Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Εγώ ειμί... τέλος κι αρχή.

Εγώ δεν ήξερα πολλά. Και μάλλον ποτέ δε θα μάθω.

Το μόνο μάθημα που έμαθα,- δεν ξέρω πως ούτε γιατί,

Ήταν να μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου.

Να μην κάνω ότι ξέρω ενώ δεν ξέρω,

Να μην κρίνω όταν δεν καταλαβαίνω,

Να μην είμαι υπεράνω όταν δεν ξέρω τη θέση μου.

Και μερικές φορές, όταν στην πλάκα ή ακόμα και στη μαλακία

Περνάω τα όρια, σκέφτομαι πως απλά αποδεικνύω πόσο άνθρωπος είμαι

Εγώ δεν έμαθα πολλά. Μάλλον γιατί δεν άντεχα τα μαθήματα τους.

Κοιτούσα έξω απο το παράθυρο και χάζευα στην πλατεία

τα αλητόπαιδα που έτρεχαν. Έτρεχα μαζί τους.

Δεν ήθελα να μάθω, γιατί καθετί που μου δίδασκαν είχε ένα σκοπό.

Κι εγώ όντας τζιτζίκι ποτέ μου δεν κατάλαβα την έννοια του σκοπού.

Ήθελα να τραγουδάω τη χαρά και τη λύπη μου, κι ας ήμουν φάλτσα.

Κι ας μην είχε χορδές η κιθάρα μου.

Κι ας πονούσε ο λαιμός ή ενίοτε η καρδιά μου.

Εγώ δεν ήξερα πολλά. Κι έτσι ήρθε ο χειμώνας. Κι ούτε που ζήτησα παρηγοριά.

Γιατί πρέπει να ξέρεις αυτό, ακόμα κι αν δεν ξέρεις τίποτε άλλο.

Τη ζωή σου πρέπει να την επιλέγεις, να τη ζεις και να την τιμάς στο έπακρο.

Να ρουφάς τους χυμούς και να γεύεσαι τις αποτυχίες.

Είναι δική σου, και κανένας δεν πρόκειται να πάρει την ευθύνη της για σένα.

Κι αν έρθει ποτέ κάποιος να αναλάβει τις ευθύνες σου,

να ξέρεις ότι το σύνδρομο του μεσσιανισμού δεν βοήθησε ποτέ κανέναν.



Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Στον έρωτα...



Όλο και πιο αραιά σε σκέφτομαι πια. Με έπιασε η δίνη της ζωής και με σβουρίζει.

Μα σήμερα κοιτώντας το φεγγάρι ξανάστειλα τη σκέψη μου στο δρόμο σου. Αγαπημένη διαδρομή, σταμάτησα στο σκαλοπάτι σου. Και σου πα κάτι ψιθυριστά πίσω απο την κλειστή σου πόρτα.

Μάτια μου, ο έρωτας ποτέ δε σβήνει. Μόνο κοιμάται. Κι ας έχω μέρες να σε δω, κι ας έχω μήνες. Μια στιγμή μόνο μου φτάνει. Μια στιγμή να θυμηθώ πως είναι η αγκαλιά σου. Και δε σε ρωτάω αν είναι το ίδιο και για σένα. Είναι. Και μη με ρωτάς πως το ξέρω. Ξέρω!

Σ αυτόν τον έρωτα δε μιλάμε, μόνο αγγιζόμαστε. Και η σιωπή μας είναι πιο φλύαρη απο κάθε αδέξια κουβέντα. Και μη με ρωτάς αν σ ακούω. Σε νιώθω. Και δε σε ρωτάω αν με νιώθεις, σε βρίσκω. Μέσα μου!

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Nikolaidis jr

Έλα, έλα να τον κρατήσεις λίγο. Είδες τι ήσυχα που κοιμάται? Τι όμορφος που είναι? Πήρα το μπέμπη στην αγκαλιά μου. Κοιμόταν γαλήνια και ούτε που αναδεύτηκε. Ροζ και αφράτος, μυρωδάτος με αυτόν τον υπέροχο μωρουδίστικο τρόπο. Σταμάτησα να τους ακούω. Λένε ότι η όσφρηση είναι η αίσθηση που συνδέεται περισσότερο με την μνήμη. Όλοι οι ήχοι ξεθώριασαν εκτός απο αυτούς της καρδιάς μου. Δεν ήθελα να τον ξυπνήσω. Είπα στην καρδιά να ηρεμήσει. Κουνήθηκε ένα χεράκι και μες στον ύπνο με ακούμπησε στο μπράτσο. Σαν να με κράταγε, όπως θα με κρατάει σε λίγα χρόνια που θα πηγαίνουμε στην πλατεία για παγωτό. Άρχισα να κουνιέμαι μαλακά πέρα δώθε. Δεν ξέρω γιατί το κάνουμε αυτό με τα μωρά ακόμα και όταν κοιμούνται. Λένε ότι είναι το ένστικτο. Μα δε νομίζω.

Είναι η θύμηση που ξυπνάει με τη μυρωδιά. Αν κλείσω τα μάτια και αφεθώ, θα βρεθώ κλεισμένη σε μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά που μυρίζει καπνό 22 και νοτισμένο μάλλινο. Δυο μεγάλα σίγουρα χέρια με προστατεύουν. Δυνατά, μα καθησυχαστικά. Λίγο κρατάει όμως αυτή η γνώριμη αίσθηση. Πολύ η νοσταλγία.

