Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

6 μήνες


Δεν...

Ο διάλογος με τον Γιάννη.



-Με συγχωρείτε…
-Συγχωρεμένος.
-Το πλυντήριο?
-Εκεί.
-Ξέρετε, χρειάζομαι μια γυναίκα.
-Σου φαίνεται.
-Θα θέλατε να…
-Μπα….
-Μα είμαι καλός.
-Κι αυτό σου φαίνεται.
-Το πλυντήριο που λέγαμε?
-Εκεί.
-Θα έρθετε?
-Όχι.
-Θα σας περιμένω.
-Δεν πρέπει.
-Επιμένω.
-Γκριζάρισαν τα μαλλιά σου ήδη. Βρες αλλού.
-Θα ξαναπεράσω αύριο.
-Να φοράς το πουκάμισο. Σου πάει.
-Γοητευτήκατε …
-Συγκρατιέμαι.
-Δεν πρέπει. Να πάμε για ποτό.
-Να πάτε.
-Θα κάνω μια τελευταία προσπάθεια.
-Μη.
-Μένω σε ξενοδοχείο.
-Γοητεύτηκα.
-Το πλυντήριο?
-Εκεί.
-Θα έρθετε?
-Στο ξενοδοχείο ή στο πλυντήριο?
-Παντού.
-Χαμογελώ.
-Καταπληκτικά ομολογουμένως.
-Εύγλωτος.
-Ασυναγώνιστη.
-Θα έρθω.
-Στο πλυντήριο?
-... ... ... ...

Όταν τα 49 είναι πολλά.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

Κοιτάς ψηλά


Γκρεμοτσακίζεσαι σε έναν απότομο γκρεμό,
Φτάνεις στον πάτο με μια κραυγή και αίματα.
Παρόλη την τρομάρα είσαι ακόμα εδώ,
Κοιτάς ψηλά, απ όπου έπεσες, και λες…
Δε θα ανέβω ποτέ πια.
Μουδιάζει το κορμί απ την τρομάρα.
Μετά σε μουδιάζει ο πόνος.
Σέρνεσαι στον πάτο του γκρεμού σβαρνίζοντας τα κέρατα σου στις πέτρες.
Ξύνεις τις οπλές σου στα χάτσαλα.
Δεν είσαι άνθρωπος πια.
Είσαι αίγα.
Κοιτάς ψηλά.
Το ένστικτο οδηγεί.
Στα πρώτα βήματα πονάς.
Σιγά σιγά συνηθίζεις.
Τον πόνο τον κάνεις σύντροφο.
Κάπου στην αρχή, γκρεμοτσακίζεσαι ξανά.
Μα δε σε νοιάζει πια.
Δεν είσαι άνθρωπος.
Είσαι αίγα.
Κοιτάς ψηλά.
Αρχίζει να βρέχει.
Γλιστράνε οι βράχοι.
Δεν έχει σημασία.
Δεν υπάρχει σκοπός. Ούτε στόχος.
Σε πάει το ένστικτο.
Και αυτό λέει επάνω.
Λέει να μην κοιτάς κάτω.
Να μη σε νοιάζει τίποτα.
Λέει πως δεν υπάρχουν χέρια να πιαστείς.
Ούτε δικά τους, ούτε δικά σου.
Δεν έχεις χέρια.
Είσαι αίγα.
΄Εχεις οπλές.
Όπλα.
Πείσμα.
Ένστικτο.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Έρημη

Τακτοποιώ τα συρτάρια

Μικροαντικείμενα. Μπλιμπλίκια. Μολύβια ματιών.

Αυτό που σου είχα βουτήξει και όταν το είχες ανακαλύψει τσίριζες.

Στον κάλαθο των αχρήστων.

Κάθε φορά που το βλέπω βουρκώνω.

Στιγμές που δεν γυρίζουν πίσω.

Το μανό που σε κορόιδευα όταν το φόραγες.

Η κυρία Καραμπαμπαμ σου έλεγα. Γέλαγες.

Τώρα το φοράω εγώ.

Ένα τραπεζάκι στα Ψηλά Αλώνια με πονάει που το κοιτάω.

Ήταν τότε που έκανα την πλάκα στο γυφτάκι και μ’ έβριζες και γέλαγες μαζί.

Σα δε ντρέπεσαι… μου λεγες!

Κι όσο γελούσες τόσο το χόντραινα εγώ.

Μικρές στιγμές.

Που να ξερα…

Πόσο δυνατές είναι οι μικρές στιγμές.


Καθαρίζω τα συρτάρια.

΄Εχει μαζέψει τόσα η ψυχή, που στα συρτάρια είναι περιττά.

Η χτένα που σου είχα πάρει τότε που ξαναέβγαιναν τα μαλλιά σου.

