Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Καζαντζάκης (Όταν οι άγγελοι σου ψιθυρίζουν).



΄Οταν σκύβει ο Καζαντζάκης και σου ψιθυρίζει στο αφτί τα χρέη του ανθρώπου, είναι σαν να χαμήλωσε ένας άγγελος, και σου αποκάλυψε την αλήθεια που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Γιατί δεν ήξερες οτι τη ζήταγες. Γιατί δεν γνώριζες πως δε ζούσες πριν. Πέφτουν τα λόγια σαν σταγόνες βροχής στο μέσα σου και το μπουμπούκι ξεδιπλώνεται. Η καρδιά σου? Η ψυχή? Τι είναι αυτό που γιγαντώνει μέσα σου? Μισό μέτρο σώμα, πλατιάζει και καλύπτει το άπειρο. Ακούει το ξεχασμένο του τραγούδι και σαν γέρος που θυμήθηκε την αγκαλιά της μάνας του με αγιασμένα δάκρυα τρέχει να βυθίσει το λογισμό του στη μοναδική του αλήθεια. Σ αυτή την αγκαλιά. Την ανάγκη, τη γνώση, την αέναη κίνηση.
Δεν άντεξα τα λόγια του για πολύ. Ξαναγυρνούσα στις αράδες, ανεβοκατέβαινα στις σειρές, πνιγμένη, πλανταγμένη, ξαφνιασμένη που όλα όσα είχα μπουρδουκλωμένα στο κεφάλι μου κάποιος άλλος τα έβαλε τακτικά με αγάπη στο χαρτί και μου τα φερε στην πόρτα μου ένα απόγευμα που τίποτα δεν έμοιαζε καινούριο.  Τριμένο εξώφυλλο απο βιβλίο, τούτη η ταπεινή πύλη του μέσα μου, του μέσα του, των όλων μας. Το κλείνω γιατί δεν αντέχω για πολύ, πιάνεται η ανάσα, με βασανίζουν τα νοήματα. Είμαι πολύ λίγη? Πολύ σκόρπια, και τα λόγια είναι πολύτιμα για να τα παρεξηγήσω. Φτιάχνουν ένα στέρεο υλικό και μαζεύουν το νου μου. Λίγο λίγο, σιγά σιγά, ξεδιαλέγουν τα πιο απύθμενα, και τα τραβάνε στο κέντρο. Απο τα σκοτάδια στο φως. Πως να μη δακρύζεις? Αυτό που με βασάνιζε, που δεν ήξερα πως με βασανίζει, αυτό που τώρα απλώθηκε μπροστά μου, ατελείωτη σκηνή  μπροστά μου αποκαλύπτεται.
Νοιώθω μικρή και μου υπόσχομαι πως όταν θα μεγαλώσω... Όταν θα μεγαλώσω, θα καταλαβαίνω καλύτερα. Περισσότερο. Μα πιάνω τον καθρέφτη, και βλέπω τις ρυτίδες. Τις άσπρες τρίχες. Πότε θα μεγαλώσω? Πότε θα καταλάβω? Σε ποιό χρόνο? Τόσο λίγη που νοιώθω, τόσα νοήματα, απλά μικρά, τρανά, απύθμενα. Εκεί που νοιώθω οτι τα τσάκωσα, τα έβαλα στέρεα στο νού μου, ξεφεύγουν γελώντας με την αποκοτιά μου. Κι άλλο μου λεν. Προσπάθησε κι άλλο. Μόλις έκανες το πρώτο βήμα.

Εξερευνώντας τον "Βραχόκηπο"

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Σημείο αναφοράς.




Όλο και πιο συχνά ξαναγυρνώ στα μέσα μου και αυτοσυστήνομαι.
Γειά σου. Είμαι εσύ. Άλλαξα απο χτες. Χαίρω πολύ.
Ψάχνω να βρω το νόημα, και ο κόσμος μουτζουρώνει το τοπίο μου.
Γι αυτό κι εγώ του κλείνω το παραθυρόφυλλο και την πόρτα.
Ο κόσμος ποτέ δε με βοήθησε να καταλάβω. Μόνο με μπέρδευε.

Γυρνώ στα μέσα μου λοιπόν. Απλά πράγματα.
Ξανακάνω τις χιλιοειπωμένες ερωτήσεις.
Ποιά είσαι? Τι γυρεύεις εδω πέρα?
Γιατί τίποτε δε σε αγγίζει?
Τι θέλουν επιτέλους αυτοί?

Πλησιάζω το θεμέλιο λίθο. Το σφαγμένο κοκόρι.
Τρέχω τα δάχτυλα στη ριμαγμένη πέτρα και αναστενάζω με ανακούφιση.
Τουλάχιστον εσύ είσαι εδώ. Της λέω.
Όλα άλλαξαν. Τα χρώματα, οι ήλιοι, οι γεύσεις, αλλά εσύ παρέμεινες.
Νοιώθω ευγνωμοσύνη.
Χωρίς το σημείο αναφοράς δεν θα είχα θέση στον κόσμο.
Δεν θα ήμουν κόκκος. Θα ήμουν τίποτα.

Αλλά με την πέτρα μου να με δένει απο ένα σημείο στο σύμπαν,
Νοιώθω κομάτι του.
Μπορώ να την δέσω στο λαιμό μου. Μπορώ να την πετάξω και να ανοίξω κεφάλι.
Μπορώ να κάτσω επάνω και να συλλογιστώ.
Μπορώ να την χαράξω με δάκρυα, γιατί,  χαρές, παιχνίδια και τραγούδια.
Η πέτρα μου θα είναι πάντα αυτό. Μια πέτρα.
Κι εγώ θα βλέπω δίπλα της τον ίσκιο μου τα ψηλώνει  να αλλάζει να μετριέται.
Θα καταλαβαίνω πως δεν είμαι πέτρα, αλλά και πως χωρίς αυτή, θα ήμουν τίποτα.

Το σημείο αναφοράς δίνει νόημα  στην  εξέλιξη.