Σάββατο 28 Ιουλίου 2007

Ο Προμηθέας, ο Ηρακλής και ο Μπίλ

Αστείο μου φαίνεται, τρελό μου φαίνεται, αλλά η πραγματικότητα βρίσκει τους πιο ευφάνταστους τρόπους να σε κάνει να αμφιβάλεις ακόμα και για το ίδιο σου το λογικό.

Αυτή η ειρωνία του να λές: … «Αυτό? Εγώ, Ποτέ!» και την άλλη στιγμή να δίνεις ρεσιτάλ στο ρόλο, με στέλνει για βρούβες.

Η αντοχή μας πάνω απο όλα σε αυτές τις καταστάσεις είναι απίστευτη. Τη μια στιγμή δεν μπορούμε να πιστέψουμε στα μάτια μας και την άλλη, πλήρως προσαρμοσμένοι στο σενάριο ψάχνουμε να εμβαθύνουμε, να φιλοσοφήσουμε και να γελάσουμε με την πουτάνα τη ζωή.

Κουνάω το κεφάλι μου και γράφω, μην μπορώντας ούτε και η ίδια να πιστέψω στις στροφές του εαυτού μου. Τσάμικο, βαλς, ροτόντα, μπρεικ ντανς και χιπ χοπ. ΄Ολα σε μια πίστα., με πρωταγωνίστρια, κριτική επιτροπή και κοινό εμένα, να καγχάζω, να γιουχάρω, να βαθμολογώ, και να ιδρώνω δίνοντάς τα όλα.

Τουλάχιστον τα δίνω όλα· δεν κρατάει αυτό το άτιμο το σαρκίο ούτε ένα ευρώ για το εισητήριο της επιστροφής. Το κορμί φευγάτο, και η ψυχή να κρατάει τα τελευταία οχυρά. Στηθείτε, χαμογελάστε, και μετά απο μια εβδομάδα περάστε να μας πείτε αν πόνεσε. Γιατί όταν ξεμουδιάσετε, θα το νοιώσετε. Όλο!

Έτσι είναι, μονολογώ. Τα μεγάλα χαστούκια τα τρως όρθιος, και ούτε που προλαβαίνεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια. Καταλαβαίνεις τον πόνο μετά απο καιρό, ετεροχρονισμένα και τρελαίνεσαι.

Έτσι είναι ο θάνατος, ο χωρισμός, η αρρώστια, το μίσος, η ζήλεια, και το σαράκι του ανεκπλήρωτου έρωτα. Έτσι είναι ό,τι μας τρώει την ψυχούλα μας, μας σκοτεινιάζει το βλέμμα, και κλέβει το χαμόγελό μας. Το πραγματικό. Όχι αυτό το δήθεν, το ψεύτικο.

Αδυσώπητο, αδηφάγο και μη αναστρέψιμο είναι το προσωπικό σαράκι του καθενός μας. Μου θυμίζει το μύθο του Προμηθέα, που βρίσκεται σιδηροδέσμιος στον Καύκασο, με το όρνεο να του τρώει το συκώτι και κάθε μέρα αυτό να ξαναγίνεται.

Γιατί? Για την αγάπη. Πόνεσε πολύ ο άμοιρος ο Προμηθέας για την αγάπη που είχε στους ανθρώπους.. Τιμωρήθηκε γι αυτήν. Και μετά ήρθε ο Ηρακλής και έκοψε τις αλυσίδες που κρατούσαν δέσμιο τον Προμηθέα και τον ελευθέρωσε απο το μαρτύριό του. ΄Ετσι απλά

Ξέρω έναν τέτοιο άνθρωπο που τρέφεται για να τρέφει τον πόνο της αγάπης του. Και όλη τη ματαιότητα του πόνου του τη μεταλλάσσει σε όνειρα, για να αντέξει και να πονέσει αύριο περισσότερο. Άσκεφτο να τον πω? Ερωτευμένο να τον πω? Προμηθέα θα τον πω. Γιατι ταμπέλες στους ανθρώπους δεν μου αρέσει να βάζω. Γιατί ο πόνος, όποιος και να ναι· είναι ιερός. Και γιατί πιστεύω πως όσο μέσα μας βρίσκεται ένας Προμηθέας που βασανίζεται, βρίσκεται και ένας Ηρακλής που απελευθερώνει. Φτάνει να τον αφήσουμε να σπάσει τις αλυσίδες. Φτάνει να τον αφήσουμε!

Για σένα Μπίλ!


