αλήθεια.

Ήταν ένας μεγάλος και άγνωστος πλανήτης, άγριος και σκοτεινός.

Έπιανα τη μυρωδιά του και αναρωτιόμουν πως είναι να είσαι αυτός.

Με φώναζε να πάω στο περίπτερο να του αγοράσω Αυριανή.

Και μετά το Έθνος. Ακόμα το Έθνος αγοράζω.


Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.

Του άρεσε το κρέας με πατάτες καπαμά.

Το έλεγε αρχίδια καπαμά.

Του άρεσε το κρασάκι και το έτσουζε μεσημέρι και βράδυ.

Έπαιζε γερή δηλωτή αλλά σιχαινόταν το τάβλι.

Έβριζε σαν μαουνιέρης όταν τσαντίζονταν. Τσαντιζόταν συχνά.

Με έλεγε «όμοφη». Και ήταν η πιο γλυκιά του κουβέντα.

Είχε αδυναμία στα αγόρια του.

Τα κορίτσια ήμασταν μπιμπελό.


Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.

Όταν αρρώστησε,


Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.

Με ρώταγε αν τον αγαπάω και φοβόμουν να απαντήσω.

Τώρα δε φοβάμαι πια.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Ερώτων συνέχεια...




The good news is that I want to be with you.
The bad is that I don’t know how I can be with you right now.
And that scares the shit out of me.
Because if I’m not with you,
I have this feeling we’ll get lost out there.

It’s a big fat world out there full of twists and turns
And people have a way of blinking and missing the moment
The moment that could have changed everything.

I don’t know what’s going on with us
And I can’t tell you why you should waste a leap of faith on the likes of me.

…but damn, you smell good, ...like home!

And you make an excellent coffee.
That’s got to count for something, …right?

Californication

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Μπάλα



Ένα από τα πιο ερωτικά άρθρα που έχω διαβάσει ήταν στο προηγούμενο τεύχος των Εικόνων. Το θέμα δεν ήταν οι σχέσεις, ή ο έρωτας, ήταν απλά ο Μπάγιεβιτς. Ο Μπάγιεβιτς της ΑΕΚ όχι κανένας άλλος Μπάγιεβιτς. Το σαιξπηρικό -κατά τα λόγια του δημοσιογράφου πάντα, - πάθος του και το πηγαινέλα του Ντούσαν στην ομάδα. Λατρεία, πόνος, λύπη, θυμός, κακία, εξαπάτηση, πίκρα, προσμονή, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν έναν δυνατό έρωτα.
Αξίζει το τελευταίο κομμάτι του άρθρου από τον Στέφανο Δάνδολο…

…«Είσαι υπέρ Ντούσκο? Μα εσύ τον έβριζες» να μου λένε οι φίλοι μου. Και εγώ να επισφραγίζω την κωλοτούμπα μου για χάρη ενός ανθρώπου που, παρά τη χλεύη και τις βρισιές, επιστρέφει εκεί όπου νομίζει ότι ανήκει, και για χάρη ενός εφτάχρονου αγοριού που το ‘χει ανάγκη να πιστέψει ότι δεν είναι τα πεντοχίλιαρα που ορίζουν τις ζωές μας, αλλά οι αληθινές αγάπες, εκείνες που στο τέλος απομένουν για να μας υπενθυμίζουν ότι ζούμε με τα λάθη μας, τις αδυναμίες μας και τους έρωτες που μας σημάδεψαν για πάντα….

Και εγώ η ανόητη ποτέ δε βρήκα ρομαντισμό στο ποδόσφαιρο…

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Να δίνεις...


Να μοιράζεσαι.

Να δίνεις από το ένα, το μισό, να φτιάχνεις από το κανένα.


Να δίνεις.

Ότι έχεις, όσο το χεις, κι αν δεν το χεις να ψάχνεις να το βρεις για να το δώσεις.


Να αγγίζεις.

Την ανάγκη του άλλου να την βαλσαμώνεις.

Χωρίς να σου ζητηθεί, χωρίς να ακούς ευχαριστώ.

Ένα χαμόγελο είναι μεγάλη ανταμοιβή.


Να μαλακώνεις το καρδιοχτύπι.

Όπου και όσο μπορείς.


Να δίνεις την αγκαλιά και το χάδι σου.

Αυτά είναι η πιο ακριβή περιουσία σου

Και είναι η μοναδική που μεγαλώνει όσο τη μοιράζεσαι.



Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

να γιατί είσαι όμορφη




Δεν υπάρχει ομορφιά
παρα μόνο στο βλέμμα
που τη φρίκη κοιτάει
κι όμως αντέχει.

κράτα...

Σημείο αναφοράς



Έκανες μεγάλα βήματα για να φτάσεις μακριά
… κι όλο εδώ γύριζες
Η αφετηρία ήταν πάντα ο προορισμός σου.
Κι ας έλεγες πως η ζωή σου είναι αλλού.
Χωρίς το εδώ έχανες πάντα το σημείο αναφοράς σου.

Εδώ είναι όλη η αγάπη και όλες οι θύμησες.
Εδώ είναι τα μάτια που φωτίζονται για σένα.
Εδώ είναι λίγο ζεστό φαί να σε χορτάσει,
Και ένα κρεβάτι να σε ξεκουράσει.
Εδώ δεν είσαι κάποιος,
αλλά αυτός που έχει τη δική του θέση στο τραπέζι.
Εδώ χαμόγελα ανθίζουν στη θωριά σου.
Εδώ οι τοίχοι δεν είναι όρια,
αλλά αγκαλιές αγάπης που ξεδιπλώνονται στο διάβα σου.
Εδώ έρχεσαι να κρυφτείς όταν ο κόσμος σε τρομάζει.

Εδώ είναι το σπίτι σου
κι ας έφτασες τόσο μακριά για να το καταλάβεις

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Babe, Did you forget to take your meds?



Παλινδρόμιση

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

Τα σημαντικά




Πέφτω με το μολύβι κάτω από τα μάτια.
Για να ξυπνήσω και να δω στον καθρέφτη την πραγματική μου εικόνα πριν με πάρει η μπάλα της ημέρας.
Γεμάτη μουτζούρες και μελανιές.
Παλιότερα κοιμόμουν μετά από έναν βαθύ καθαρισμό προσώπου.
Να αναπνεύσει το δέρμα. Να είναι φρέσκο και δροσερό.
Τώρα άλλαξα χούϊ.
Τώρα αφήνω να αναπνέει μόνο το mojo μου.
Και όπου αυτό με πάει.
Στο κάτω κάτω αυτό με αφήνει και αναπνέω.
Μια ανάσα αυτό, μια ανάσα εγώ.

Ξέρεις, πριν αρχίσουν να γκρεμίζονται ένα ένα όλα τα τοιχάκια που με προστάτευαν από αυτούς, πριν αρχίσω να έχω μια αίσθηση του τι πραγματικά συμβαίνει, πίστευα ότι όλος ο κόσμος είχε φτιαχτεί για τα δικά μου τα βίτσια. ΄Ένα σκατόκαρδο και κακομαθημένο πλάσμα. Και μετά, πολλά χαστούκια μετά, πολλά κουπιά σπασμένα. Πολλοί προορισμοί χαμένοι, αυτό που έμεινε, κι αυτό που θα πεθάνει τελευταίο, είναι το ίδιο σκατόκαρδο και κακομαθημένο πλάσμα, με το ίδιο βλέμμα να βλέπει τον ίδιο κόσμο που έβλεπε κάποτε, μόνο που τώρα ξεχωρίζει ελαφρώς τα σημαντικά.

