Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Η θεία μου


Η θεία μου είναι 83 χρονών. Φοράει μαύρα και έχει μαγκούρα. Έχει υπέροχα χιονάτα μαλλιά, που την κάνουν να μοιάζει με κοριτσάκι. Το πρόσωπο της είναι ένας χάρτης απο ρυτίδες. Τίποτα απο αυτά δεν βλέπεις. Όταν τη συναντάς βλέπεις ένα σπινθιριστό χαμόγελο. Φεύγοντας απο δίπλα της παίρνεις μαζί σου όχι την ανάμνηση της, αλλά κομμάτια απο το χαμόγελο της και μια υποψία λάμψης που περιτυλίγει τη μορφή της. Μερικές φορές νομίζω οτι βλέπω μια αύρα γύρω της. Δεν είναι αγία φυσικά. Εγώ δεν είμαι ειδική να βλέπω αύρες. Υπάρχει όμως κάτι γύρω της που με ηλεκτρίζει.

Καθόταν απέναντι μου στην πολυθρόνα. Είχε γείρει ο ήλιος, και την χουζούλευε γλυκά. Μιλάγαμε για ώρες. Κακαρίζαμε σαν κοριτσάκια κάθε λίγο. Με προκαλούσε διαρκώς. Να κάνω, να φτιάξω, να πάω, να ζήσω, να ερωτευτώ. Την κοιτούσα και έλεγα μέσα μου οτι αυτό ήταν ανωμαλία. Εκείνη έπρεπε να κάθεται στον καναπέ, κι εγώ στην πολυθρόνα δίπλα στη μαγκούρα.

Κάποια στιγμή έκανε να σηκωθεί, αλλά δεν μπορούσε. Καθόμασταν πολύ ώρα και είχε πιαστεί. Πήγα να τη βοηθήσω, αλλά μάλλον την πόνεσα χειρότερα. Μου είπε οτι θα το κάνει σιγά σιγά μόνη της. Σχολιάζοντας τα έρμα τα γηρατειά της, πονώντας, γελώντας με την κατάντια της, βογκώντας, όλα ταυτόχρονα, κάποια στιγμή ορθώθηκε στηριζόμενη στην μαγκούρα της. Ήταν τέτοια η ικανοποίηση της που το κατάφερε επιτέλους, που κλείδωσε τα μάτια της στα μάτια μου και βαρώντας τη μαγκούρα στο πάτωμα μου είπε με δυνατή φωνή και πονηρό χαμόγελο. "Άντρα θέλω, ΤΩΡΑ τονε θέλω"...
Η ψυχή μου έκανε τούμπες στο δωμάτιο καθώς κυλιόμουν στον καναπέ γελώντας.

Η θεία μου η Κάκια είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος.
Δείχνει με τη μαγκούρα της σε φωτισμένα μονοπάτια, και δεν το καταλαβαίνει ούτε η ίδια.
Κάτω απο το καλοσυνάτο βλέμμα της, νοιώθω το σκληρό πετσί μου να μαλακώνει.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Τα πρώτα μας βήματα...






...τα κάναμε φορώντας κάτι καλτσάκια, μέσα στις ανοιχτές αγκαλιές αυτών που μας ενθάρρυναν.
 Στην αρχή, πέφταμε πολύ. Κλαίγαμε. Πεισμώναμε. Ξανασηκωνόμασταν. 
Μετά μάθαμε.
Πέφταμε λιγότερο, αλλά πάντα κλαίγαμε, πεισμώναμε, ξανασηκωνόμασταν.


 Σημαντικό είναι να υπάρχει πάντα εκεί γύρω μια άξια ανοιχτή αγκαλιά να μας βοηθήσει να σηκωθούμε.

Ή ενίοτε να μην πέσουμε...