True love doesn't have a happy ending, because true love never ends.
Letting go is one way of saying I love you.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007

Νέος μόνος ψάχνει...


Περνάει ο καιρός.

Μερικές φορές έχει την ελαφρότητα μιας νιφάδας.
Δεν καταλαβαίνεις πότε σ ακούμπησε και που.

Άλλες πάλι,κρέμεται απο το λαιμό σου, βαρύς και ακούνητος, σαν αυτές τις σιδερένιες μπάλες που κρεμούσαν στα πόδια των καταδίκων.

Σέρνεται μαζί σου και σε πνίγει.

Κοιτιέσαι κάποια στιγμή στον καθρέφτη και συνειδητοποιείς οτι δεν είσαι πια φοιτητής.
Είσαι ενήλικας στον κόσμο των ενηλίκων.

Θες κάτι να συμβεί.

Το μέσα σου παραμένει το ίδιο. Λίγο πιο σαρκαστικό,
Το έξω σου αλλάζει, και εσύ στα μάτια των άλλων.

Ψάχνεις να βρεις τί είναι πραγματικό.

Κρατιέσαι σε στιγμές του παρελθόντος και αγνοείς το παρόν σου.

Ποιός είπε οτι η ζωή είναι αυτή που ζούμε τώρα? Αναρρωτιέσαι.
Γιατί να μην είναι αυτή που πέρασε, και τώρα έχουμε την ευκαιρία να την εξετάσουμε με προσοχή.

Δεν τσιμπάς όμως.

Εξακολουθείς να κοιτάς την πόρτα,το κινητό, το ρολόι, το μέιλ σου.
Περιμένεις κάτι να συμβεί.

Ακλόνητη η πίστη σου στο ξαφνικό.

Μόνο που το ξαφνικό πολλές φορές σε απογοητεύει.
Δεν είναι αυτό που ήθελες.

Ή άλλες φορές σε απογοητεύει πολύ περισσότερο.
Γιατί είναι ακριβώς αυτό που ευχόσουν.

Ανικανοποίητος και βαρύς καγχάζεις σε όλα τα κλισέ που θέλουν να σου επιβάλουν.

Όλες οι μεγάλες ιδέες σου φαίνονται αστείοι φανφαρονισμοί.

Η πολιτική σε αφήνει παγερά αδιάφορο.

Γραναζάκι στο σύστημα γλυστράς ευχάριστα στο γράσσο σου.
Κοιτάς με οίκτο τις αποτυχημένες προσπάθειες των άλλων να ξεφύγουν.

Εσύ πατινάρεις στα γνωστά.
Γιατί επιτέλους πρέπει να νοιώσεις οτι κάπου είσαι καλός.

Κρατάς την τηλεόραση κλειστή, αλλά διαβάζεις εφημερίδα.
Αντιλαμβάνεσαι τα ψέματα, αλλά τεστάρεις τον εαυτό σου στην αναγνώρισή τους.

Αγνοείς τους φίλους σου για καιρό και μετά νοιώθεις τύψεις που εξαφανίζεσαι.

Οι σχέσεις έχουν απομυθοποιηθεί.
Εξακολουθείς όμως να ψάχνεις το παραμύθι σου.

Κατα τ’ άλλα ο ρεαλισμός σου σπάει κόκκαλα.

Αναβάλλεις διαρκώς πράγματα που πρέπει να κάνεις.
Άλλη εκδοχή του «ζειν επικινδύνως»· αυτοσαρκάζεσαι!

Κάνεις τσεκ απ και φοβάσαι να πάρεις τα αποτελέσματα.
Κοροιδεύεις τους άλλους που κάνουν το ίδιο.

Θέλεις να πας ένα ταξίδι. Στην Κούβα στην Αλάσκα.
Οπουδήποτε «αλλού»

Απολαμβάνεις το ποτό σου αλλά δε θέλεις να μεθύσεις.
Οι αντοχές σου αλλάζουν. Και πάντα πρέπει να σηκωθείς το πρωί.

Οι δεκαεννιάχρονες σου φαίνονται μια όμορφη φυλή απο άλλο πλανήτη πλέον.
Θέλεις λίγη κουβεντούλα. Κάτι ενδιαφέρον. Μια δροσερή άποψη.

Χαμογελάς περισσότερο. Λίγο μπλαζέ, λίγο βαριεστημένα. Δε γελάς πια.

Έχεις αυτοκίνητο, μηχανή, γρήγορη σύνδεση, ένα πορτοφόλι γεμάτο κάρτες.

Έχεις ένα σωρό γκατζετάκια να γεμίσουν τα κενά. Θέλεις κι άλλα.

Χτες βράδυ σταματώντας στο φανάρι είδες τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου.
Πόσο καιρό έχεις να χαθείς στη μυρωδιά ενός καινούριου βιβλίου...

Οι συγγενείς σου κάνουν νύξεις για το μέλλον σου.
Άλλοτε αντιδρούσες, τώρα συγκατανεύεις γλυστρώντας πιο εύκολα. ΄Εμαθες...

Δεν ανεβαίνεις πια σε Roller coaster.
Παίρνεις τη βαρκούλα και κάνεις το γύρο της λιμνούλας.
Λιγότερη αδρεναλίνη – περισσότερη ησυχία. Όλα έχουν το κόστος τους.

Θα έδινες τα πάντα να αλλάξεις ζωή.
Απο την άλλη πάλι όχι.

Οι πεποιθήσεις σου ισχυρές.
Η όποια αναποφασιστικότητά σου, είναι σοφία ισχυρίζεσαι.

Φυλάς ένα αναμνηστικό με αγάπη. Κάτι άχρηστο.
Κάτι που σου θυμίζει οτι κάποτε ήσουν ρέμπελος.

Αναρρωτιέσαι αν θα εμπνεύσεις σε κάποια τρελό έρωτα.

Φρικάρεις με τη σκέψη οτι θα αρχίσεις να σκέφτεσαι πάλι σε πρώτο πληθυντικό.
Σου προκαλούν λύπη τα ζευγάρια που το κάνουν.

Αρχίζεις και παρατηρείς τα παιδιά των άλλων.
Ενδιαφέροντα εξωγήινα όντα .
Μπορεί να νοιώθεις κάποια τρυφερότητα. Αλλά περνάει γρήγορα.

Τα μακροσκελή πλάνα σου δεν ξεπερνούν τους δυο μήνες.

Το ποδήλατο της γυμναστικής αραχνιάζει στη γωνία.
Τα ψάρια στο ενυδρείο κολυμπούν σε θολό νερό.

Τα θέλεις όλα αλλά δε χρειάζεσαι τίποτα.

Σου αρκεί η ησυχία.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2007

Το νερό, η αλεπού, και 64 έτη φωτός μακρυά...

Ανακαλύφθηκε νερό στον αστερισμό της Αλεπούς. Σε έναν πλανήτη μεγάλο όσο ο Δίας που περιέχει αέριο, και η ονομασία του είναι HD 189733b. Εξαιρετικό αναφώνισα! Λες να βρουν και το “μικρό πρίγκιππα” εκεί? Όσοι έχετε μνήμες απο αυτό το υπέχοχο βιβλίο του Σαιντ Εξυπερύ δε μπορεί να μη κάνατε τον ίδιο συνειρμό. Όσοι μεγαλώσατε με μια γλυκοπίκρα στις σκέψεις όταν αντικρίζετε ελέφαντες μέσα σε βόες, τεράστια μπαομπάπ και κίτρινα στάχυα, εσείς που συγκινείστε όπως εγώ όταν μυρίζετε κόκκινα τριαντάφυλλα και ακούτε ονόματα πλανητών όπως ο HD 189733b, δεν μπορεί, σκεφτήκατε το ίδιο. Για εσάς και για μενα και για όλα αυτά τα γλυκόπικρα που σας κατέκλυσαν το κεφάλι, με το δικαίωμα της νονάς της αγαπημένης θείας, της μελλοντικής μάνας, ανακηρύττω αυτόν τον πλανήτη: “Πλανήτη μικρού πρίγκιππα”

But still…

Με το συγκεκριμένο θέμα τακτοποιημένο, και τις σκέψεις μου σε τάξη, είπα να πάω για ύπνο, πλήρως ικανοποιημένη με τη νοικοκυροσύνη μου σε αυτά τα δύσκολα θέματα.