Να δίνεις τα πάντα, την τελευταία σου ανάσα, και κανείς να μην μπορεί να σου χαρίσει λίγο φως, είναι ειρωνεία.
Μα περισσότερο είναι χλεύη άμα νομίζεις ότι αυτά που δίνεις είναι σημαντικά.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Συγκεχυμένα… (Να βλέπεις ουρανό)



Πριν κάμποσο καιρό ήμουν σε ένα φίλο.

Μου έδειχνε φωτογραφίες από ένα ταξίδι του.

Περιγράφοντας μου τις εμπειρίες του, αυτό που μου έμεινε ήταν μια φράση όταν τον ρώτησα τι του άρεσε. «έβλεπα ουρανό» μου απάντησε. Τα κτήρια ήταν χαμηλά, και τίποτε δεν του έκοβε τη θέα. Πράγματι, οι φωτογραφίες που έφερε πίσω ήταν γεμάτες ουρανό που σου έκοβε την ανάσα. Χάζευα πανέμορφα κομμάτια γαλάζιου και σκεφτόμουν πόσο μου έχει λείψει μια ανάγκη που δεν ήξερα ότι είχα. «Να βλέπω ουρανό».

Αυτή η φράση μου κόλλησε όλο αυτό το διάστημα. Ήθελα να γράψω κάτι, μόνο και μόνο για να ξεκολλήσει από το κεφάλι μου.


Προχθές βράδυ χαζολογώντας στον υπολογιστή βρήκα ένα μπλογκ που έχει αντιγράψει ακριβώς τις αναρτήσεις μου. Είδα τις σκέψεις μου οικειοποιημένες, μπλεγμένες με σκέψεις άλλου μπλογκερ, ή ολόκληρα ποστ μόνα τους – αυτούσια. Ήταν τόσο περίεργο, ήταν σαν να είχε πάρει κάποιος χωρίς να ρωτήσει το χέρι μου, για να πιεί τον καφέ του. Κοίταγα κομμάτια μου, κομμάτια του εαυτού μου να μην είναι πια εγώ. Άβολη αίσθηση. Από την άλλη σκεφτόμουν πως κάποιος νοιώθει ότι νοιώθω, και εκφράζεται μέσα από μένα. Ακόμα πιο περίεργη αίσθηση. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τσαντιστώ ή να κολακευτώ.

Αυτή η φάση μου κόλλησε από προχθές. Ήθελα να του/της γράψω κάτι, να αντιδράσω, μόνο και μόνο για να ξεκολλήσει από το κεφάλι μου.


Και χτες, χαζεύοντας κι άλλο στα μπλογκς βρήκα κάτι που μου άρεσε και που αν δεν κάνω λάθος το είχα διαβάσει παλιότερα σε ένα από τα βιβλία του Μαρτσέλο Ντ Όρτα αλλά μπορεί και να κάνω και λάθος…Ρώτησαν ένα εξάχρονο τι πάει να πει αγάπη και αυτό απάντησε: "Αγάπη είναι η γιαγιά μου που έχει αρθριτικά στα πόδια και δε μπορεί να βάψει τα νύχια της και της τα βάφει ο παππούς μου, που έχει και αυτός αρθριτικά, στα χέρια."

Αυτή η απάντηση μου κόλλησε. Ήθελα κι εγώ να το αντιγράψω, μόνο και μόνο για να ξεκολλήσει από το κεφάλι μου.


Σήμερα ήρθε μια θεία σπίτι μετά από καιρό, και όπως κουβεντιάζαμε, ένοιωσα έντονα τη ματαιότητα της εικόνας που έχουμε για τους ανθρώπους γύρω μας και πόσο εύκολα μπορεί να είναι λανθασμένη. Ευτυχισμένες οικογένειες βγαλμένες θαρρείς από διαφήμιση να κανιβαλίζουν πίσω από την βιτρίνα, πίσω από τα προσχήματα, να πληγώνουν να πληγώνονται, και να θάβουν τα πάντα πίσω από το χαμόγελο Colgate.

Αυτή η αίσθηση μου κόλλησε από την ώρα που έφυγε η θεία. Ήθελα να γράψω κάτι, να αντιδράσω, μόνο και μόνο για να ξορκίσω τις ψεύτικες εικόνες από το κεφάλι μου.


Τελικά πάντα ξαναγυρίζουμε στην αρχή σκέφτομαι.

Και αυτό είναι που θα γράψω για το τέλος.

Τίποτα δεν πολυέχει σημασία.

Πραγματική σημασία εννοώ.

Μόνο να βλέπεις ουρανό.

Όσο πιο πολύ ουρανό γίνεται.

Κι αν κάποτε τον καλύπτουν με ψηλά κτήρια

και κακόγουστες διαφημιστικές πινακίδες,

αν τον θαμπώνουν πίσω από λάθος προτεραιότητες,

εσύ να τα γκρεμίζεις όλα αυτά που αποσπούν την προσοχή.

Να ψάχνεις πάντοτε ένα καθαρό κομμάτι του και «να βλέπεις ουρανό».

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Έλα




Δεν είναι περίεργο να τραγουδούν άλλοι τις σκέψεις σου?

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

Χάρισε μου....



Χάρισε μου μια πυξίδα.

Να βρω που επιτέλους ορίζομαι να πάω.

Δώσε μου την κορφή ενός βουνού να κατοικίσω.

Να μη σταματά το μάτι, και η ανάσα.

Και όλα ελεύθερα να ρέουν.

Οι άνεμοι, οι θύελλες, οι φοβέρες.


Χάρισε μου ένα αστέρι.

Άσε τους χάρτες δεν θέλω πια οδηγίες.

Ένα σημείο αναφοράς.

Ένα φάρο που λάμπει.

Κι ας μην τα φτάσω ποτέ.

Φτάνει να ξέρω ότι υπάρχει.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Για σένα.



Πετάω τα παπούτσια που μου σφίγγουν τα πόδια.
Καλτσάκια στο διάολο!
Πετάω το παντελόνι το μπλουζάκι το σουτιέν ό,τι με πιέζει.
Τσιμπιδάκια κοκαλάκια μεικ απ σιχτίρια βλαμμένους .
Πετάω από πάνω μου ελπίδες. Βραχιόλια κασκόλ κολλημένους.
Δεν θα έρθουν καλές μέρες.
Οι μέρες θα είναι όλες πουτάνες αλλά μερικές φορές εγώ δε θα πληρώσω το λογαριασμό.
Πετάω από πάνω μου ανθρώπους.
Αυτούς που θέλουν, αυτούς που δε θέλουν, αυτούς που θα μπορούσαν να θέλουν.
Κρατώ μια φωτογραφία σου ταυτότητας κρυμμένη στη τσάντα μου.
Το τελευταίο προπύργιο της συνειδητότητας μου.
Το τελευταίο χαρτί πριν το Δαφνί.
Η τελευταία μου αντοχή είναι τα μάτια σου.
Κι ότι αυτά μπορεί να χρειαστούν από μένα.
Γιατί μπορεί να κάνω τα πάντα.
Τα τρελά τα ανομολόγητα τα θλιβερά.
Μα για σένα μπορώ να κάνω τα απίστευτα. Απλά.
Κι όταν όλα γίνονται μπλαβί, ηλιοβασιλέματα μελανιές και μάτια.
Όταν όλα θολώνουν και δεν υπάρχει ορίζοντας, φάρος μου είσαι εσύ.
Κρατιέμαι για να είμαι εκεί όταν με χρειαστείς.
Και μετά, -ευτυχισμένη γέφυρα-, θα γκρεμιστώ όταν περάσεις.

Τι όμορφο που είναι να αγαπάς έτσι!!!

