Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Κανένας.


Ξεντύθηκα τον εαυτό μου.
Τον δίπλωσα τακτικά στις γωνίες.
Τον έβαλα σε ένα κουτί ΝΟΥΝΟΥ
Η αποθήκη που έκλεισα πίσω του, έτριξε ενοχλημένη.
Δε μ’ ένοιαζε.
Τί ανακούφιση!
Τόσο βάρος...
Τόσο βάρος να λείπει, μόνο καλό μπορεί να είναι.

Νομίζω πως θα χάσω και το κλειδί.
Αυτόν τον εαυτό δεν θα τον ξαναβρώ.
Κι ας είναι καθαρός και τακτικά διπλωμένος.
Κι ας είναι αυτός που ξέρουν όλοι.
Θα το χάσω το κλειδί, και Κανένας θα γυρνώ.
Εγώ, ο Κανένας, που κανένας δεν θα ξέρει.
Εγώ, ο Κανένας, πουθενά δεν θ’ απαντώ.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Ενοικιάζεται...




Βηματίζω αργά στο άδειο σπίτι
Σε κάθε βήμα, αναμνήσεις.
Στο άνοιγμα της πόρτας ένα ξανθό αγοράκι.
Μασουλάει μια μπάλα και θέλει να παίξουμε.
Στην κρεβατοκάμαρα μια μελαχροινή μπέμπα αραχτή πάνω 
στον πατέρα της φοράει ένα αστείο δαντελωτό κορμάκι.
Κάτι πρωινά στην κουζίνα κοιτώντας τη θάλασσα.
Αυτός ο ορίζοντας, χρόνιος ψυχοθεραπευτής.

Μπαίνω στο παιδικό δωμάτιο 
και η φαντασία μου γεμίζει τον άδειο χώρο παιχνίδια.
Ένα πιτσιρίκι κουτρουβαλάει στην τσουλίθρα στο σπιτάκι της chicco.
Ένα άλλο μου κάνει «τσα» απ τα παράθυρα.
Προχωράω στο σαλόνι, αναπολώ τα χειμωνιάτικα βράδια, 
την θαλπωρή τυλιγμένη γύρω μας σαν κουβέρτα.
Ένα μουτρωμένο κοριτσάκι με κοιτάει με τεράστια μάτια.
Πως τα χρόνια που πέρασαν την έκαναν μια χαμογελαστή παπίτσα που δεν πρόλαβα να χορτάσω!
Ακουω στρεπεκλά βήματα στα πλακάκια. 
Το αγοράκι περπάτησε εδω μέσα. 
Ξαφνικά έφυγε απο την πολυθρόνα και ήρθε στην αγκαλιά μου. 
Και μέσα σε μια ανάσα έκανε ποδήλατο στο μπαλκόνι κι εγώ κυνήγαγα να το πιάσω.

Εδώ βρήκα την αδερφή μου. Δέθηκα μαζί της, την ανακάλυψα ξανά.
Μου άρεσε να παρατηρώ τη ζωή της.
Όλα καινούρια, τα έκανε πρώτη.
Κι εγώ στις κερκίδες παρατηρούσα πως είναι η ζωή των μεγάλων.
Εδώ η πυξίδα μου βρήκε Βορά.
Ένοιωσα πως είναι μια αγαπημένη οικογένεια.

Καταλήγω στον καθρέφτη στο μπάνιο.
Μου ανταποδίδει το βλέμμα ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι.
Μια άγραφη πλάκα που μαθαίνει απ τις ζωές των άλλων.
Τα μάτια της αντικρίζουν μια ακαθόριστα γνωστή γυναίκα.
Μου γνέφει. Με αναγνώρισε.
Μείνε κορίτσι στον καθρέφτη λίγο ακόμη.
Μείνε πριν έρθει το κύμα της ζωής
και σε φέρει τραμπαλίζοντας απ αυτή τη μεριά.
Κράτησε τις αναμνήσεις μου γλυκιά μου. Αυτές τις αθώες.
Είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχω.
Είναι η βάση μου, η αρχή της ενσυνείδητης ζωής μου.

Στέκομαι στην εξώπορτα.
Διπλώνω τη νοσταλγία μου και τη βάζω 
στην τσέπη που έχω στη θέση της καρδιάς.
Σ’ αυτό το σπίτι ένα ζευγάρι θα ξεκινήσει σε λίγο τη ζωή του.
Σκεπάζω νοερά τους άδειους τοίχους 
με το περίσευμα της αγάπης που ένοιωσα εδώ.
Κλείνω την πόρτα και εύχομαι καλή αρχή.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Οικογενειακή φωτογραφία.



 

Έλα να κρυφτούμε πίσω απο το δαχτυλάκι μου.
Χωράμε σου λέω.
Μή. Μη με κοιτάς στα μάτια.
Κοίτα αλλού. Τα γορδόνια σου.
Μαζί θα τελειοποιήσουμε το κρυφτό.
Πίσω απο το προφανές.
Πίσω απο το ανειλικρινές.
Πίσω απο τις καλές προθέσεις.
Έλα σου λέω.
Ακούω τι λες πίσω απο τις  λέξεις σου.
Και βλέπεις τι λέω πίσω απο τις σιωπές μου.
Έλα, έχει χώρο.
Το δαχτυλάκι μου μπροστά.
Και δυο κόσμοι ανάποδοι να κρύβονται απο πίσω.

Οικογενειακή φωτογραφία.

Η Σοφία έχει Αλσχάιμερ.




Είναι κανείς εδώ?
Μιλάω με ντουβάρια γυμνά απο μνήμες.
Περπατώ στο δωμάτιο που άλλοτε ήταν γεμάτο με μουσικές και κουβέντες.
Είχε και κάτι μεγάλες μπαλκονόπορτες, που έμπαινε το φως και ο δροσερός αέρας.
Είχε. Τώρα όλα τα ανοίγματα έχουν κλείσει.
Ένας απόηχος, κάποιοι ψίθυροι και αυτό είναι όλο.
Έχουν φύγει όλοι. Μια σκια της ιδιοκτήτριας σαν κάδρο, σαν αρνητικό φωτογραφίας.
Είναι εδώ, μα δεν υπάρχει. Αναχώρησε πρώτη. Περιμένει το κορμί να ακολουθήσει.

Μιλάω με το αρνητικό, και με ρωτάει πότε θα πάμε σπίτι της.
«Μα είμαστε σπίτι σου γλυκιά μου». Απαντώ προσπαθώντας να δέσω σαν άγκυρα το νεοκλασικό με τη συνείδηση που φεύγει.
«Να, κοίτα! Αυτοί είναι οι δίσκοι σου. Αυτά τα βιβλία. Θυμάσαι που με είχες βάλει να τα αρχειοθετήσω»?
Χαμογελάει αχνά. Δεν θυμάται. Το βλέπω στο πρόσωπο, αλλά προσπαθεί να μη με απογοητεύσει..
Που πήγε? Κοιτάζω αυτά τα γλυκά μάτια που δεν θέλουν να με στενοχωρήσουν, και ψάχνω να βρω τη λάμψη. Εκείνη τη δύναμη. Τις αστείρευτες γνώσεις που με ζάλιζαν.
-«Είσαι καλά»? Μου ξεφεύγει. Δεν θέλω να ρωτάω. Οι ερωτήσεις την μπερδεύουν.
-«Ναι» απαντάει, «είχα πάει με τον Ιάκωβο... και είδαμε το συγκρότημα.... με εκείνο τον ντράμερ .... που ήταν το αγόρι της... μωρε δε θυμάμαι» ... ακατάλυπτες λέξεις...
Μόλις δημιούργησε μια σαπουνόφουσκα. Μπήκε μέσα, και υψώθηκε στον αέρα για λίγα δευτερόλεπτα. Όσο που έσκασε. Και προσγειώθηκε ανώμαλα, περισσότερο μπερδεμένη.
-«Δεν πειράζει, πάμε στο κρεβάτι σου να ξαπλώσεις»...

Κάποτε αυτό το δωμάτιο ήταν γεμάτο χρώματα και μουσικές. Έξυπνες στιχομυθίες.
Τώρα κάτι μουντό, κάτι σαν ίχνος έχει πασπαλίσει τα πάντα.
Έφυγε ο μισός άνθρωπος, και ο υπόλοιπος αναχωρεί αργά και σπαραχτικά.
Καληνύχτα γλυκιά μου.
Άσε με να σε σκεπάσω.
Αύριο θα βρω κάτι ακόμα να λείπει.
Και δεν μπορώ να το δεχτώ. Δεν  θέλω.


ΚΛΕΦΤΗ! ΦΕΡΕ ΤΗ ΦΙΛΗ ΜΟΥ ΠΙΣΩ!