Εμ έλα που δε μπορούσα. Ένα τέτοιο σημαντικό θέμα δεν το αφήνεις έτσι. Μπορεί να στεγνώσει το νερό, μπορεί να καταπιεί τον πλανήτη μια μαύρη τρύπα, μπορεί να μην προλάβω να κατοχυρώσω το όνομα, ποτέ δεν ξέρει κανείς.... Ξαναγύρισα στην οθόνη του υπολογιστή και ξανάνοιξα το κείμενο. Τί λείπει? Η κατοχύρωση. Πόσο δύσκολη είναι η κατοχύρωση ονόματος σε ένα πλανήτη 64 έτη φωτός μακρυά? Σε ποιόν να απευθυνθώ? Δεν ξέρω πολλά πράγματα. Α αυτό το έχω δηλώσει και έχω ήσυχη τη συνειδησή μου. Αλλά αυτό το “δεν ξέρω”, σε αρκετές περιπτώσεις δεν αρκεί για να με βολέψει. Η περίπτωση με τον πλανήτη HD 189733b, είναι μια απο αυτές. Τί πρέπει να κάνω λοιπον? Βάζω το μήνυμα σε ένα μπουκάλι και το ρίχνω στη θάλασσα του 0 και του 1. Αν κάποιος το βρεί, και το διαβάσει μετά απο χρόνια, αν κάποιος έχει τις ίδιες όμορφες μνήμες με μένα και του αρέσει η ιδέα μου, και αν αυτός ο κάποιος ξέρει τι μπορώ να κάνω για να βαφτίσω έναν πλανήτη 64 έτη φωτός μακρυά, τότε σας παρακαλώ να μου το πει. Και δε με νοιάζει πόσος καιρός θα έχει περάσει, και δε με νοιάζει αν θα είμαι γιαγιά, γιατί τέτοια σημαντικά θέματα δεν μπορείς να τα αφήνεις έτσι. Σωστά?

(Putting a message in a bottle is a most unreliable way to summon help, but shouldn't be ruled out altogether).

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

H άμμος και το σύμπαν


Μας λένε οτι είμαστε μια κουκιδίτσα άμμου στο αχανές σύμπαν. Μας λένε οτι είμαστε αναλώσιμοι, παράπλευρες απώλειες, ασήμαντα όντα. Ακόμα και εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε καμία πίστη στις δυνατότητές μας, στις ικανότητές μας στα ταλέντα μας. Είμαστε, νομίζουμε προϊόντα της τύχης, της μοίρας, ενός χιουμορίστα Θεού. Επίσης σε μια πιο αγαπησιάρικη έκδοση που κυκλοφορεί την τελευταία εικοσαετία και βολεύει περισσότερο τους αγνωστικιστές και τους άθεους, είμαστε «ένα». Περιέχουμε το καλό το κακό και την επιλογή τους.. Λαμπρά!

Οι μισοί μας λένε “είσαι ένα τίποτα”, και οι άλλοι μισοί “είσαι τα πάντα”. Πολλές φορές μάλιστα τα λένε και ανάποδα. Έτσι, για να σιγουρέψουν όλες τις πιθανότητες.

Καλά είναι όλα αυτά. Για συζητήσεις γενικής κατανάλωσης στους καναπέδες της ανυπαρξίας μας. Καλά όλα αυτά για κοκτέιλ πάρτυ διανοούμενων, καθηγητών γαλλικής και μασέρ με ειδίκευση στο τσι. Καλά όλα αυτά για το beauty salon της Ρίτσας με μάσκα φίκια και έλαια μαστιχόδενδρου στη μούρη. Έχω ένσταση όμως. Αλήθεια έχω, και είναι και σοβαρή. Με έχεις δει τώρα τελευταία? Μόνο για το χρόνο που θα σου πάρει να με κοιτάξεις απο άκρη σε άκρη αξίζω κάτι παραπάνω φίλε. Είμαι – ας μου επιτραπεί ο όρος - Θεϊκό Ον. Μοναδική. Αξεπέραστη. Ακοπιάριστη έκδοση του εγώ μου τη δεδομένη στιγμή με τις υπάρχουσες συνθήκες. Αν με κοιτάξεις έστω και λίγο θα ξεχάσεις τους κόκκους της άμμου και λοιπές μαλακίες. Θα ξεχάσεις το «ένα» τουλάχιστον όσο αφορά την προσέγγιση της ύπαρξης του ατόμου μέσα στο σύμπαν