Το φουλάρι που δεν τολμάω να φορέσω στο λαιμό.

Τα σκουλαρίκια…

Δεν αντέχω.

Είναι τόσα κι άλλα τόσα κι άλλα ακόμα τόσα.

Κάθε φορά που βάφω τις βλεφαρίδες μου κάνω την ίδια γκριμάτσα που έκανες εσύ.

Δεν είμαι εσύ.

Θέλω να τους το πω.

Δεν είμαι εσύ.

Κάποιος με άφησε να γεμίσω τα παπούτσια σου.

Κι εγώ είμαι πολύ λίγη, πολύ μικρή, πολύ άλλη.

Κι όλα αυτά που συμβαίνουν είναι μισά χωρίς εσένα να τα μοιράζομαι.

Κι η δύναμη που είχα σώθηκε.

Η δύναμη που κράταγα τους τοίχους ψηλά, πάει.

Τα χέρια μου κουράστηκαν.

Τώρα ανοιχτές οι πόρτες και μπαίνουν τα δαιμόνια.

Ούτε να κρυφτώ δε θέλω.

Θέλω να κάνω ένα βήμα έξω από το σκαλοπάτι.

Μετά άλλο ένα. Κι άλλο. Πολλά βήματα.

Και ας ξέρω πως κανένα δε θα με φέρει δίπλα σου.


Τόσο διαφορετικές. Ήμασταν. Τόσο διαφορετικές.


Η συνταγή με τη σαλάτα που σου άρεσε.

Το σημείωμα να πάω να πάρω τα παπούτσια.

Τα γράμματα σου. Σε κιτρινισμένα χαρτιά.
Πότε πρόλαβαν και κιτρίνισαν?

Ολόλευκα είναι στη μνήμη μου.

Όπως οι στιγμές. Αξεθώριαστες.

Η φωνή σου.

Μερικές φορές γυρίζω. Σε άκουσα?

Κι εκείνο το χαμόγελο. Καμιά δεν το ‘χει.

Μόνο η κόρη σου.

Όπως το γλυκό το βλέμμα ο γιος σου.


Τι να κρατήσω στα συρτάρια όταν αυτά της μνήμης ξεχειλίζουν?


Θα πάρω άλλα πράγματα σκέφτηκα.

Θα τα πετάξω όλα και θα πάρω καινούρια.

Και πήγα σήμερα να πάρω μια τσάντα.

Άλλη μου άρεσε και πήρα αυτή που θα έπαιρνες εσύ..

Λες και σε είχα δίπλα και ψωνίζαμε μαζί.

Και με πείραζες για τον μελαχρινό πωλητή.

Βγαίνοντας σκόνταψα στο σκαλάκι.

Νόμισα ότι σε άκουσα να γελάς και να με λες κουμουλό.

Πάντα ξεκαρδιζόσουν με τα παθήματα μου.

Κι εγώ τα μεγάλωνα για να σ’ αρέσουν πιο πολύ.

Αν ήσουν δίπλα μου σήμερα θα κούτσαινα επίτηδες.

Θα σε έκανα να γελάς.

Αν ήσουν δίπλα μου…

Αν…

Θα…


Τακτοποιώ τα συρτάρια.

Ξέρω ότι τα μισά πράγματα που πέταξα, θα τα ξαναζητήσω.

Θα ψάχνω για το γκλίτερ και θα τσαντίζομαι.

Δε θα μπορώ να αποφασίσω ποιο απ τα δυο σκουλαρίκια…

Ποιο παπούτσι ταιριάζει…

Η κυρία σαρανταποδαρούσα.

Είχες τόσα παπούτσια που θα άνοιγες κατάστημα.

Σταματάγαμε σε όλες τις βιτρίνες με τα παπούτσια και σε τράβαγα.

Σταματάγαμε σε όλες τις βιτρίνες με τα ρούχα και με τράβαγες εσύ.

Ξέκωλο! Με έλεγες.

Ψυχωτική! Σου φώναζα.


Ούτε έναν καλό καυγά δεν έχω κάνει από τότε που…

Από τότε που από τότε που από τότε που

Δεν γυρνάει η γλώσσα να το πω.

Δεν γυρνάει το μυαλό μου.

Και κάτι άσχημο μέσα μου γιγαντώνει όταν το σκέφτομαι.

Μετά κλείνω διακόπτες.

Τραβάω την πρίζα.

Δεν παλεύεται σου λέω.

Δεν παλεύεται.



Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Μερικές φορές....



Μερικές φορές...

...δε χωράς πουθενά, πουθενά, πουθενά, που-θε-να!

Στο καλάθι δε χωράς, στο κοφίνι περισσεύεις...