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Μικρά και μεγάλα ταξίδια





Μέτρησα 67 βήματα. Ξανά και ξανά. Κατέβαζα τα σκουπίδια από το σπίτι μου στο κάδο. 67 βήματα στον δεξί, 62 στον αριστερό. Σήμερα πέταξα ένα σωρό αχρηστίες. Γέμισα τους κάδους μέχρι επάνω. Κάτι όνειρα που λίμναζαν κρυμμένα. Δυο ενοχές που με βάραιναν στην ανάσα. Τις αποφάσεις που αθετούσα κάθε φορά που τις έπαιρνα. Πέταξα, πέταξα, πίκρες από ανθρώπους που πια δεν έχουν σημασία. Γιατί να έχουν οι πίκρες τους? Κάτι κακίες που είχα κρατήσει για να προστατευτώ. Τι σημαίνει τώρα αυτό? Πως με το να γίνομαι χειρότερη άξιζα προστασία? Κάτι άχρηστες ιδέες, δεν ξέρω που τις κόλλησα, και κάτι πεποιθήσεις φερμένες απ τη μάνα μου, ξεκόλλησαν επιτέλους από το πετσί μου. Τι σημαίνει να είσαι κοινωνικά αποδεκτός?
Ξεκουράστηκα για λίγο, και άρχισα την ψυχανάλυση. Τι άλλο θέλω να πετάξω. Αν κάπνιζα, θα άναβα τσιγάρο. Έβαλα αντί αυτού ένα κρασί, και απόλαυσα το άρωμα της πρώτης γουλιάς.
Ήθελα να πετάξω κι άλλα, αλλά όλο κρύβονταν σε σκοτεινές γωνιές και δεν μπορούσα να τα αναγνωρίσω. Οι φόβοι κυρίως. Είναι καλοί στο κρυφτό, κι εγώ εθελότυφλη γαρ σκόνταφτα επάνω τους. Ξέρω ότι θα ξαναγυρίσω σ’ αυτό,  αλλά επιτέλους πέταξα και κάνα δυο από δαύτους. 
Θα μπορούσα να συνεχίσω όλη μέρα. Αλλά βρέθηκα μπροστά σε κάτι ασήκωτο. Μια θλίψη αέρινη σαν άχλη, βαριά σαν ατσάλι να καθίζει πάνω μου σα σκόνη. Πως πετιέται αυτή? Έστρεψα το βλέμμα μου αλλού. Ορισμένα πράγματα δεν μπορείς να τα πετάξεις αποφάσισα, και σήκωσα τους ώμους.
Έφτασα λοιπόν στο τελευταίο. Στεκόμουν εκεί απέναντι, και το κοιτούσα. Ανίκανη να αποφασίσω τελικά. ΄Ενας καθρέφτης μου έδειχνε το είδωλο. Όλες τις αλλαγές που είχα υποστεί. Πόσο ο χρόνος με είχε αγγίξει, πόσο η ρυτίδα στο μέτωπο είχε βαθύνει. Κοιτούσα για ώρες. Μετά με πήρα αγκαλιά και μέτρησα 67 βήματα. Νομίζω ότι με το γδούπο χαμογέλασα.

Μετά την ηλιόπαυση, το voyager 1 βρίσκεται σε άγνωστα συμπαντικά μονοπάτια.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Περί Ζωωδίων...





Χριστίνα ήταν και πέρασε,
Χριστίνα ήταν και πάει.
Φεύγει ο Κρόνος από το ζώδιο.
Είχε στρογγυλοκαθίσει από το εννιά.
…και λέω ότι δεν πιστεύω….
Να πάει στο καλό. Πάει στο Σκορπιό.
Εγώ θέλω να πάω Αυστραλία.
Έχει κάτι δέντρα εκεί,
Που όταν γίνονται ψηλά, καίγονται μόνα τους.
Ναι, αυτοαναφλέγονται για να αρχίσουν από την αρχή.
Τι ωραίο παράδειγμα…
Σεκόγιες Μπαομπάπ και Ευκάλυπτοι.
Δέντρα με χαρακτήρα…

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Μαύρη τρύπα




Όταν το βάρος μου γίνεται αβάσταχτο,
Εκει, κοντά στο τέλος της μέρας,
Κουβαλάω το σαρκίο μου στη θάλασσα.
Το ρίχνω μέσα, να πάρει άνωση,
Να γινει ελαφρό.
Τόσο βάρος δεν αντέχεται,
Ανακουφίζομαι επιπλέοντας παρακαλώντας να με πάρει το ρέμα επιτέλους.