Μερικές φορές θυμάμαι τότε που πιτσιρίκι στην πλατεία, έκανα ποδήλατο. Κι όχι οποιαδήποτε στιγμή, αλλά τότε που δεν υπήρχε κανείς μπροστά μου. ΄Εκανα μανιασμένα πετάλ, και μετά άφηνα τα χέρια απ το τιμόνι, τέντωνα το κορμί και μισόκλεινα τα μάτια. Τότε που όλη η πλατεία ήταν δική μου, που οι πιθανότητες να γκρεμοτσακιστώ ή να στρίψω τελευταία στιγμή πριν τελειώσει το κράσπεδο ήταν δικές μου. Τότε που βρισκόμουν είτε πάνω στη σέλα, είτε κάτω απο αυτή με ένα καρούμπαλο στο κεφάλι και με ασορτί γδαρμένα γόνατα. Δεν ήμουν τότε ένας κόκκος μέσα στο σύμπαν. Ήμουν όλο το σύμπαν. Και δεν ήμουν ένα με τους άλλους που καθόντουσαν στο παγκάκι. Ήμουν ένα μόνη μου εγώ. Και δεν ήταν εγωιστικό. Ήταν απόλυτα καθαρή η συνείδηση της πραγματικότητας. Δεν είχα ανάγκη κανέναν να αναλύσει για μένα εμένα. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία μέσα στην αθωότητά μου ή μέσα στη βλακεία μου αν θες. Πόσες τέτοιες στιγμές θυμάμαι? Απόλυτης χωρίς ενοχές ευτυχισμένης ύπαρξης... περήφανα δηλώνω αρκετές! Και τις θυμάμαι μια μια. Τις θυμάμαι για ένα και μοναδικό λόγο. Κάθε φορά που ένοιωθα τέτοια πληρότητα τέτοια τέλεια εναρμόνιση με το μέσα και το έξω μου, υπήρχε πάντα εκεί κοντά ένα άτομο για να με συγκρατήσει, να με νουθετήσει, να μου κόψει τα φτερά. Απο αγάπη κι ενδιαφέρον πάντα, δε λέω, έβρισκαν πάντα τρόπο να τρυπώνουν στις πιο ιερές στιγμές της τρέλας μου και να δηλώνουν τη ματαιότητα της πράξης. Και τις θυμάμαι όλες τις φορές γιατί άσχετα του αποτελέσματος, θλιμένα χαμογελούσα και αναρρωτιόμουν... «Μα δεν το βλέπουν? Δεν βλέπουν τί προσπαθούν να σταματήσουν? Πως το κάνουν?» Κι ενώ αμφιβολίες και δεύτερες σκέψεις έκανα πάντα για όλα τα θέματα που συναντούσα, αυτές τις στιγμές δεν τις μετάνοιωνα. Ακόμα και όταν γύριζα με ξεχαρβαλωμένα γόνατα και ποδήλατο, ακόμα και αν η στιγμή της πτώσης ήταν τσουχτερή, δεν υπήρχε χώρος να μετανιώσω. Ήμουν απόλυτα ευτυχισμένη.

Δεν ξέρω αν είμαι ένας δύο ή πεντακόσιοι τρείς κόκκοι άμμου σ’ αυτή την απέραντη παραλία. Και για να είμαι ειλικρινής δεν μου καίγεται καρφάκι. Αναζητήσεις του είδους τις βρίσκω ευχάριστο χάσιμο χρόνου μεταξύ δεύτερου και τρίτου ποτού. Δεν επιχειρώ να βρω απαντήσεις σε πράγματα που δεν χρειάστηκαν να μπουν σε λέξεις τότε που ήμουν καβάλα σε ένα ποδήλατο. Πόσο μάλλον τώρα που δεν έχω ποδήλατο. Η πεζή πραγματικότητα με έχει κουράσει – απογοητεύσει όπως όλους μας. Αλλά τουλάχιστον μπορώ να πω, πως όταν το ιδιαίτερο μου χαμογέλασε, ποτέ δεν του γύρισα την πλάτη. Όσο κι αν στραπατσαρίστηκα μετά. Χαμογέλασα το ίδιο λαμπερά και άρπαξα τη στιγμή. Κι αυτό απο μονο του αρκεί!

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007

Στη θάλασσα




Μου χαιδεύει τα πόδια μου το εναλασσόμενο γαλάζιο. Παίρνω βαθιά ανάσα και βυθίζομαι στην αγκαλιά του. Αλλάζουν τα χρώματα, με τσούζουν τα μάτια, με πονάνε τα αφτιά, και συνεχίζω να γλυστράω μπρος. Τελειώνει η ανάσα και εγώ δε θέλω να ανέβω στην επιφάνεια. Είναι γαλήνη εδώ. Οι φωνές έχουν πάψει, και ο ήλιος δεν με ζαλίζει. Λίγο ακόμα. Δυο απλωτές με τα μπράτσα πετρωμένα απο ένταση και τα πνευμόνια μου να καίνε. Λίγο πριν την τελευταία στιγμή, πετάγομαι. Ρουφάω αέρα και μισοκλείνω τα μάτια που τώρα βλέπουν κουκίδες απο την προσπάθεια. Λαχανιασμένη ξαναβυθίζομαι μέχρι το στόμα να γεφτεί την αλμύρα. Μέχρι να ημερέψει πάλι η καρδιά που φτερουγίζει.