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Ιδανικές συνθήκες




Έχω μια βάρκα δεμένη στο λιμάνι.
Τραμπαλίζεται χρόνια μονάχη.
Φθαρμένο χρώμα και σπασμένη λαγουδιέρα.
Χωρίς άγκυρα. Τρύπιο πανί.

Ήθελα βλέπεις να έχει ήλιο όταν θα ξεκινήσω.
Ήθελα να είναι όλα σωστά.
Ιδανικές συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας.
Ήρθαν λοιπόν οι μπόρες και την βρήκαν δεμένη.
Της έσπασαν τον τσαμπουκά πριν καν ανοιχτεί.

Ήθελα να έρθουν και οι φίλοι μαζί.
Να φυσάει ο μπάτης.
Να ακούγονται γέλια και αυτοί που μένουν πίσω να ζηλεύουν.
Ωραίες εικόνες, που σου χαρίζουν χαμόγελα.

Τώρα φυσάει και σε λίγο θα αρχίσει να βρέχει.
Κανείς δε γελάει γιατί έφυγαν όλοι.
Μόνος με μια σάπια νιτσεράδα.
Το σχοινί στο ντόκο κοντεύει να σπάσει.

Πηδάω μέσα.
Με ένα ξερό “κρακ” κόβεται και ο λώρος.
Δεν υπάρχουν ιδανικές συνθήκες.
Τα κύματα γιγαντώνουν.

Η λιακάδα δεν έρχεται να σε βρει.
Παλεύεις να τη συναντήσεις.
Με ένα σκαρί που τρίζει, χωρίς τιμόνι,
Με μια εσωτερική ανάγκη. Χωρίς προορισμό.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

...μια απλή μέρα.

Ξυπνάς ένα πρωί. ίδιο με τα προηγούμενα.

Όμως κάτι μέσα σου φτερουγίζει.

Ένα χαμόγελο χωρίς αιτία πάει να σχηματιστεί.

Και εκεί που όλα παραμένουν γκρίζα και συννεφιασμένα,

Εσύ νοιώθεις τη ζεστασιά της πρώτης ακτίνας πριν σκάσει ο ήλιος.

Φοβάσαι να πιαστείς, αλλά η γλύκα της χαράς που μπορεί να έρθει είναι πλάνα.

Ανασαίνεις βαθιά και το χαμόγελο που πάλευε να κρυφτεί σχηματίζεται στα χείλη σου.

Ας είναι σήμερα μια εύκολη μέρα, σκέφτεσαι.

Ας είναι σήμερα μια απλή μέρα.

Αμήν.



Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

7-0




Πως μ' έχεις νικήσει έτσι, την αήττητη?

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

Το κενό




Όταν μια σταγόνα πέφτει σε κενό δοχείο, ακούς τον ήχο της πολλαπλασιασμένο να μεταφέρεται. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο μέσα στο δοχείο. Η σταγόνα σκάει με όλη τη δύναμη της ύπαρξής της..

Το κενό είναι επικίνδυνο όταν βρίσκεται μέσα σου.
Ό,τι πέφτει, αντηχεί εκκωφαντικά.
Αντηχούν οι λέξεις.
Αντηχούν οι πόνοι.
Πιο πολύ αντηχούν οι σιωπές. Το κενό τις γιγαντώνει.
Στο κενό αντηχούν οι απουσίες… -κι είναι τόσο κρύο.

Αναζητάς μια πολύχρωμη ζακέτα να σου ζεστάνει την πλάτη,
ή ένα μπράτσο να κάτσει γλυκά στον ανατριχιασμένο σου σβέρκο.
Η θαλπωρή μπορεί και να γίνει φωτιά, να σε κάνει να ξεχάσεις
Αν υπάρχει κενό όμως ούτε η φωτιά θεριεύει, ούτε η θαλπωρή μένει.

Το κενό είναι επικίνδυνο όταν βρίσκεται μέσα σου.
Κάνεις απερίσκεπτα πράγματα για να το γεμίσεις.
Μα δεν αντέχεται. Δεν αντέχεται.
Και μετά δεν αντέχονται οι φάτσες που έβαλες να γεμίσουν το κενό σου.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Bbbh



Άνοιξες μια μεγάλη τρύπα και έπεσες μέσα.
Τεράστια και μαύρη.
Big Bad Black Hole
Σου φταίει κανείς?

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Τα ρούχα

Ήταν πολλά ρούχα.

Χρωματιστά, με λουλουδάκια με φατσούλες με μπιχλιμπιδάκια επάνω.

Τα έβγαζα απ τη ντουλάπα και τα έβαζα στη βαλίτσα.

Κι αναρωτιόμουν γιατί φοράς συνέχεια σκούρα.

Τόσο όμορφα μπλουζάκια.

Γιατί φοράς συνέχεια εκείνα τα ξεχειλωμένα…

Τα δίπλωνα σε στοίβες και τα έστελνα στη λήθη τραβώντας το φερμουάρ.

Σκεφτόμουν αυτά είναι ρούχα που φοράνε οι χαρούμενοι άνθρωποι.

Κι εσύ έχεις ξεχάσει πως είναι να γελάς που και που.

Δίπλωνα βραδινά και σκεφτόμουν αν τα φόρεσες ποτέ.

Δίπλωνα τα «καλά» και ένοιωθα μέσα μου ένα θυμό που θέριευε.

Κι όσο περνούσε η ώρα και οι στοίβες μεγάλωναν,

Μεγάλωνε και ο απελπισμένος ο θυμός μου.

Σε ποιόν να θυμώσω?

Σε σένα?

Με ποιόν να θυμώσω?

Με μένα?

Ανήμπορη και μόνη και απελπισμένη αλλά όχι όσο εσύ.

Όχι όπως εσύ.



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

Η εκδρομή




Την Κυριακή. Με μηχανή. Σε μια όμορφη διαδρομή.
Να ξεφύγεις από τις Ερινύες.
Ξεκινάς με ήλιο και βροχή. Ακριβώς όπως η διάθεσή σου.
Θέλεις να χαρείς, αλλά έρχεται μια σκέψη και φέρνει τη λιακάδα τούμπα.
Θέλεις να αφήσεις το σφίξιμο που σε δένει κόμπο σε αυτή τη γωνία.
Σε εκείνη τη γωνία, στην επόμενη γωνία.
Όλα είναι μαγκωμένα επάνω σου και όπως αφήνεις την πόλη πίσω σκέφτεσαι
«Από πού τρέχω να ξεφύγω? Αφού όλα μέσα μου είναι».
Σχεδόν λυπάσαι τώρα που το τοπίο αλλάζει σε πιο όμορφο.
Λυπάσαι που δεν μπορείς να ξεφύγεις, χαλιέσαι μέσα σου.
Κατρακυλούν σκουπίδια δύσοσμα οι σκέψεις.
Κοιτάς κλεφτά πίσω από την πλάτη σου.
Τόσα χιλιόμετρα και αυτά επιμένουν να σε ακολουθούν.
Σε μια στροφή μια κατολίσθηση.
Όγκοι χώματος μεγάλοι να κλείνουν το δρόμο.
-«Κοίτα τι έκανε η βροχή»!
-«Η βροχή το έκανε αυτό? Οι ψιχάλες?
Αυτά τα μικρά πραγματάκια πόση δύναμη κρύβουν»!!!
Κι έτσι απλά, έφυγε το μυαλό.
Άνοιξε ξαφνικά ο ήλιος τα παράθυρα και πέταξε απ έξω τη σκοτεινιά σου.
Άνοιξαν τα μάτια σου και είδαν το λαμπύρισμα της λίμνης.
Το παιχνίδισμα από τα σύννεφα.
Ξέρει η φύση να φυτρώνει μέσα σου.
Δέντρα μεγαλώνουν εκεί που κουτρουβαλούσαν τα σκουπίδια
Μόνο ρετσίνι και χώμα νοτισμένο μυροβολάει.