Άλλες φορές, κάθομαι στην άκρη, εκεί που σκάει το κύμα, στην προκυμαία, και προσπαθώ να φανταστώ το βάθος. Προσπαθώ να φτιάξω μια εικόνα για το τι υπάρχει κάτω από τα πόδια μου. Όταν την ολοκληρώνω φαντάζομαι ότι βγάζω τη μαύρη τρύπα που έχω στο στήθος και με υπεράνθρωπη προσπάθεια την πετάω στη θάλασσα. Τότε, καθώς η τρύπα πέφτει στο βυθό, ρουφάει όλο το νερό, όλο τον κόλπο, τη θάλασσα τον ωκεανό, όλους τους ωκεανούς. Τελικά μένει  ο πλανήτης  χωρίς νερό γιατί όλο αυτό το κενό, δεν έχει τρόπο να χορτάσει. Τότε από ντροπή για τον εγωισμό μου, κουτρουβαλάω στο στεγνό βυθό, φτάνω στην τρύπα μου, και την παίρνω στα χέρια μου. Με αποστροφή την ξαναβάζω στη θέση της. Στο στήθος μου. Καθώς λοιπόν στέκομαι εκεί, στο στεγνό βυθό, στην απόλυτη μοναξιά, αναβλύζω. Επιστρέφω το νερό στη θέση του. Στον κόλπο, τη θάλασσα τον ωκεανό, όλους τους ωκεανούς. Φεύγει το νερό, επιστρέφει πιο δυνατό το κενό. Αλλά δε με νοιάζει πια.
Επιτέλους πνίγομαι. 
Κυριολεκτικά!

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Εσύ.








Όπου κι αν βρίσκεσαι  πάνω σε αυτόν τον πλανήτη,
Ότι κι αν ζητάς, κυνηγάς, μαθαίνεις, απορίπτεις,
Όποιο το χρώμα σου, η γλώσσα σου, οι αντιλήψεις, οι ιδέες,
Έχεις κάτι κοινό με όλους.

Στάσου, κοίτα τα πόδια σου, το έδαφος που πατάς,
Και νοιώσε…
Είσαι εσύ το κέντρο του κόσμου.
Για σένα γίνονται όλα, από σένα απορρέουν όλα.
Όταν κλείνεις τη συνείδηση σου, ο κόσμος κλείνει μαζί της.
Εσύ είσαι η Αρχή.

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Αναπόληση


-->


Σήμερα θυμάμαι.
Στιγμές από το ξεχασμένο παρελθόν.
Ταξίδια. Μοναξιές. Τρελά χοροπηδητά σε άδειες πίστες.
Σήμερα θυμάμαι.
Βουτιές χωρίς ανάσα.
Κλεμμένα βλέμματα.
Θυμάμαι ιδρώτα και μυρωδιές.
Σαν να τελειώνει η ζωή μου βλέπω την ανασκόπηση.
(Κι άλλο. Απ αυτό το ανεύθυνο. Μπορώ)?
Θυμάμαι ένα δωμάτιο με ένα ραδιοφωνάκι.
Μικρό κι αυτό κι εγώ.
Μεγάλο ταξίδι. Ακόμα να τελειώσει.
Θυμάμαι ραγισματιές και τριξίματα.
Τη δύναμη μιας δαγκωματιάς.
Θυμάμαι ένα χέρι να μου πιάνει τη μέση.
Πόσο έντονη ανάμνηση μπορεί να είναι ένα χέρι που σου πιάνει τη μέση!
Θυμάμαι αγαπημένα χαμόγελα.
(Μόνο χαμόγελα θέλω να θυμάμαι).
Σήμερα θυμάμαι μια καφετέρια στη Θεσσαλονίκη.
Δέκα λεπτά κουβέντας που κράτησε δυο χρόνια.
Μια βόλτα να προπορεύομαι.
Και όλοι οι δρόμοι να γίνονται μεγαλύτεροι.
Νόμιζα ότι ποτέ δε θα σταματήσω.
Σταμάτησα.

Τώρα δεν φτιάχνω τίποτα να θυμάμαι.

Το τραγούδι της νύχτας










Ανώνυμος είπε...
To τραγούδι αυτό ανήκει κάπου. Σε μια αιώνια αγάπη. Που δεν περνά και δεν σβήνεται. Αλλά μπορεί και να το ξέρεις αυτό. Θα μου επιτρέψεις να αφήσω τους στίχους γιατί είναι συγκλονιστικοί και γιατί δεν ακούγονται πολύ καλά.
Στίχοι: Μιχάλη Μαρματάκη
Μουσική: Τερμίτες
Ερμηνεία: Φλέρυ Νταντωνάκη
από το δίσκο Τσιμεντένια Τραίνα, 1986

Εκεί σκορπισμένη στον ύπνο μουσκεύει η ψυχή
θλιμμένη αγαπιέμαι από σκεύη κουζίνας και πράγματα
και κάπου στο βάθος της νύχτας αστράφτεις εσύ
σε εικόνες γεμάτες περάσματα.