Περιμένω, μα με ζητάει πάλι. Μου λέει πάλι να βυθιστώ μέσα της. Το κάνω. Σχεδόν χωρίς ανάσα αυτή τη φορά. Άσκεφτα. Ακούω τον ήχο που κάνει καθώς αντιστέκεται στο κορμί μου. Είναι ο δικός μας ήχος. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια ποιός βυθίζεται σε ποιόν. Είναι μέσα μου· είμαι μέσα της. Αέναο παιχνίδι υπεροχής. Με τιθασεύει, τη δαμάζω, θέλει να με τραβήξει στο τέλος της – δεν έχει τέλος, κι εγώ θέλω να χαθώ, να εξαφανιστώ, και μετά να με βρω αγνή, λουσμένη στα κρύσταλλα και στα αλμυρίκια. Αφήνομαι να ανέβω στην επιφάνεια, να με χαιδέψει απαλά, να απλώσω τα χέρια και να με νανουρίσει σα μάνα.

Πολύ αργότερα, το κύμα με φέρνει ένα ράκος στην ακτή. Υπάρχει κόσμος και παιδάκια τρέχουν, αλλά ακόμα είμαι τόσο μέσα της, τόσο γεμάτη απο αυτή, θα αργήσω να προσαρμοστώ. Τρέμουν τα πόδια μου, όπως μετά τον έρωτα, όπως μετά τον τρόμο. Παραπατάω και κοντοστέκομαι. Γυρίζω πίσω, την κοιτάω. Τα κύμματα καθώς τραβιούνται πάνω στα βότσαλα μου λένε κάτι. Ένα συριστό μυστικό. Mου λένε να γυρίσω, να γυρίσω, να γυρίσω, να γυρίσω....

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007

Το είναι και το φαίνεσθαι


Είμαι απο φύση μου άνθρωπος λίγο μελαγχολικός. Με τη σκιά του θανάτου ορατή πάνω απο το κεφάλι μου, και όλη τη λύπη του παρελθόντος σωρευμένη μέσα μου, πορεύομαι μεσα στο μαύρο και κολυμπάω σε γνώριμα νερά. Δεν με πειράζει....

Απλά γελάω πολύ και δυνατά όταν μπορώ. Γελάω για να ξορκίζω το κακό.

Ό,τι θέλησα και ό,τι λαχτάρησα απο μικρό παιδί να γίνω, ούτε τ’ ακούμπισα, ούτε απο δίπλα του πέρασα. Οι συνθήκες κι η ζωή πάντα μου έβγαζαν γλώσσα. - Και δεν είμαι αδύναμος άνθρωπος – με τσάκισαν!

Μόνο γελούσα πολύ και δυνατά όταν μπορούσα. Γελούσα να ξορκίζω το κακό.

Κι υπάρχουν άνθρωποι που θα με περιέγραφαν αισιόδοξο χαρακτήρα. Με έναν ήλιο λαμπερό να μου φωτάει το δρόμο. Πού να ξεραν... πως η μαυρίλα του θανάτου ακροβατεί στα βήματά μου, και πως ο ήχος του γέλιου μου είναι αυτό που τον ξορκίζει.........

Θα γελάω λοιπόν, για να ξορκίζω το κακό. Πολύ και δυντά. Μέχρι να σπάσω!!!

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2007

Μίλησα με το Θεό (μάλλον)


Μίλησα με το Θεό.

Και όντας άθρησκη γαρ πήγα μπροστά στον καθρέφτη. Δεν ξέρω και πολλά, που να απευθυνθώ, μου φάνηκε καλή ως πλησιέστερη ιδέα, και μίλησα στο είδωλο.

...Αν εσύ είσαι ότι πλησιέστερο, και εγώ τελικά έχω μόνο εσένα, πρέπει να σε "δω" καλά, να σε μελετήσω, γιατί έχω απορίες. Έχω απορίες απο τότε που γεννήθηκα. Και όσες δεν έχω λύσει στην πορεία, τις έχω να με ακολουθούν κουστωδία ολόκληρη, κρεμμασμένες απο πάνω μου όπως τα κουδουνάκια στη στολή του κλόουν. Μόνο περισσότερες...

