Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Άβυσσος η σύσταση



Μένω στην οδό Γαλήνης. Δυο λεύκες κι ένας μύρτος κατοικούν μαζί.
Τρείς σταγόνες θλίψης που μυρίζει δυόσμο.
Απ’ αυτόν που σου άρεσε στα γεμιστά.
Δεν έχω αρθμό 0 Λουντέμη, όλοι οι αριθμοί στ άπειρο πάνε.
Δεν έχω κωδικό. Μόνο μια εσώτερη ανάγκη για ησυχία.
Μια μελαγχολική διάθεση κι ένα γόο.
Παφλάζουνε τα κύματα στο σκαλοπάτι μου.
Πάνω στην πέτρα άνθρωποι σκάνε.
Αφρίζουν και μετά χάνονται στη λήθη.
Η ίδια σκηνή αιώνες τώρα. Η ίδια αλμύρα.
Έρχονται και χαρές. Χτυπάνε την πόρτα με την μπουκαμβίλια.
Τις αφήνω μέσα. «Περάστε»!
Περνάνε. Μετά φεύγουν με τα σύννεφα.
Φορές φορές φεύγω κι εγώ.
Ταξίδια.
Οι λεύκες θροΐζουν και περιμένουν το γυρισμό μου.
Ο μύρτος σοβαρός.
Ο δυόσμος σώνεται γιατί τη θλίψη μου την κουβαλώ μαζί.
Όταν γυρίσω… γυρνάει κι αυτός.

Αυτά είναι τα στοιχεία μου.
Κι εσύ που ήθελες να μου στείλεις γράμμα
Θ’ αφρίσεις πάνω στο σκαλοπάτι.
Όπως όλοι. Όπως πριν.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Οπόποτε



Δε γαμιέται….

Έχουμε κοροϊδευτεί πολλές φορές.
Μια ακόμη, τι πειράζει….

Έχουμε κλείσει τα μάτια μας μπροστά στο οφθαλμοφανές…
Μια ακόμη, τι σκατά….

Άλλος σου είπαν πως θα είσαι.
Άλλος.

Άλλος είσαι, κι άλλος μπορείς να γίνεις.
Κι ας υποκρίνεσαιι. Κι ας οσκαρίζεις.
Με όποια επιτυχία, το κάλπικο βρωμάει ενίοτε. Πάντοτε.

Οπόποτε!

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Ξεβρακωτέλα



Μου αρέσει να γυρίζω
γυμνή μέσα στο σπίτι,
κι επειδή πάντα υπάρχει
κάποιος παρών,
τις σπάνιες φορές που
είμαι μόνη μου
απολαμβάνω να σουλατσάρω ξεβράκωτη.

Στη Σαντορίνη
σε ένα δυαράκι
τέσσερα κορίτσια
περιφερόμασταν με
το κοστούμι της Εύας
-η ονείρωξη κάθε άντρα-
Σαν επαρχιακό μπουρδέλο.

Τώρα όλο και πιο συχνά,
αναρρωτιέμαι σε τι μας χρησιμεύουν
αυτοί οι ηλίθιοι περιορισμοί που μας κυκλώνουν.
Μετά βγαίνω έξω στην αυλή...

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Σςςς


Χαμογέλαγα χαμογέλαγα χαμογέλαγα

Έχω πιάσει τις άκρες των χειλιών μου με δυο παραμάνες απ’ τ’ αφτιά.

Βγάζω φωτογραφίες πολαρόιντ,

Τους δείχνω πως χαμογελούν,

Πειθήνιοι συμμορφώνονται.

-Είσαστε ευχαριστημένοι?

-Βεβαίως, Απαντούν,

-Τι άλλο μπορώ να κάνω για σας?

Ενημερώστε με!

Πειθήνια κι εγώ.

Κατά πως πρέπει να γίνονται τα πράγματα.