Γι αυτό οι θλιμμένοι αγναντεύουν τη θάλασσα
Γι αυτό οι σκοτεινιασμένοι πάνε βόλτα στο βουνό.
Το αέναο μηδενίζει την ύπαρξη.
Σου δείχνει πόσο περαστικά είναι όλα.
Δεν έχει σημασία αν λυπάσαι. Δεν έχεις σημασία.

Και αυτό είναι τόσο ανακουφιστικό…


Ευχαριστώ για την συμβολή στην ψυχοθεραπεία Πισπιρίκι.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Τα απολεσθέντα



Μήπως βρήκε κανείς την ισορροπία μου?
Την έχασα προχτές,
ανάμεσα στις διαχωριστικές γραμμές.
Διπλές ήταν το μόνο που θυμάμαι.
Ούτε περιοχή μπορώ να σας πω.
Το κορμί κουρασμένο, το μυαλό μου θολό.

Μήπως βρήκε κανείς την ηρεμία μου?
Μου την πήραν την Πέμπτη στο τραμ.
Κάποιος με έσπρωξε, κάπου μου ‘πεσε
Κι όλα έγιναν γης μαδιάμ.
Σταματήστε τους φώναξα, θα κατέβω στη στάση
Μα ο δίπλα ψιθύρισε πως είχε ήδη περάσει.

Αν τα βρείτε, κρατήστε τα.
Μην τα πάτε στα απολεσθέντα.
Θα περάσω το υπόσχομαι όταν βρω και τα άλλα κλαπέντα.
Την αγάπη τη θύμηση, το φιλί και τον πόθο.
Τα παράξενα σχέδια στου σπιτιού του τον τοίχο.
Θα περάσω τ’ ορκίζομαι όταν όλα τελειώσουν
Όταν φτάσουν τα ράμματα τις ρωγμές να ενώσουν.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Ωραία χρώματα ντυμένο το τίποτα.



Μόνος σου. Είσαι η καλύτερη παρέα σου. Η λιγότερο ψεύτικη.
Δε σου ζητάς να υποκρίνεσαι να συγχωρείς, να ξεχνάς.
Μόνος σου. Καλυτερότερα αναιμακτότερα.
Να διεκδικείς με τον εαυτό σου το παιχνίδι σου.
Να μην περιμένουν οι άλλοι να διεκδικείς γι αυτούς.
Να μη δίνεις λογαριασμό. Να μην υπάρχει λογαριασμός.

Μόνος σου. Δε σε φτάνουν οι ώρες να σαι μόνος σου.
Κανείς δεν καταλαβαίνει και όλοι σε ενοχλούν.
Ο μόνος δεν υποφέρει από μοναξιά. Από το πλήθος υποφέρει.
Από τα ανούσια σχόλια. Από το δήθεν ενδιαφέρον.

Υποφέρει και από κάτι άλλο.
Από την αβάσταχτη ελαφρότητα της ματιάς τους.
Από την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι τους.
Λες και η βαρύτητα δεν τους έπιασε. Σαν τις φούσκες.
Γεμάτες και κενές ταυτόχρονα.

Μόνος σου. Να μείνεις μόνος σου. Οι φούσκες σκάνε.
Είναι πολύχρωμες και τραμπαλίζουν ευχάριστα.
Σκάνε όμως και σε τρομάζουν.
Ωραία χρώματα ντυμένο το τίποτα.
Κι εσύ το βάζεις να σου ομορφαίνει τις γωνιές…. Τις άδειες…


Βάζεις κάτι όμορφα άδειο να σου ομορφαίνει το άδειο

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Φτάνει!



Τι θόρυβο κάνει η καρδούλα σου όταν σπάει?

Γιατί πάντα τρομάζει τα πουλιά?

Γιατί σήμερα ακούγεται εκκωφαντικά η σιωπή?

Κι αυτός ο βόγκος που όλο έρχεται αλλά ποτέ δε φτάνει?

Που είναι το τέλος?

Γιατί δεν λάμπει τίποτα?


Αυτή η σκοτεινιά που αναβλύζει απ τα μάτια σου,

όλο τρέχει να φωλιάσει στα δικά μου.

Κάποτε όλα ήταν χαμόγελα. Μεγάλα.

Τώρα μεγάλα είναι τα ναυάγια. Και οι πένθιμες γιορτές.


Και δεν είναι η απώλεια που πονάει

Ο φόβος της είναι που σου γδέρνει την ψυχή.

Δεν θέλεις άλλο πια.

Φτάνει!


Σταμάτα να διώχνεις γιατί φοβάσαι την απώλεια.



Κράτα το σόου σου μαϊμού.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Καλή αρχή Μπιχλιμπίδα μου





Καμία αρχή δεν την γνωρίζεις αν δεν γίνει. Μην φοβάσαι. Το μόνο που έχει σημασία είναι να αντεπεξέλθεις παλικαρίσια. Μικρή πρόταση – μεγάλη κουβέντα.

Εσύ μια μικρούλα είσαι, ένα τόσο δα πραγματάκι στο άπειρο, πρέπει να βρεις τη λιονταρίσια σου καρδιά σε αυτό το κορμάκι και να την προκαλέσεις να ξυπνήσει. Να βρυχηθεί. Να την ακούσουν οι γύρω και να τρομάξουν. Να σε υπολογίσουν. Να σε φοβηθούν. Να σε σεβαστούν.

Όταν μεγαλώσεις, και γίνεις βουνό, όταν ψηλώσεις και φτάσεις στα αστέρια, τίποτε από όλα αυτά δεν θα έχει σημασία. Μα τώρα που είσαι σποράκι, που κοιτάει δειλά από κάτω από το χώμα και στραβώνεται με το φως του κόσμου, τώρα που είσαι δελφίνι που βουτά στο πιο μεγάλο και σκοτεινό βάθος, ελπίζεις και εύχεσαι το τσαγανό σου να μη σε αφήσει. Να σε βγάλει παλικαρίσια μέχρι το τέλος!!!

Ξέρεις, όλα τα μεγάλα δέντρα κάποτε ήτανε σποράκια. Και όλα τα απάτητα βουνά κάποτε ήτανε ένας κόκκος σκόνης. Όλα τα βάθη των ωκεανών απέραντη έρημος, και όλα τα αστέρια ήταν ... αστέρια. Όπως εσύ.
… Έτσι, για να έχουμε πάντα σημείο αναφοράς!

Να σου πω ένα μυστικό? Θα μου λείψεις απέεεεεραντα...