Ήθελα λοιπόν να βρω απαντήσεις, σε ερωτήσεις που καλά καλά δεν μπορούσα να εκφράσω, σε ιδέες που δεν είχαν πάρει ακριβή μορφή μες στο μυαλό μου. Να απαντηθούνε επιτέλους όλα αυτά τα μικρά γελοία/μεγάλα σοβαρά που σέρνονται μέσα στο κεφάλι μου, να φωτιστεί ο δρόμος, να έρθει η ηρεμία.

Ο καθρέφτης μου βρίσεται πάνω απο την τουαλέτα αριστερά. Παραμορφώνει ελαφρώς το είδωλο, έχει επάνω σημάδια φθοράς και παλιάς ξεραμένης σαπουνάδας. Αυτο που βλέπω ξέρω οτι δεν αντικατοπτρίζει ακριβώς την πραγματικότητα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Νοιώθω σαν η ματιά μου να είναι πολύ αδύναμη και να μην μπορεί να περάσει αυτό το απλό επίπεδο. Οτι απο πίσω γίνεται το πάρτυ, και εγώ είμαι κολημένη μπροστά σε μια πόρτα χωρίς χερούλι. Αλλά τί να κάνεις? Πορεύεσαι με αυτά που έχεις. Είναι τα σύνεργά σου, όπως λέει ο Καζαντζάκης, στον πίνακα της δημιουργίας σου. Κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Φτιάχνεις την ζωγραφιά σου.

Χάζευα λοιπόν τον νοτισμένο καθρέφτη. Ότι είχα κάνει ντους και τρέχαν σταγόνες φτιάχνοντας διαδρόμους. Ήθελα να πάρω μια σταγόνα όχημα για να με οδηγήσει στις απαντήσεις.

- Με αγαπάς? Ήταν η πρώτη ερώτηση.

- Τί έχεις ν’ αγαπήσω? Ήρθε η απάντηση απο το θολό είδωλο

- Εϊμαι εντάξει άνθρωπος γενικά?

- Πώς καθορίζεις το εντάξει τελικά? Ξαναπήρα απάντηση

- Τί βρίσκεται μπροστά μου?

Καμία απόκριση!

Τί βρίσκεται μπροστά μου? Τί βρίσκεται μπροστά σου? Γιατί η όραση δεν είναι εξοπλισμένη επαρκώς ώστε να «δεις» τί είναι αυτό που βλέπεις? Γιατί πρέπει να έρθει ο χρόνος και να περάσει -επιδιορθωτικός φακός- για να φέρει όλα τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις και στα πραγματικά τους νοήματα?

Γιατί όσο πιο πολύ είμαστε σίγουροι για την απτή πραγματικότητα τόσο πιο εύκολα αυτή η πραγματικότητα εξαυλώνεται και ρέει μέσα απο τη συνείδησή μας? Γιατί η δική σου πραγματικότητα και η δική μου πραγματικότητα δεν εφάπτονται?

Το παιχνίδι των ερωτήσεων αμα το ξεκινήσεις δεν έχει τέλος. Το κακό είναι οτι δεν έχει και απαντήσεις. Μπορείς να ρωτάς επ άπειρον και το μόνο που να παίρνεις είναι καινούριες απορίες.

Σιγά σιγά στέγνωσε ο καθρεύτης. Έμειναν ίχνη απο τις σταγόνες που κυλούσαν και μετά απο λίγο έσβησαν και αυτά. Μου χτύπαγαν να βγώ, να χρησιμοποιήσει άλλος την τουαλέτα, και ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο είδωλο, είδα να με κοιτάει με την ίδια απορία. Τίποτα δεν είχε λύθεί. Περισσότερα κουδουνάκια χτύπαγαν στο πέρασμά μου. Βγήκα απο την πόρτα βιαστικά για να πέσω σε ένα ζευγάρι χαμογελαστά μάτια που με κοίταγαν με αγάπη.

- Άντε ρε nina, σύσκεψη έκανες?

Στα μάτια αυτά, το είδωλό μου δεν ήταν παραμορφωμένο. Ήμουν εκεί και με κοίταζα το ίδιο παιχνιδιάρικα και χαμογελαστά. Να’ μαι! σκέφτηκα. Εδώ υπάρχω. Καμία παραμόρφωση. Απτή αποδοχή. Καμία άλλη πραγματικότητα να παρεμβάλεται μπερδεύοντάς με. Όλα τα κουδουνάκια σώπασαν.

Μερικές φορές, -σπάνιες, το παραδέχομαι, όλες αυτές οι ερωτήσεις που δεν βρίσκουν απάντηση σιωπούν για λίγο απο σεβασμό μπροστά στην αγάπη. Γιατί η αγάπη φτιάχτηκε για να αντιμετωπίζει ερωτήματα που δε βρίσκουν απαντήσεις. Και κυρίως δεν υπάρχει στα άψυχα. Την αντιλαμβάνεσαι ξαφνικά, κάποιες στιγμές που δεν το περιμένεις, και αν είσαι τυχερός ή ευφυής, αξιοποιείς τη στιγμή ως οδηγό στην ευτυχία.

Σάββατο 7 Ιουλίου 2007

Εμείς, τα πουλιά της νύχτας...


Εμείς τα πουλιά της νύχτας, τις μικρές ώρες, όταν όλοι κοιμούνται έχουμε κάτι να περιμένουμε. Είναι οι στιγμές που όλα μέσα μας ξυπνάνε και περιμένουν ανταπόδωση. Μες στο σκοτάδι, όλα μας φαίνονται πιο καθαρά. Τα σχήματα και οι όγκοι τινάζουν απο πάνω τους το καταχθόνιο φως. Βυθίζονται μέσα στο είναι. Μέσα στην ίδια τους την ύπαρξη. Τις νύχτες, εμείς οι βρυκκόλακες ακούμε καθαρά το αίμα μας να ρέει κάτω απο το δέρμα μας. Μέσα στις φλέβες μας. Τις νύχτες, τη στιγμή που τα παγάκια λιώνουν και οι αναθυμιάσεις του αλκοόλ φτάνουν κατάκοπες στη μύτη μας, όταν δεν ύπάρχουν λέξεις ούτε συναισθήματα να περιγράψεις, μόνο ένα περίμενε που ποτέ δε σταματά, εμείς, τα πουλιά της νύχτας αναζητάμε το ταίρι μας. Εμείς οι βρυκκόλακες ψάχνουμε ζεστό αίμα να κυλίσει στον ουρανίσκο μας. Γιατί ό,τι αγαπάμε το τρώμε. Το σκοτώνουμε. Το μετουσιώνουμε και το κάνουμε εμείς. Και δεν υπάρχει πιο ταιριαστή μουσική απο την ίδια τη σιωπή. Και τον αέρα που και που να ψυθυρίζει με τα φύλλα. Ξέρεις, εμείς τα πουλιά της νύχτας, μισούμε την ημέρα. Όταν ο ήλιος πεθαίνει, νοιώθουμε μια μικρή νίκη. Και όταν ανατέλει βιώνουμε τον ίδιο πάντοτε αέναο θάνατο. Εμείς οι βρυκκόλακες, είμαστε ανυπόμονα όντα. Την ημέρα! Γιατί την νύχτα είναι όλα σωστά, Είναι όλα στη θέση τους.. Όλα καλά κρυμένα προσφέρουν ασφάλεια. Και όλες οι πράξεις, οι ύποπτες χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω? Μ ακούς που στο ψυθιρίζω στο αφτί? Ανατριχιάζεις?

Εμείς τα πουλιά της νύχτας, έχουμε ένα δικό μας κώδικα επικοινωνίας. Είναι αυτός της σιωπής. Τα λέμε όλα χωρίς ήχους. Μόνο με τη σκέψη μας. Μόνο με τη μυρωδιά μας. Την ημέρα δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε κανέναν. Μέσα στον ανελέητο ήλιο μας φαίνεστε όλοι τόσο άυλα φωτεινοί. Τη νύχτα είναι που αναγνωρίζουμε την πραγματική σας σιλουέτα. Βλέπουμε τα όνειρά σας. Ακούμε τους αναστεναγμούς σας. Εμείς τα πουλιά της νύχτας , αγαπάμε τα απαγορευμένα, τα βασανισμένα, και την παράνοια. Ζούμε ρουφώνατας Θλίψη και μικρές δόσεις απο τ αδύνατο. Γιατί εμείς τα πουλιά της νύχτας , δεν ζήσαμε ποτέ δίπλα σας. Δεν φάγαμε ποτέ μαζί σας. Κάναμε έρωτα πάνω απο τα σπίτια σας, στον νυχτερινό ουρανό, στο άπειρο και στο αδύνατο. Γιατί εμείς, τα πουλιά της νύχτας , δεν ξέρουμε να κελαηδάμε. Ξέρουμε μόνο να αγγιζόμαστε να φιλάμε και να καταπίνουμε τους αναστεναγμούς σας...