
Μου χαιδεύει τα πόδια μου το εναλασσόμενο γαλάζιο. Παίρνω βαθιά ανάσα και βυθίζομαι στην αγκαλιά του. Αλλάζουν τα χρώματα, με τσούζουν τα μάτια, με πονάνε τα αφτιά, και συνεχίζω να γλυστράω μπρος. Τελειώνει η ανάσα και εγώ δε θέλω να ανέβω στην επιφάνεια. Είναι γαλήνη εδώ. Οι φωνές έχουν πάψει, και ο ήλιος δεν με ζαλίζει. Λίγο ακόμα. Δυο απλωτές με τα μπράτσα πετρωμένα απο ένταση και τα πνευμόνια μου να καίνε. Λίγο πριν την τελευταία στιγμή, πετάγομαι. Ρουφάω αέρα και μισοκλείνω τα μάτια που τώρα βλέπουν κουκίδες απο την προσπάθεια. Λαχανιασμένη ξαναβυθίζομαι μέχρι το στόμα να γεφτεί την αλμύρα. Μέχρι να ημερέψει πάλι η καρδιά που φτερουγίζει.
Περιμένω, μα με ζητάει πάλι. Μου λέει πάλι να βυθιστώ μέσα της. Το κάνω. Σχεδόν χωρίς ανάσα αυτή τη φορά. Άσκεφτα. Ακούω τον ήχο που κάνει καθώς αντιστέκεται στο κορμί μου. Είναι ο δικός μας ήχος. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια ποιός βυθίζεται σε ποιόν. Είναι μέσα μου· είμαι μέσα της. Αέναο παιχνίδι υπεροχής. Με τιθασεύει, τη δαμάζω, θέλει να με τραβήξει στο τέλος της – δεν έχει τέλος, κι εγώ θέλω να χαθώ, να εξαφανιστώ, και μετά να με βρω αγνή, λουσμένη στα κρύσταλλα και στα αλμυρίκια. Αφήνομαι να ανέβω στην επιφάνεια, να με χαιδέψει απαλά, να απλώσω τα χέρια και να με νανουρίσει σα μάνα.
Πολύ αργότερα, το κύμα με φέρνει ένα ράκος στην ακτή. Υπάρχει κόσμος και παιδάκια τρέχουν, αλλά ακόμα είμαι τόσο μέσα της, τόσο γεμάτη απο αυτή, θα αργήσω να προσαρμοστώ. Τρέμουν τα πόδια μου, όπως μετά τον έρωτα, όπως μετά τον τρόμο. Παραπατάω και κοντοστέκομαι. Γυρίζω πίσω, την κοιτάω. Τα κύμματα καθώς τραβιούνται πάνω στα βότσαλα μου λένε κάτι. Ένα συριστό μυστικό. Mου λένε να γυρίσω, να γυρίσω, να γυρίσω, να γυρίσω....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου