
...με μεγαλα αφτιά...
Ευχαριστώ για το μεθύσι. Το χρειαζόμουν!
Καθένας μας φοβάται διαφορετικά πράγματα.
Εγώ φοβάμαι τα άσπρα δωμάτια. Με τους εκτυφλωτικούς τοίχους.
Τη μυρωδιά του απολυμαντικού. Τους ραγισμένους σοβάδες.
Την εικόνα του Χρηστού. Τα κιτρινισμένα προσευχητάρια.
Έρχονται στιγμές που στέκεσαι μπροστά στο φόβο σου.
Αναμετριέσαι μαζί του.
Βγαίνεις λιγότερος ή ξεφεύγεις, δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει που στέκεσαι μπροστά του.
Μέχρι την επόμενη φορά.
Και αν συχνάζουν οι φορές, ο φόβος υποχωρεί.
Μαθαίνεις να υπάρχεις μαζί του.
Σε κρατάει γλυκά απ το χέρι.
Βρίσκεις ένα κρυφό σύντροφο.
Και δεν είσαι πια μόνος.
Ξέρεις πως δεν θα φύγει ποτέ.
Κι αν φοβάσαι,
Μαθαίνεις να αντέχεις.
Κάθε λίγο διάστημα, η μόδα της εποχής να το πω? Επιδημική ασθένεια να το πω? Ακούω τις ίδιες φράσεις απο όλους γύρω μου. Λίγο καιρό πριν το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν τα δάνεια. Κανένας δεν είχε λεφτά. Όλοι έτρεχαν να δανειστούν απο φίλους, να βγάλουν δάνεια απο τράπεζες, μέχρι που καταχρεώθηκαν όλοι και δεν πήγαινε άλλο, έμαθαν να ζουν με την καμπάνα πάνω απο το κεφάλι τους. Επίσης για ένα διάστημα είχαμε έξαρση στην αγορά δίτροχου. Οι μισοί ήθελαν να αλλάξουν τις μηχανές που είχαν και αυτοί που δεν είχαν ήθελαν να αγοράσουν καινούριες. Τακτοποιήθηκε και αυτός ο οργασμός. Τώρα παρκάρουν παντός είδους δίτροχα έξω απο το σπίτι μου. Μετά έπεσε επιδημία με αρρώστιες. Τίποτε ευχάριστο σε όλο αυτό, καμία χαρά να βγαίνεις απο το ένα νοσοκομείο που επισκέπτεσαι τον έναν για να πας στο άλλο νοσοκομείο να επισκεφθείς τον άλλον. Ξεσυνερίστηκαν όλοι ο ένας με τον άλλο και είχαμε κρούσματα απο παντού. Τώρα είμαστε στη περίοδο της κούρασης. Όλοι οι φίλοι μου έχουν μαύρα μάτια απο την κούραση. Παραπατάνε, νυστάζουν, σιχτιρίζουν, δουλεύουν απο το πρωί μέχρι το βράδυ και δεν τους φτάνουν οι ώρες. Απίστευτη κούραση. Δυο δουλειές, (για να βγάλουν τα δάνεια που λέγαμε νωρίτερα), αυξημένες υποχρεώσεις (να τρέξουν γι αυτούς που αναρρώνουν), να τους αφήνει η μηχανή και να τρέχουν μετά χωρίς μεταφορικό, ένα αλαλούμ, ένα πανικόβλητο τρεχαλητό που καταλήγει μπροστά στο μαξιλάρι το βράδυ που απο την πολύ την κούραση δεν έρχεται ο ύπνος. Στριφογυρνούν για να βολέψουν το πονεμένο κορμάκι τους, στριφογυρνούν γιατί αγχώνονται για το τρέξιμο της επόμενης μέρας, κούραση είναι και αυτή η πάλη με το μαξιλάρι. Όχι ξεκούραση. Μετά κοιτάω το δικό μου καθρέφτη και τα δικά μου ανακατεμένα σεντόνια, πόσο θέλω να ξαναγυρίσω να κλείσω τα μάτια και να ξεχάσω για μια εβδομάδα ότι υπάρχει κάτι άλλο πέρα απο τον ευλογημένο τον Ορφέα. Νομίζω ότι αυτή τη φορά με πήρε και μένα η μπάλα. Η μόδα της εποχής να το πω - επιδημική ασθένεια? Τα μαύρα μου μάτια κάνουν παρέα σε αυτά των φίλων μου.