Αίμα στο στόμα μου και τ' όνειρο άσπρο
μικρές αγγελίες στον τύπο διαβάζεις
μου μοιάζεις με όστρακο κι απόρθητο κάστρο
Αίμα στα πόδια μου και τ' όνειρο άσπρο
γυμνή-ξαπλωμένη να τρέχω διατάζεις
μου μοιάζεις απόμακρος και σβήνεις σαν άστρο
αίμα στο βλέμμα μου και τ' όνειρο άσπρο
στο χρώμα μπερδεύτηκα - δεν βλέπω - μ' αρπάζεις
φωνάζω σαν νήπιο μια λέξη σαν ''άσ' το''.

Εκεί διαλυμένη στον ύπνο, βαμμένη χρυσή
με γέλια φλερτάρω ένα σκεύος κουζίνας χαράματα
και μ' ένα μπουκάλι υγρό γεννημένο εσύ
γυμνή με δικάζεις να βάλω τα κλάματα

'Να 'μαι '' φωνάζω μπροστά στον καθρέφτη
''γυναίκα από πέτρα με ψυχή βιασμένη''
κοιτάζω τη φάτσα μου να βλέπει τον κλέφτη
''να 'μαι '' ψελλίζω κοντά στον καθρέφτη
διακρίνω τη χλόη μου με στάχτη βαμμένη
και κει μπρος στα πόδια μου το σώμα μου πέφτει
''να 'μαι '' υστερίζω σιμά στον καθρέφτη
τον χτυπώ με γροθιά και με βλέπω σπασμένη.

Ξυπνώ μουσκεμένη κοντά σ' ένα κάλπικο ψεύτη.

Ξυπνώ μουσκεμένη...

Δεν καταλαβαίνω




Μερικές φορές… δεν καταλαβαίνω.
Είμαι αυτό που ανέχοντας το, το άφησα και καρποφόρησε.
Είμαι γρανάζι στη μεγάλη μηχανή.
Κι ας μη μου αρέσουν τα άλλα γρανάζια.
 Και ας γυρνούν αντίθετα από μένα.
Είμαι τόσο έξυπνη, όσο ο τελευταίος χαζός κρίκος.
Δεν είμαι καλύτερη. Είμαι λίγο πιο ηλίθια.
Γιατί δεν βλέπω.
Γιατί νομίζω ότι οι άλλοι είναι οι  «άλλοι».
Μειδιώ.
Εξυπνοπούλι μου.
Οι άλλοι είσαι εσύ.

Δεν καταλαβαίνω τους «αυτούς» τους «άλλους».
Μα κι εγώ γι αυτούς, «αυτοί» και «άλλοι» είμαι.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Εθνική επέτειος


Ήταν εκεί. Στη γωνιά του δρόμου. Όπως συνήθιζε τους τελευταίους μήνες. Κανένας δε θυμάται πότε άρχισε να πηγαίνει στη γωνία. Άλλωστε ήταν τόσοι πολλοί χαμένοι άνθρωποι με βρώμικα ρούχα και θολά μάτια τον τελευταίο καιρό που κοιμόντουσαν στους δρόμους. Ένας ακόμα δεν έκανε τη διαφορά. Βρώμικος, αξύριστος , με λιγδιασμένα μαλλιά. Το δεξί του παπούτσι ήταν τρύπιο από πάνω. Δε φόραγε κάλτσες. Τις περισσότερες φορές, ένα σκυλί του έκανε παρέα. Η βρώμα του και τα εμφανή τσιμπούρια του σκυλιού έκαναν τον άνθρωπο ακόμα πιο απωθητικό από το συνηθισμένο. Άλλωστε ο κόσμος δεν πλησιάζει ποτέ τους αλήτες του δρόμου. Υποκρίνονται οτι δεν υπάρχουν. Γίνονται ένα με τις γωνίες που κάθονται, με τους κάδους που ψάχνουν, με τα χαρτόκουτα που κοιμούνται. Έτσι κι αυτός. Και για ένα παραπάνω λόγο. Δεν ζητιάνευε. Δεν υπήρχε χαρτόνι μπροστά του που να ζητάει ελεημοσύνη. Δεν άπλωνε το χέρι του. Καθόταν και αγνάντευε με τις ώρες την κίνηση του δρόμου, λες και ήταν κανένας μεγαλοδικηγόρος στο ρετιρέ γραφείο του. Πάντοτε ήσυχος, πάντοτε βρώμικος.