Μα θα κάνω μια βουτιά, μακριά θα φτάσω,

Εκεί μακριά και μόνη μου, τυλιγμένη στο απύθμενο

Θα βγάλω τα χαμόγελα και θα τα δώσω να τα φαν’ τα ψάρια.

Θα βγάλω σκέψεις βλέψεις κι ότι έχει μείνει ν’ αντέξεις.

Θα βγάλω κάτι ψιλο-υστερίες, κάτι μικρές ανησυχίες

Μα πάνω απ όλα θα βγάλω τον πραγματικό εαυτό,

Αυτόν που για μένα τον φυλώ.

Να λουστούμε, να μπανιαριστούμε, να βαπτιστούμε απ την αρχή.

Μπας και καταφέρουμε και βγει κι η βδομάδα αυτή.



Σςςςςς.

Ας σωπάσουν όλα!



Κυριακή 12 Ιουλίου 2009

Δίνες





Η δίνη είναι ένα μπαγάσικο πράμα.
Εκεί που ξέρεις που έχεις βάλει τα πράγματα σου,
Τα έχεις τακτοποιήσει όλα κομπλέ,
Ανοίγει μια πόρτα και μια δίνη κάνει τον κόσμο σου καινούριο.
Αγνώριστο. Ψήγματα από αυτά που ήξερες ανακαλύπτονται μόνο και μόνο για να σου θυμίσουν ότι δεν σε απήγαγαν οι εξωγήινοι, ότι είσαι ακόμα εδώ.

Μετά δίνης εποχή λοιπόν…

Δεν αναγνωρίζω τον κόσμο μου.
Κάτι σπασμένες κούπες με πείθουν ότι είμαι όπου και πριν.
Κάτι σπασμένα παιχνίδια. Ρόδα από αυτοκινητάκι, το μάτι από έναν κλόουν…
Δεν ήξερα πως γίνονται έτσι τα πράγματα.
Εγώ τα είχα τακτοποιημένα. Εγώ τα είχα ασφαλή.

Αλλά η δίνη είναι ένα μπαγάσικο πράμα.
Άλλαξα κι εγώ τα πάνω κάτω.
Κοιτάω να αναγνωρίσω ψήγματα.
Τι μου απέμεινε, και τι ακόμα θα πετάξω.
Να ξεκινήσω να φτιάχνω εμένα ξανά,
Με τα λιγότερα, και τα λιτότερα.

είναι πολλά αυτά που πρέπει ακόμα να ξεφορτωθώ

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Σκόρπια φύλλα στον άνεμο.



Σκόρπια φύλλα στον άνεμο.
Εμείς που ήμασταν μια γροθιά
Εμείς που αγαπιόμασταν σε ένα φτωχικό τραπέζι
Κι όλοι οι πλούσιοι ζήλευαν τη χαρά μας.

Το ένα φυλλαράκι χώμα γίνεται – ψυχή μου –
Το άλλο κύρτωσε απ το βάρος έφυγε η λάμψη απ τα μάτια.
Το τρίτο χάθηκε μακριά, χάθηκε ο δρόμος.
Κι η μοναξιά του ακούγεται εκκωφαντικά.
Το πιο μικρό δρέπει ανέμους, καβάλησε τη χίμαιρα και πάει.
Αυτό που έμεινε, κοιτάει, κοιτάει, κοιτάει… τις άδειες θέσεις

Και η μεγάλη βασίλισσα βουτάει στο κενό

Η τελευταία φορά που ήμασταν όλοι μαζί είναι η πιο σπαρακτική στιγμή μας...

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Αυτό, το σκοτεινό το βλέμμα.



Σε μια στροφή, κάτω από μια γέφυρα.
Μπλε σκοτεινή φιγούρα.
Βλέμμα τρυπάει το κρανίο.
Έμεινα με τις τσάντες στο χέρι.
Μέσα στον ήλιο.
Για ώρα.
Αυτό το βλέμμα το ξέρω.
Το ξέρω.
Αυτό το βλέμμα σου λέω.
Τόσο κρύο, να σε καίει.
Να σε αγγίζει απαλά σαν αεράκι…
…. Και να σε σβουρίζει στον απέναντι τοίχο.

