Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Μαύρη τρύπα




Όταν το βάρος μου γίνεται αβάσταχτο,
Εκει, κοντά στο τέλος της μέρας,
Κουβαλάω το σαρκίο μου στη θάλασσα.
Το ρίχνω μέσα, να πάρει άνωση,
Να γινει ελαφρό.
Τόσο βάρος δεν αντέχεται,
Ανακουφίζομαι επιπλέοντας παρακαλώντας να με πάρει το ρέμα επιτέλους.

Άλλες φορές, κάθομαι στην άκρη, εκεί που σκάει το κύμα, στην προκυμαία, και προσπαθώ να φανταστώ το βάθος. Προσπαθώ να φτιάξω μια εικόνα για το τι υπάρχει κάτω από τα πόδια μου. Όταν την ολοκληρώνω φαντάζομαι ότι βγάζω τη μαύρη τρύπα που έχω στο στήθος και με υπεράνθρωπη προσπάθεια την πετάω στη θάλασσα. Τότε, καθώς η τρύπα πέφτει στο βυθό, ρουφάει όλο το νερό, όλο τον κόλπο, τη θάλασσα τον ωκεανό, όλους τους ωκεανούς. Τελικά μένει  ο πλανήτης  χωρίς νερό γιατί όλο αυτό το κενό, δεν έχει τρόπο να χορτάσει. Τότε από ντροπή για τον εγωισμό μου, κουτρουβαλάω στο στεγνό βυθό, φτάνω στην τρύπα μου, και την παίρνω στα χέρια μου. Με αποστροφή την ξαναβάζω στη θέση της. Στο στήθος μου. Καθώς λοιπόν στέκομαι εκεί, στο στεγνό βυθό, στην απόλυτη μοναξιά, αναβλύζω. Επιστρέφω το νερό στη θέση του. Στον κόλπο, τη θάλασσα τον ωκεανό, όλους τους ωκεανούς. Φεύγει το νερό, επιστρέφει πιο δυνατό το κενό. Αλλά δε με νοιάζει πια.
Επιτέλους πνίγομαι. 
Κυριολεκτικά!