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Τα λάθη



«Έχω μια ντουλάπα γεμάτη λάθη. Θέλεις να τη δεις»?
Σου λέω και σου κλείνω το μάτι.
Κι εσύ σαν γνήσιος κουτσομπόλης μου λες «ναι», και σπεύδεις να θαυμάσεις.
Όλο περηφάνια σε πηγαίνω μπροστά στο μαυσωλείο μου.
«Δίφυλλη είναι», λέω καμαρώνοντας. Ανοίγω. «Κοίτα»!
Κάνω ένα βήμα πίσω να θαυμάσεις. Και μια θεατρική κίνηση voila!
«Είσαι περήφανη και φαίνεται» μου λες θαυμάζοντας τα καλοδιπλωμένα λάθη.
Κοκκινίζω από ευχαρίστηση για το κομπλιμέντο.
«Καλοσύνη σου, μια μέρα θα τα καταφέρεις κι εσύ» λέω γενναιόδωρα.
«Κοίτα αυτό», το ξεδιπλώνω και το ρίχνω πάνω μου.
«Το έκανα ένα βράδυ που έβρεχε, και από πίσω είναι όλη η σειρά που ακολούθησε».
«Όλα τα βράδια που έβρεχε» λέμε και οι δυο γελώντας συνωμοτικά.
Με ξέρεις μπαγασάκο. Δεν μπορώ να αντισταθώ στα λάθη.
Όπως άλλοι συλλέγουν γραμματόσημα εγώ πλατσουρίζω στις λούμπες απ τα λάθη.
Άμα είναι μεγάλα κάνουν πλάαααφ και μου γεμίζουνε τα μάγουλα ρυάκια.
Άλλα πάλι είναι μικρά και ήρεμα, αλλά τα κάνω με την ίδια τσαχπινιά.
«Κοίτα αυτό»!
«Το έκανα σε κεινο το νησί με τα μωβ ηλιοβασιλέματα και τ’ άσπρα σπίτια.
Γι αυτό είναι λίγο θλιμμένο και πολύ μαβί. Είδες πως πάει με τα μάτια μου»?
Συμφωνείς και γνέφεις. Ευτυχώς που βρήκα και σένα που εκτιμάς τα ανεκτίμητα.
«Μια μέρα θα σου δείξω και τη χειμερινή ντουλάπα μου». Σου λέω όλο νάζι.
«Δεν ξέρω τι με πιάνει, και τους χειμώνες μεγαλουργώ τα μάλα».
Με κοιτάς με ζήλια και πας κάτι να πεις…
«Δε χρειάζεται» σου λέω.
«Σου έχω απεριόριστη εμπιστοσύνη».
και σκέφτομαι – να η αρχή ενός ωραίου λάθους….

Φεγγάρια, ροδάκινα



Σε μια συναυλία…

Έπιανες μια νότα, και ήταν σαν να καβάλαγες τη ρυτίδα του αέρα. Στροβιλιζόσουν στα κουτούκια, έπαιζες με τα αφρούδια της θάλασσας, βούταγες σε σκοτεινές σπηλιές. Κι όλα αυτά με μια τόσο δα μικρούλα νότα. που έφερε την παρέα της μαζί, και όλοι γινήκατε παρέα. Παρέα ταξιδιάρικη, Πουθενά δε σηκώθηκες να πας, μα παντού σε ταξίδεψαν απόψε. Παντού ήσουν και τίποτα δε σε ένοιαζε. Σήκωνες το κεφάλι και έβλεπες το φεγγάρι και ήξερες ότι όπου και να πας, το ίδιο φεγγάρι θα βλέπεις, και με ένα φίλο σαν το φεγγάρι, ο κόσμος γίνεται λιγότερο άγριος. Φωτίζονται οι σκοτεινές γωνιές, και είναι πλεονέκτημα να υπάρχει μια γνωστή φάτσα στην παρέα.
Εγώ σήμερα λοιπόν, ήξερα το φεγγάρι. Και δεν ένοιωσα μόνη. Ούτε φοβήθηκα όταν αυτός μου έπιασε το χέρι. Ήξερα το φεγγάρι και το ήξερε κι αυτός. Μου το έδειξε και μου είπε «πάμε»? «Πάμε» του απάντησα. Είναι ωραίο οι άλλοι να μαντεύουν τον προορισμό σου. Καθίσαμε σε μια πέτρα που ασήμιζε από το φως. Χορηγία του κοινού γνωστού μας και μιλάγαμε.
Μου έλεγε πως κάποτε που ήθελε να συναντήσει το φεγγάρι, είχε βουτήξει στα ασημιά νερά μιας θάλασσας τη νύχτα. Συμφώνησα πως αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να το συναντήσεις. Κι εγώ του είπα, πως μια άλλη νύχτα, έβαλα μια αχτίδα στα μαλλιά μου, και αυτός συμφώνησε πως αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να βρεις αυτό που γυρεύεις.
Σε βρήκα του είπα, και έγειρε και με φίλησε. ΄Ενα φιλί σα ροδάκινο όλο γεύση και άρωμα, που έλεγα πως δεν έχω ξαναφιληθεί ποτέ μου. Ωραίο φιλί ατελείωτο.
Κάποιος κρυφογέλαγε πάνω από τα κεφάλια μας, αλλά δεν του έδωσα σημασία του σκανταλιάρη φίλου μας. Ήθελα κι άλλο φρούτο να γευτώ. Μερικές φορές το φιλί, για το φιλί και μόνο, είναι απόλαυση. Είναι… είναι… είναι… είναι… η πιο βαθιά ηδονή. Η πιο έντονη ανάγκη. Κι αυτός ήξερε να με φιλάει ακριβώς έτσι. Χωρίς προορισμό. Μόνο και μόνο για το φιλί.
Ζαλίστηκα τόσο, που δεν ήξερα κατά που πέφτει ο ουρανός. Δεν ήξερα κατά που είναι το φεγγάρι. Και τότε κατάλαβα πως ήμουν στο φεγγάρι. Πρώτα μέσα στην αγκαλιά του και μετά πάνω στο φεγγάρι. Σήκωσα το κεφάλι, κοίταξα γύρω μου, και δεν είδα τίποτα γνωστό. Μα δε με πείραζε πια, είχα μάθει την αγκαλιά του.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Τρύπια βάρκα



Μπαίνεις μες στη βάρκα σου και πας.
Κι όλοι σου λένε μην ανοίγεσαι, είναι τρύπια η βάρκα και θα βουλιάξεις.
Θυμάσαι την προηγούμενη φορά? Που σ’ έσωσε μια ξέρα?
Και ήρθαμε και σε βρήκαμε? Μην ανοίγεσαι…
«Όχι, λες». Θα πάω! «Θα πάω το μεγάλο μου ταξίδι. Αυτό που πάντα ονειρευόμουν.
Να δω ορίζοντες, νέες στεριές, η βάρκα μου θα με πάει. Το ξέρω.
Κι αν είναι τρύπια, θα προσέχω. Θα την μπαλώνω. Θα την προσέχω».
Χαράζεις μια γραμμή, ξεχνάς τα γονικά σου.
Το ταξίδι θέλει αφοσίωση και πίστη. Όχι μισές καρδιές.
Τις τρώει ολόκληρες φρεσκοκομμένες.
Σ’ αγκαλιάζουν όλοι και σε φιλούν. Σου εύχονται καλό ταξίδι..
Σ έναν φευγάτο ταξιδιώτη τι να πεις?
«Καλό ταξίδι, να προσέχεις»!
Κι ύστερα τρέχουν στον φαροφύλακα κάτω στο μεγάλο βράχο.
Να σε προσέχει. Να σε συντρέχει με το μάτι του. Να τους φωνάξει…

Μπαίνεις μες στη βάρκα σου και πας.
Κι όλο κοιτάς τον πάτο με μια ρυτίδα πα στο μέτωπο.
΄Ετσι χάνεις τον ορίζοντα. Χάνεις το ταξίδι. Χάνεις το σκοπό.
Ανοίγεσαι και σκοτεινιάζει. Χάθηκες απ τα μάτια τους χάθηκε το λιμάνι.
Χαίρεσαι και φοβάσαι. Που είναι οι νέες στεριές? Είναι σκοτάδι ακόμα, θα φανούν…
Περνάει η νύχτα, ξημερώνει. Ίδια είναι ακόμα τα νερά.
Πέρα μακριά, στ άβλεπα ο φαροφύλακας να σ έχει έννοια.
Είναι γέρος, και ξέρει.
Οι βαρκούλες δεν κάνουν για βαθιά νερά, για μεγάλα ταξίδια.
Με μια ρυτίδα στο μέτωπο κοιτάει ακόμα τον ορίζοντα.
Πονάν τα μάτια η καρδιά του, πονάν οι θύμισες και η γνώση.
Ξέρει, πως όσες βαρκούλες έφυγαν για τα μεγάλα τους ταξίδια,
ποτέ δε γύρισαν και ποτέ δεν έφτασαν.
Άλλες τις φούρλισε ο αέρας,
άλλες βρήκαν στην πλώρη τους καράβια κι ούτε που ακούστηκε το κρακ!
Κι άλλες δεν τόλμησαν ποτέ να ταξιδέψουν.
Κρυμμένες βρίσκονται ακόμα και περιμένουν να βρουν θάρρος να φανούν.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Να ξέρεις



Να ξέρεις.
Πιο δύσκολο είναι να ξέρεις.
Καλύτερα άγνοια να δηλώνεις.
΄Ετσι δε χρειάζεται να είσαι στη μέση.
Να κρατάς αποστάσεις. Να λες μισές αλήθειες.