Ααααααχ.
Ανατρίχιασα από ευχαρίστηση.
Επιτέλους.
Ένα σημάδι. Μια αναγνώριση.
Κι άλλος από αλλού.
Μου δωσε σημάδι.
Σε έναν τοίχο, σε μια στροφή, κάτω από μια γέφυρα.
Είναι κι άλλοι? Αναρρωτήθηκα.
Μοιάζουμε? Με έπιασε η περιέργεια.
Όταν τους ακούει να μιλάνε τι νοιώθει?

Κοίταζα το γκράφιτι ακόμα.
Ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη.
Οι τσάντες μου έκοψαν τα δάχτυλα.
Μια άκρη τους ξέφυγε και τα ροδάκινα κατρακύλισαν τον κατήφορο.
Κατήφορος…. Τι ωραία λέξη!
Σκεφτόμουν καθώς έβλεπα τα ροδάκινα να σκορπίζονται.
Ξαναγύρισα στο βλέμμα.
Σ’ ευχαριστώ! Σχηματίστηκε η λέξη στο κεφάλι μου.
Σ’ ευχαριστώ! Είπα δυνατά.
Σ’ ευχαριστώ που δεν είμαι μόνη μου.

Έκλεισα τα μάτια και φύλαξα αυτή τη θάλασσα του μπλε του σκοτεινού
Στο πιο ακριβό μου συρτάρι.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Τα ισόβια δεσμά




Κάνω μια ψεύτικη δουλειά,
Για ψεύτικους ανθρώπους.
Για βίτσια. Για μόστρα. Για το τίποτα.

Η πιο ευτυχισμένη μέρα στη ζωή μιας γυναίκας.
Μπουρμπούτσαλα.

Όμορφοι και λαμπεροί απ έξω.
Να βάλουμε στρασάκια μέχρι και στο μουνί μας.
Να είμαστε ευτυχέστεροι των ευτυχισμένων.
Για να ζηλεύουνε….

Τόσο ψευτίδι πώς ν΄ αντέξεις και να μην χάσεις τη μπάλα?

Κάνω μια δουλειά που αφορά το ξεκίνημα της ζωής δυο ανθρώπων.
Τέτοια απελπισία στα βλέμματα, ούτε στην τελευταία μου θητεία στο νοσοκομείο.
Τέτοιο άγχος για να μην ξεφτίσει η κορδέλα,
Να είναι στο σωστό τόνο η γραμματοσειρά στο προσκλητήριο,
Να βάλει πέπλο ή κορώνα….

Μερικές φορές νοιώθω ότι παίζω σε μια κωμωδία,
Και όπως όλοι οι πετυχημένοι κωμικοί,
Γελάνε οι άλλοι, όταν παθαίνω εγώ.

Τελευταία βάζω στοιχήματα.
Τρείς μήνες, ένας χρόνος, δύο.
Λες και είμαι στον ιππόδρομο και λέω ποιος θα τερματίσει.
Γκανιάν ξεκινάνε όλοι.
Άλλο αν ψωριάζουν πριν το φίνις.

Τρελαμένος κόσμος.
Συμβιβάζονται.
Κάτι φοβούνται.
Δεν έχω ανακαλύψει τι.
Το χρόνο? Τις ρυτίδες? Τη μοναξιά?
Αταίριαστα ζευγάρια καταδικασμένα.
Πως είναι δυνατόν να μη το βλέπουν?


Μήπως θα έπρεπε να φοβάμαι κι εγώ?
Να κρεμάσω στρασάκια στο μουνί μου?

Μπα… Όταν κλείνει η πόρτα και τελειώνει το πανηγύρι,
Προτιμώ τη δική μου τη μοναξιά. Του άλλου με κουράζει.