Αυτό με τις εκφράσεις, «πρώτα ο Θεός, - αν θέλει ο Θεός», δεν το καταλαβαίνω. Τι τον νοιάζει τον Θεούλη φίλε μου αν εσύ θέλεις να πας οδοντίατρο τη Δευτέρα και τον βάζεις πρώτο? Σάμπως και έχεις σκοπό να πας εκκλησία την Κυριακή το πρωί και ανησυχείς μην πέσει μαζί με τον τρούλο στο κεφάλι σου?
Από τις λίγες επισκέψεις μου στο κατηχητικό, πριν ανακαλύψω τη χαρά της κοπάνας θυμάμαι αχνά αυτό που λέει «Μην χρησιμοποιείτε το όνομα του Κυρίου επί ματαίω».Εσύ τώρα γιατί του σκοτίζεις τον κώλο επειδή σου έκατσε να πας για μπόουλινγκ την Τρίτη το βράδυ? Έχεις βάσιμες υποψίες ότι στη φυλάει που δεν πατάς στον οίκο του και δε θα σε αφήσει να κάνεις στράικ από εκδίκηση?
Το ντελιριακότερο όλων το έχω ακούσει έξω από τράπεζα. «Αν θέλει ο Θεός θα αποπληρώσω το δάνειο»... Όχι ρε φίλε, δε πάει έτσι, αλλά που να σου εξηγώ τώρα γιατί εσύ δε θα αποπληρώσεις ποτέ το δάνειο, και γιατί αυτός δε θα έχει να κάνει με το γεγονός.....
Βρίσκεσαι μπροστά σε μια σκοτεινή αλάνα. Φοβάσαι. Απόλυτη ησυχία και αέρας που λυσσομανάει. .Διακρίνεις στο βάθος ένα λαμπάκι να τρεμοπαίζει. Πλησιάζεις και ξαφνικά λαμπιόνια και μουσικές σε καλωσορίζουν σε ένα λούνα πάρκ που αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια σου. Το δικό σου λούνα πάρκ. Κι από τα σκοτάδια και την ερημιά βρίσκεσαι μαζί του σε ένα κάθισμα που σε βολτάρει στον ουρανό. Τα γέλια που καμπανίζουν στ αφτιά σου είναι τα δικά του καλωσορίσματα στην ευτυχία. Πολύτιμες στιγμές. Μοναδικές!

Βάζεις έναν τοίχο αριστερά ίσαμε δυο μέτρα. Βάζεις και συρματοπλέγματα κουλούρες. Χτίζεις έναν τοίχο δεξιά με διπλά τούβλα χοντρά και άσχημη λάσπη. Πίσω σου υψώνεις μια μάντρα τεράστια με πλίθες και κάμερες ασφαλείας. Ολοκληρώνεις το έργο σου ρίχνοντας δυο μαντρόσκυλα να φυλάνε την περίμετρο μπροστά που βλέπει στο γκρεμό. Γαβγίζουν απειλητικά στα κύματα. Δεν τα χρειάζεσαι όλα αυτά. Ο κίνδυνος έρχεται από μέσα.

Και τι έγινε δηλ?
Κι αν πας αλλού, και αν οι φίλοι σου πάνε αλλού, κι αν φτάσεις κάπου που δεν υπάρχει κανείς... Τι έγινε δηλαδή?
Αν ήταν να πηγαίνουμε όλοι μαζί, θα είχαμε άσπρα μαλλιά και θα μας έλεγαν πρόβατα.
Ο καλός Θεούλης όμως έφτιαξε και τα κατσίκια. Πάνε ψηλά και πάνε μόνα τους. Ενώ τα πρόβατα ενοχλούν τους αγρότες με τα Toyota, τα κατσίκια μασουλάνε σε μια κορφή χαζεύοντας μακάρια τον ήλιο να δύει.
Και τι έγινε δηλαδή?
Κι αν πας εκεί που δεν πρέπει, κάτσε λίγο και στοχάσου. Στο “δεν πρέπει” περνάς καλά? Και αν ήσουν εκεί που “πρέπει” θα ένιωθες την ίδια γλύκα παντού να σε συνεπαίρνει?
Πολλά ερωτήματα, πολλές οι κατευθύνσεις και ένας ο προορισμός.
Εκεί που ορίζεσαι να πας.