Βάζω όλη τη γλύκα που νιώθω στο αγκάλιασμά μου. Θέλω να ξέρει πως εδώ θα υπάρχει πάντα αγάπη. Πάντα ασφάλεια. Να συνδέσει τη μυρωδιά μου με ότι απλό και όμορφο. Σςςςςςςςςςςς... Θα τον ξυπνήσετε! Δεν πρέπει. Κανείς δεν πρέπει να τον ταράξει όσο θα κοιμάται στην αγκαλιά μου. Λίγες φορές ένας άνθρωπος νιώθει τόσο τυχερός, να κρατάει την αθωότητα μετουσιωμένη στα δυο του χέρια. Λίγες φορές η αθωότητα ξεκουράζεται πάνω μας. Λίγες φορές θυμόμαστε πραγματικά, και λίγες φορές νοσταλγούμε στ αλήθεια.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Nα είσαι εκεί.




Όλοι χρειαζόμαστε όλους. Σε κάποια στιγμή, σε κάποια στροφή, όλοι γινόμαστε διάφανοι στα μάτια αυτών που στέκονται δίπλα μας. Και έχουμε ανάγκη την παραδοχή και την κατανόησή τους. Να μας σταθούν στη λύπη, να μας βοηθήσουν όταν τα σκατώσουμε, να είναι απλά εκεί.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

Μπιπ μπιπ!




Όλα προσπάθησα να τα κάνω σωστά.

Να είμαι παρών όπου με χρειάζονται.

Να κάνω τους άλλους να γελάσουν με τα κόλπα μου.

Γι αυτό με έφτιαξαν. Νικέλιο και βίδες.

Τσιπάκια και 01 προγραμματισμός.

Για όλα ήξερα τις απαντήσεις.

Και τίποτα δε σκούριαζε τη μόστρα.

Ακαταπόνητο να κάνω παρέα στους ανθρώπους.

Να μπαίνω μέσα στο δωμάτιο και να πετάω τον πόνο απο το παράθυρο.

Δεν ήξερα τι είναι πόνος.

Ήξερα να τον αντιμετωπίζω μόνο.

Μικρός κλοουνάκος ταρατατζούμ.

Ακόμα και τα σκυλιά γελούσαν μαζί μου.

Ξέρω να κάνω τη φωνή του Ψινάκη «γλυκιά μου».

Να σε κάνω να γελάς.

Μπορώ να σου διηγηθώ πως με πάτησε η χοντρή κυρία στο ασανσέρ με τρεις διαφορετικούς αστείους τρόπους.

Μπορώ να κάνω τούμπα και να σταθώ στην άκρη της μύτης μου.

Μπιπ μπιπ!

Τους έκανα όλους χαρούμενους

Κάποτε, δεν ξέρω πως, άρχισα να γελάω κι εγώ. Τι θαυμάσια αίσθηση!

Δεν ήξερα ότι μπορώ. Δεν ήμουν προγραμματισμένο.

Γελούσα μαζί τους. Και με έπιανε λόξιγκας.

Ούτε αυτό ήξερα ότι μπορώ να το κάνω. Και αυτοί γελούσαν μαζί μου.

Και το επόμενο που κατάλαβα ήταν ο πόνος που γύρισε απο το ανοιχτό παράθυρο.

Δεν ήρθε για τους άλλους. Ήρθε για μένα.

Και όπως κοιτούσα τις καλογυαλισμένος βιδούλες μου, κάτι υγρό μπερδεύτηκε με το γράσο.

Κάτι που έσταγε και μου κυλούσε στο μπράτσο.

Για όλα είχα τις απαντήσεις.

Που βρέθηκαν τα δάκρυα όμως δεν ήξερα.

Και σε λίγο, κανένας συνδυασμός 01 όσο και περίπλοκος να ήταν, δεν μπορούσε να δώσει απαντήσεις.

Τώρα κάθομαι εδώ, κοιτάω απέναντι, σκουριάζω σιγά σιγά, γελάω πότε πότε με λόξιγκα, - πονάω...

Μπιπ μπιπ!

Αυτό είναι αγάπη?

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Ήταν δύο.

Ήταν δύο.

Πλάι πλάι. Καιρό πολύ.

Κανείς δεν τους ξεχώριζε πια.

Ακόμα και προσωπικότητα είχαν μια.

Καμία εικόνα δεν ήταν ολόκληρη αν δεν υπήρχαν και οι δύο μέσα.

Καμία γιορτή δεν ξεκινούσε.

Ο άνεμος που φυσούσε το χειμώνα τους έγερνε πιο κοντά.

Το καλοκαίρι τους δρόσιζε τα μάγουλα.

Ήταν δύο.

Κανείς δεν τους έβλεπε ξεχωριστά.

Το σούρουπο και η αυγή τους καλωσόριζαν αντάμα.

Όλες οι καλημέρες και όλες οι καληνύχτες τους έβρισκαν σιμά.

Μια συνείδηση και ένας παλμός.

Δεν έμοιαζαν να θέλουν να χωρίσουν.

Χώρισαν.

Γιατί ήταν δύο.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

??????????

Πάντα το παθαίνω αυτό. Εκεί που με διέπει μια απόλυτη σιγουριά οτι τα κάνω όλα σωστά, παρατηρώ γύρω μου και συνειδητοποιώ οτι πάλι ανάποδα τα κάνω.Οπότε αναρρωτιέμαι. Τί κάνω λάθος? Και αν κάνω κάτι λάθος γιατί είμαι απόλυτα σίγουρη οτι έτσι πρέπει να είναι?