Να ξέρεις.
Πάντα θέλεις να ξέρεις.
Να μην αγνοείς τα σημαντικά.
Να μπορείς να ελίσσεσαι.
Έτσι όμως χάνεις τον ύπνο σου.
Χάνεις τους φίλους σου, τους αγαπημένους,
και την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους.

Να ξέρεις.
Στη γνώση όμως φτάνεις πάντα μόνος.
΄Εχεις αφήσει πίσω σου τους άλλους.
Όταν πια μάθεις,
έχεις γευτεί όλη την πίκρα της μοναξιάς.
Κι όταν φτάσουν κι οι άλλοι,
Κανείς δε θέλει να σε ακούσει.
Θα μάθουν κι αυτοί.
Κάνοντας τα δικά τους λάθη.

Μα τότε, δε θέλεις πια να ξέρεις.

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

50 % ...ΚΑΤΩ ...



Ένας διαλυμένος άνθρωπος μέσα στο κουτί του.
Μέλη σκορπισμένα ανάκατα.
Ένα μάτι πράσινο να σε κοιτάει κενά.

Οδηγίες χρήσης λειψές.
Τρείς σελίδες όλες κι όλες, λείπει η μεσαία.
Λείπει το σωστό κλειδί που θα σφίξει τις βίδες.

Κοιτάς το κουτί και προσπαθείς να αποφασίσεις
Αν αξίζει τον κόπο να ασχοληθείς.
Κουνάς το κεφάλι, και επιστρέφεις το κουτί στο ράφι

Δεν θα ψωνίσεις σήμερα.

Ένας διαλυμένος άνθρωπος μέσα στο κουτί του.
Περιμένει τις εκπτώσεις.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Είμαι φέσι......



Επιτέλους!!!

Είμαι φέσι φέσι φέσι φέσι φέσι φέσι φέισ φέισι φίεσι φέσι σφοεσει φέσι φλέισι φ΄σει σφέσι φέσι φέισι φέσι φέισι φέρι σφέσι φέσι φέσι φέισ φέισ φέσι φέσι φέσι φέσι φέισ φέδι φέσι φέσι φέσι φέισ φέσι φέσι φέσι φίε΄σί φέισ ΄φε΄σιφέσι φέισ φέδι φέσι φέσι φ΄σδι φέιδι φέσι φ΄σι φέδι φέσι φέσι φέσι φίεσ φέσι φέισι φέσι φέσι φέσι φέσιφέσι


και γιατρέ μου πως με αρέσει πως μ ε αρέσει πως με αρέσει πως με αρέσιε..,,,,,,

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Άδεια





Αδιαφορείς στις κλήσεις στο κινητό, στα μηνύματα στον υπολογιστή, αφήνεις το τηλέφωνο να χτυπάει με τις ώρες.
Ποιοι είναι όλοι αυτοί?
Τι θέλουν? Γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ?
Χτυπούν το τζάμι της πόρτας και κλείνεις μάτια και αφτιά.

Κοιτάς τις επαφές σου. Κοιτάς τα χέρια σου.
Και τα δυο είναι άδεια. Κανένα ενδιαφέρον. Άδεια.

Κλείστε την πόρτα. Κλείστε την.
Δεν είμαι εδώ, και θα αργήσω να γυρίσω.
Κλείστε το δρόμο. Τα περάσματα.
Ότι ήρθε μέχρι σήμερα έφερε μόνο λύπη.
Σβήστε κάθε ίχνος. Να μην υπάρχει παραλήπτης.
Μόνο αράχνες να υφαίνουν.
Και να σας κλείνουν τα ανοίγματα.
Να σας κλείνουν απ έξω.
Γιατί το μέσα το πατήσατε, το μασήσατε, το φτύσατε, το λερώσατε, το πονέσατε, το χλευάσατε τόσο, τόσο, που δεν έχει μέσα άλλο πια. Χάθηκε κι αυτό. Πάει.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

΄Ετσι…




Αυτό το ένστικτο μερικές φορές θέλω να το τσαλακώσω σαν παλιόχαρτο και να το πετάξω στα σκουπίδια.
Είναι πολύ κουραστικό να ξέρεις πριν καταστρωθεί το σχέδιο.

Είναι σαν να βλέπεις άγνωστο έργο που έχεις γράψει το φινάλε.

Στο τέλος αναρωτιέσαι προς τι τα χειροκροτήματα.
Δεν ήταν και κανα μπλοκμπαστερ.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

΄Αμποτε.





"Μη χαιρετάς ανθρώπους που δεν έχουν να σου πουν τίποτα".


Α ρε Νίκο, μεγάλη κουβέντα…
Οι περισσότεροι δε θα λέγαμε λέξη στους περισσότερους.
Ευλογημένη ησυχία…

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Μη με ρωτάς "που είσαι"




Σταμάτα να ρωτάς «που είσαι»
Δε θα με βρείς.
Σε κείνη τη γωνιά που μου άφησες το χέρι, -δεν είμαι πια.
Βολόδερνα για ώρες, ή μήπως ήταν χρόνια?
Γι αυτό μη με ρωτάς «που είσαι».
Δεν ξέρω.
Έψαξα κι εγώ για λίγο να γυρίσω.
Μα ήταν τόσα πολλά αυτά που ήθελα να δω.
Ήταν τόσες σειρήνες στο διάβα μου.
Και κάπου σκεφτόμουν ότι έχω προορισμό
Αλλά θόλωναν οι αναμνήσεις και έπαυαν οι φωνές.
Χάθηκα.

Τώρα, σε μερικές στροφές, κάτι νομίζω πως θυμάμαι.
Μα είναι η ανάμνηση αερικό και όλο μου φεύγει.
Κι άλλες φορές, δίπλα σε μια θάλασσα, νομίζω ότι έρχεται το άρωμά σου.
Μα πάλι κάνω λάθος. Δεν υπάρχει κανείς. Πάντα άλλοι παρεμβάλλονται.
Χάνονται όλα.
Κι όταν ακούω ένα όνομα, γυρίζω. Μα ούτε θυμάμαι σε ποιόν ανήκει.
Όπως τα κύματα στην ακτή σβήνουν τα βήματα,
Έτσι κι εγώ έχασα το δρόμο του γυρισμού.

Αν είσαι στη γωνιά του δρόμου που μου άφησες το χέρι, - δε θα ‘ρθω.
Κι αν ότι νοιώθω είναι πόνος, κι αυτός θα φύγει.
Γι αυτό μη με ρωτάς «που είσαι».
Δε θα με βρεις.
Τίποτα δε γυρίζει πίσω.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

Μικρές σκηνές καθημερινής τρέλας.




