Δεν έχω τίποτα, δεν ανησυχώ για τίποτα.
Άνοιξε ο καιρός, πάω βόλτα.
Ήσυχο μυρωδάτο βράδυ.
Ελάχιστοι στο δρόμο.
Είμαι γαλήνια μετά από καιρό.
Τίποτα δεν έχω και είναι ευλογία.
Ήμουν πνιγμένη σε ασφυκτικό κενό και ξαφνικά κάνω απλωτές στο τίποτα.
Μα αυτό το τίποτα είναι όμορφο, είναι διαφορετικό.
Το ξέρω γιατί όπως περπατούσα χαμογέλασα. Από μέσα. Βαθιά.
Εφυγαν όλοι. Καλύτερα. Όχι πια βάρη.
Δε μου χρωστάει κανείς και ξεχρέωσα μέχρι δεκάρας.
Είμαι χρυσαλίδα και είναι άνοιξη.
Και ξέρω κάτι.
Ενστικτωδώς.


Μια ανάσα και μετά πολλές...



