Μέτρησα 67 βήματα. Ξανά και ξανά. Κατέβαζα τα σκουπίδια από το
σπίτι μου στο κάδο. 67 βήματα στον δεξί, 62 στον αριστερό. Σήμερα πέταξα ένα
σωρό αχρηστίες. Γέμισα τους κάδους μέχρι επάνω. Κάτι όνειρα που λίμναζαν
κρυμμένα. Δυο ενοχές που με βάραιναν στην ανάσα. Τις αποφάσεις που αθετούσα
κάθε φορά που τις έπαιρνα. Πέταξα, πέταξα, πίκρες από ανθρώπους που πια δεν
έχουν σημασία. Γιατί να έχουν οι πίκρες τους? Κάτι κακίες που είχα κρατήσει για
να προστατευτώ. Τι σημαίνει τώρα αυτό? Πως με το να γίνομαι χειρότερη άξιζα προστασία?
Κάτι άχρηστες ιδέες, δεν ξέρω που τις κόλλησα, και κάτι πεποιθήσεις φερμένες απ
τη μάνα μου, ξεκόλλησαν επιτέλους από το πετσί μου. Τι σημαίνει να είσαι
κοινωνικά αποδεκτός?
Ξεκουράστηκα για λίγο, και άρχισα την ψυχανάλυση. Τι άλλο
θέλω να πετάξω. Αν κάπνιζα, θα άναβα τσιγάρο. Έβαλα αντί αυτού ένα κρασί, και απόλαυσα
το άρωμα της πρώτης γουλιάς.
Ήθελα να πετάξω κι άλλα, αλλά όλο κρύβονταν σε σκοτεινές
γωνιές και δεν μπορούσα να τα αναγνωρίσω. Οι φόβοι κυρίως. Είναι καλοί στο
κρυφτό, κι εγώ εθελότυφλη γαρ σκόνταφτα επάνω τους. Ξέρω ότι θα ξαναγυρίσω σ’
αυτό, αλλά επιτέλους πέταξα και κάνα δυο
από δαύτους.
Θα μπορούσα να συνεχίσω όλη μέρα. Αλλά βρέθηκα μπροστά σε κάτι
ασήκωτο. Μια θλίψη αέρινη σαν άχλη, βαριά σαν ατσάλι να καθίζει πάνω μου σα
σκόνη. Πως πετιέται αυτή? Έστρεψα το βλέμμα μου αλλού. Ορισμένα πράγματα δεν
μπορείς να τα πετάξεις αποφάσισα, και σήκωσα τους ώμους.
Έφτασα λοιπόν στο τελευταίο. Στεκόμουν εκεί απέναντι, και το
κοιτούσα. Ανίκανη να αποφασίσω τελικά. ΄Ενας καθρέφτης μου έδειχνε το είδωλο. Όλες
τις αλλαγές που είχα υποστεί. Πόσο ο χρόνος με είχε αγγίξει, πόσο η ρυτίδα στο μέτωπο είχε βαθύνει. Κοιτούσα για ώρες. Μετά με πήρα αγκαλιά και μέτρησα 67
βήματα. Νομίζω ότι με το γδούπο χαμογέλασα.
Μετά την ηλιόπαυση, το voyager 1 βρίσκεται σε άγνωστα συμπαντικά
μονοπάτια.