Ταπ ταπ!
Χτύπημα στον ώμο. Γυρνάς. «Ωωωωωωω…»αναφωνείς βλακωδώς.
«Τι κάνεις»? Ταυτόχρονα πασχίζεις ματαίως να θυμηθείς το όνομά του. «Εεεεε…χμ… είσαι καλά? Πόσο καιρό έχουμε να ειδωθούμε ρε παιδί μου»? (εξακολουθείς να μη θυμάσαι όνομα).
«Πως χαθήκαμε έτσι? Ναι ναι μια χαρά. Όλοι καλά».
(Που στο καλό τον ξέρω και αυτός που ξέρει τους άλλους? Αναθεματισμένη τεκίλα!)
«Ναι, φυσικά και να βρεθούμε, στα ίδια μέρη συχνάζουμε άλλωστε»!
(…αλλά αυτόν από πού τον ξέρεις δεν ξέρεις).
«Χάρηκα που σε είδα, φιλιά!»

Κάνεις τρία βήματα και αναστενάζεις με ανακούφιση. Ρε μπας και ήταν στο “Blue”? Ρε μπας και ήταν στο περίπτερο? Ρε μπας και ήταν από καμιά προηγούμενη δουλειά? Τι οικεία φάτσα! Σκέφτεσαι: “Δεν θα ξαναπιώ τεκίλα. Αυτά τα κενά μνήμης είναι τρομακτικά ώρες ώρες. Και αυτές οι ξαφνικές αναλαμπές μετά από καιρό με κάνουν κι ανησυχώ διπλά”.

Μπαίνεις στο Zara να χαζέψεις και να σε χτυπήσει λίγο το Α/C να ξελαμπικάρεις.
«Γειά σου Χριστίνα». Γυρνάς. Αυτή τώρα δε σου θυμίζει απολύτως τίποτα. «Εεεεε…γειά. Τι κάνεις»? «Μια χαρά» σου απαντάει και σε ενημερώνει πως παντρεύτηκε, και εκείνο το αγοράκι που κοιτάει κάτω από την κουρτίνα του δοκιμαστηρίου τις κοπέλες που αλλάζουν είναι ο γιόκας της.
-«Τι σκ….χαριτωμένο!»«Όχι όχι εγώ δεν παντρεύτηκα. Ναι, τυχερά είναι αυτά» λες όλο καρτερικότητα και μακαρίζεις την τύχη σου καθώς βλέπεις το σκασμένο να τρέχει ανάμεσα στους διαδρόμους με ένα σουτιέν στο χέρι και μια αλλόφρων πωλήτρια να το κυνηγάει να του το πάρει.
«Χάρηκα που σε είδα, φιλιά!»

Βγαίνεις κακήν κακώς και κατεβαίνεις την Αγίου Νικολάου. Μπανίζεις ένα ήσυχο καφέ και αφήνεις το κορμί σου να σκάσει σε μια καρέκλα. Έχεις αρχίσει και ανησυχείς σοβαρά για τη διανοητική σου κατάσταση. Θέλεις καφέ, και ένα κουβά παγωμένο νερό καπέλο. Πλησιάζει να σου πάρει παραγγελία ο Σπύρος.
-«Ρε Σπύρο καλημέρα. Τι κάνεις? Εδώ έπιασες δουλειά? Μπράβο». Σε κοιτάει ξαφνιασμένος.
-«Εεεεε…χμ… είσαι καλά? Πόσο καιρό έχουμε να ειδωθούμε ρε παιδί μου»?
Το κενό στο βλέμμα του υποδηλώνει την πλήρη άγνοια του για το ποια είσαι.

Χαχαχαχαχχαχαχχχχχαχαχαχαχα Ξεσπάς σε ασυγκράτητα γέλια.

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

O Μάμολας



Όλα άρχισαν όταν είδε εκείνη τη ρημάδα τη φωτογραφία.
-Ρε συ! Το μηχανάκι μου είν’ αυτό?
- Για να το δω, έχει αφιέρωμα στα παρτάλια?
- Αν είναι δυνατόν! Πως το χει βγάλει έτσι ο Ταρζαν? Γόνατο κάτω?
- Έτσι σου φαίνεται, γλύστρα έχει φάει μάλλον και την τραβήξανε πριν φάει τον μπίστο. Όπως οδηγείς εσύ, σου τραβάω πενήντα τέτοιες τη βόλτα
-Λες να την έχουν τραβήξει λίγο πλαγιαστά και να φαίνεται έτσι?
-Ναι, και μετά στραβώσανε και το βουνό από πίσω και του φέρανε και την άσφαλτο μέχρι το γόνατο.

Του ‘γινε ψύχωση το γόνατο. Όλη μέρα τη φωτογραφία κοίταγε. Του υπέδειξα μερικές μικροδιαφορές. Πρώτον, ο Ταρζάν φορούσε περισσότερο δέρμα απ’ τον μέσο κροκόδειλο. Ο Γιώργης οδηγούσε με μπλουζάκι «Ψησταριά Γαλήνη- Όλα στα Κάρβουνα». Σορτς που έλεγε Be Cool και σαγιονάρα. Δεύτερον ο τύπος φορούσε κράνος που ήσουν σίγουρος ότι σε πυρηνική καταστροφή θα επιβιώσουν αυτός και οι κατσαρίδες. Ο Γιώργης φορούσε μια μπαντάνα με τον Τουίτι. Τρίτον η μηχανή στη φωτό ήταν μεν του Γιώργη, αλλά δεν είχε ούτε λάστιχα Γκουσγκούνη ούτε φρένα “άρχισε να φρενάρεις γιατί πρέπει να στρίψουμε τρία στενά παρακάτω”.

Τον είδα δυο βδομάδες αργότερα στην εθνική οδό. Βλέπω ξαφνικά στους καθρέφτες ένα μαύρο πράγμα με χιλιάδες αυτοκόλλητα να πλησιάζει τάπα. Αφού μετά βίας απέφυγα τον εμβολισμό κι ετοίμαζα τα καντήλια, τον γνώρισα με τα δερμάτινα.
-Παναγιά μου, η Ζωζώ Σαπουντζάκη.
-Ψώνισα.
-Δεν ψώνισες, την ψώνισες. Τι είν’ όλα αυτά που φοράς?
-Εξοπλισμός μοτοσυκλέτας.
-Να πάρεις και σκάφανδρο γιατί έχει κάτι παρατεταμένες που βλέπουν θάλασσα.
-Θα τ’ ακουμπήσω το γόνατο ρε, που να σε δω τούμπανο.
Και εξαφανίστηκε στο ηλιοβασίλεμα.

Ντριν!
-Έλα.
-Έλα ρε Μάμολα. Τ’ ακούμπησες το γόνατο προχθές?
-Ναι.
-Θηρίο ρε! Άντε, και στο παγκόσμιο.
-Και τον αγκώνα ακούμπησα.
-Ρε άσε το παραμυθ….
-Και την ωμοπλάτη. Και τον κοκοβιό. Και τα καπάκια. Και το φέρινγκ. Και τις εξατμίσεις. Και το δεξί μου μπούτι. Όλα τ’ ακούμπησα.
-Σε ποιο νοσοκομείο είσαι?
-Βενιζέλειο
-Έρχομαι.

Βρήκε κάποιους έμπειρους που του έδωσαν tips.
-Πρέπει να βγάζεις το σώμα σου απ’ τη μοτοσυκλέτα.
-Το βγάζω.
-Όχι μέχρι το βουνό απέναντι, πιο λίγο.
-Καλά.
Το δοκίμασε κι αυτό.

Ντριν!
-Έλα
-Έλα.
-Περιφερειακό Γενικό.
-‘Ερχομαι. Τον πήρε κάποιος μαζί του να του δείξει γραμμές, αλλά χυμάρανε αγκαλιά σε μια παρατεταμένη. Μετά πήγε με έναν πιο έμπειρο, αλλά αυτόν τον εμβόλισε ο Γιακουμής στα φρένα. Άλλοι δοκίμασαν τη θεωρητική προσέγγιση.
-Πριν μπεις στη στροφή που κοιτάς?
-Τι νοσοκομείο διημερεύει.

-Η άσφαλτος φταίει.
-Το ότι είσαι κουλός δεν βρίσκεις να έχει κάποια σχέση?
-Κοίτα μια άσφαλτο στη φωτογραφία.
-Ναι. Αυτοί στα περιοδικά στρώνουν δική τους άσφαλτο για να στρίψουν. Έχουν δικές τους μπετονιέρες.
-Έχω βρει μια καλή στροφή ογδόντα χιλιόμετρα από δω. Την Κυριακή θα πάω.
Πήγα μαζί του. Σιγά μην έχανα το θέαμα. Στα αριστερά μας, με 90 κιλά ο διεκδικητής Γιώργης από το Ρέθυμνο με White power, Sinisalo, Arai, χλωρίνη Kleenex, Viacal κτλ. Ο οποίος μοιάζει με διαφημιστική ταμπέλα απ’ τα αυτοκόλλητα, και κάνει burnout με το ύφος του Σπύρου Καλογήρου πριν πλακώσει τον Πρέκα στις μάπες στο «Επαναστάτης Ποπολάρος». Στα δεξιά μας, η Στροφή περιμένει απαθής Την Επίθεση Του Μάτρακα.
-Πρόσεξε κάθαρμα Λύκο, να βγάλεις καλή φωτογραφία.
-Μην στεναχωριέσαι, και να μην βγάλω εγώ θα βγάλουν οι εφημερίδες.
-Μήπως να περιμένεις στην έξοδο?
-Για να λένε “καλό παιδί ήταν ο κακομοίρης και του ’ρθε μια κουρούτα κατακούτελα με 160 και τον χάσαμε”? Καλά είμαι και εδώ.
-Καλά. Πάω.
Και πάμε. Lights. Sound. Action.

“And they are off” που λένε και στα GP. Έχω σκαρφαλώσει στα βράχια προσπαθώντας να υπολογίσω την απόσταση που θα σβουρίξει ο μάτρακας έτσι και του φύγει και αν με πετυχαίνει. Πρέπει να παραδεχτώ ότι είχε βελτιωθεί τα μάλα. Να τα περάσματα. Να και οι καλές γραμμές. Να και το “χαστούκι”. Να και το γόνατο κάτω. Να και ένα Σιμπιαραράρ εξακόσια. Που έρχεται ανάποδα. Με έναν ημίτρελο απάνω που πάει τάπα. Και χάνει και το σημάδι για τα φρένα. Γκράου. Όλα τα ακουμπήσανε. Και οι δυο. Γόνατα, τρικέφαλους, ραχιαίους, τα πάντα. Αγόρασαν και κάτι εκτός σχεδίου κομμάτια ωραία, φως, νερό, τηλέφωνο. Τουλάχιστον του ‘φυγε το μαράζι. Για λίγο όμως.
“Ωωωω! Κοίτα ρε ένα έντο!”

(Απο το περιοδικό Moto "στο στόμα του λύκου" του Λάζαρου Αλεξάκη)

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Αυτό είσαι.



Πάνω στα βότσαλα που περπατάς, και στους αφρούς που σου βρέχουν το πρόσωπο υπάρχει μια πνοή που σου χαϊδεύει το μέτωπο. Είναι το δικό μου το φιλί.
Κι εκεί που αμέριμνα πίνεις το ποτό σου και αγκαλιάζεις με τα μάτια σου τον κόσμο, ένα μικρό κομματάκι του κόσμου σε αγκαλιάζει απαλά. Είναι η σκέψη μου.
Ακούς γέλια και πειράγματα, ανταποδίδεις γέρνοντας το κεφάλι, υπάρχει ένα χέρι που σου σφίγγει συνωμοτικά το δικό σου, είναι το μυστικό που μοιραζόμαστε.
Τα μάτια σου λάμπουν κι εγώ τα βλέπω στ' αστέρια, αναστενάζεις και κουνιόνται τα φύλλα στον κήπο μου, κι ας είμαστε μίλια μακριά, κι ας είμαστε αιώνιες χαμένες Ατλαντίδες.
Μια σκέψη σου, και η θλίψη παύει. Γλυκαίνει η θύμηση, κλείνουν τα μάτια.
Αυτό είσαι.
Ομορφιά κάτω από τα βλέφαρα, η αιτία που κάνει τα χείλη μου να χαμογελούν.
Αυτό είσαι.
Ακριβά πληρωμένο μου λάθος.
Το ομορφότερο.

Ψάξε άλλους.




Αν χρειάζεται να ζητήσεις βοήθεια από τους φίλους σου, τότε ψάξε άλλους.
Αν χρειάζεται να εξηγείς γιατί εξαφανίστηκες, ή αν χρειάζεται μόνο να δίνεις,
αν νοιώθεις ότι δεν θέλουν να ξέρουν πως περνάς γιατί η δική τους πραγματικότητα τους καταπίνει. Ψάξε άλλους.
Αν ποτέ δε σε ρωτούν τι κάνεις αλλά σου λένε τι έκαναν αυτοί,
αν βλέπεις απογοήτευση στα μάτια τους επειδή δεν είσαι αυτό που θέλουν ή νόμιζαν ότι είσαι, ψάξε άλλους.
Αν δε σε κοιτούν στα μάτια γιατί ντρέπονται, αν σου λένε «ναι» αλλά πράττουν όχι, αν σου λένε «πες μου» αλλά ποτέ δεν ακούνε, ψάξε άλλους.
Αν οι φίλοι σου βρέθηκαν δίπλα σου πάντα στο χαμόγελο και ποτέ στη σκοτεινιά,
αν δε θέλουν να ξέρουν την αλήθεια σου αλλά βολεύονται με το «όλα καλά» σου, ψάξε άλλους.
Αξίζεις την αγάπη που δίνεις χωρίς όρους.
Οι απλοί γνώριμοι μπορούν να κάτσουν γαλαρία.

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Τι αξίζει




Τον τελευταίο καιρό, είμαι πραγματικά ευτυχισμένη μόνο όταν είσαι εσύ καλά.

Το βουητό




Βουίζουν τ’ αφτιά μου. Σαν να βρίσκομαι κάτω από το νερό, ενώ στην επιφάνεια επικρατεί τρικυμία. Εδώ κάτω όλα γίνονται με τη λογική του slow motion. Τίποτα δεν προλαβαίνει να με ξαφνιάσει. Βλέπω τα πάντα να έρχονται και έχω το χρόνο να προσαρμοστώ. Λες κι έχω κάνει βουτιά, για να αποφύγω τα μεγάλα κύματα, το χαμό. Βρίσκω παρηγοριά σε μια κατάσταση μουδιάσματος. Μόνο που βουίζουν τ’ αφτιά μου, και σε λίγο τελειώνει η ανάσα μου.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008

Αέναα




Όταν τελειώνει, το προσμένεις με μια ανανεωμένη διαστροφή.
Ξέρεις πως περνάς τις τελευταίες στιγμές.
Γλυκόπικρες σε βασανίζουν.
Όταν τελειώνει, και πριν η αυλαία σκουπίσει το σανίδι,
Έχεις ξεμπερδέψει με τη χαρά του, έχεις κουραστεί με τον πόνο του φευγιού.
Όταν τελειώσει, θα κοιτάξεις πίσω άλλη μια φορά σκοτεινιασμένα
και ενοχλημένα που η ζωή για μια ακόμη φορά επανέλαβε τον εαυτό της.