Μια μέρα, εμφανίστηκε μια κλούβα και μάζεψε όλους τους αλήτες που λυμαίνονταν τον δρόμο. Την επόμενη ήταν εθνική εορτή. Γιορτή περηφάνιας και ανεξαρτησίας για το έθνος. Δεν επιτρεπόταν οι ζητιάνοι να μειώνουν την λαμπρότητα των σωμάτων ασφαλείας της χώρας. Τον μάζεψαν κι αυτόν, καθάρισαν το δρόμο, το βράδυ πέρασε η υδροφόρα και ξέπλυνε τα πεζοδρόμια. Ήταν όλα έτοιμα. Το πρωί, ένα λαμπερό πρωί, μια τέλεια μέρα για παρελάσεις και πατριωτικούς λόγους, ξημέρωσε βρίσκοντας τον αλήτη στη θέση του. Κανείς δεν ξέρει πως. Γιατί τον άφησαν. Το έσκασε? Καθόταν από το ξημέρωμα στη γωνία του και παρακολουθούσε τους ανθρώπους του δήμου να σημαιοστολίζουν, να βάζουν σχοινιά για να μην περνάει το πλήθος. Τους παρατηρούσε γαλήνιος. Σαν να ήταν επιστάτης που επόπτευε τις δουλειές. Κατά το μεσημεράκι μαζεύτηκε ο κόσμος. Παιδάκια με σημαίες αγκαλιά στους μπαμπάδες τους, γυμνασιόπαιδα με τη στολή τους, σημαιοφόροι… Το λεφούσι του κόσμου μυρμήγκιασε, η παρέλαση άρχισε, τα εμβατήρια παιάνιζαν. Ακουγόταν η φωνή του εκφωνητή να εκθειάζει τα νιάτα τη λεβεντιά την εθνική αυταπάρνηση… Όλα κυλούσαν όπως κάθε τέτοια επέτειο. Μερικοί αναρχικοί έκαναν να μπουν στην παρέλαση, μερικοί διμοιρίτες τους απώθησαν, έπεσαν μερικές ψιλές, αλλά πάνω στην ώρα φάνηκαν τα άρματα. Τα τανκς. Τα πολυβόλα. Πέρασαν και 6 μαχητικά σε σχηματισμό. Ανατρίχιασε ο κόσμος και λούφαξε να θαυμάσει.

Τότε… Τότε ένα πιτσιρίκι από αυτά που βρισκόντουσαν στην αγκαλιά του μπαμπά τους με το σημαιάκι στο χέρι, στράφηκε προς τα πίσω, και είδε τον αλήτη. Γύρισε ο πιτσιρικάς το βλέμμα του στο βαρύ όχημα που περνούσε με θόρυβο μέσα σε μια βροχή από παλαμάκια, αλλά αυτόματα το κεφάλι του γύρισε από την άλλη να δει τον αλήτη. Μέσα από θολό πρόσωπο, τα αχτένιστα μαλλιά, τα μπερδεμένα γένια του, δυο μάτια τον κοίταζαν, δυο λαβωμένα μάτια βουρκωμένα ανταπέδιδαν το βλέμμα του πιτσιρικά. Εκείνη τη στιγμή, την πιο εκκωφαντική στιγμή απ όλες, ο εκφωνητής εκθείαζε «… τα περήφανα νιάτα, τα τιμημένα γηρατειά…» ο αλήτης έκλεισε τα μάτια, και ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπο του. Αυτόματα ο πιτσιρίκος ένοιωσε τα δικά του μάτια να βουρκώνουν, και μέσα σε μια στιγμή ένας λυγμός ξέσπασε μέσα του. Άρχισε να κλαίει γοερά. Το πρώτο δάκρυ του έπεσε στο καλοξυρισμένο μάγουλο του πατέρα του, που ξαφνιασμένος ξέσπασε σε αναφιλητά. Οι διπλανοί άκουσαν το κλάμα του παιδιού, στράφηκαν να το δουν, και άρχισαν και οι ίδιοι να κλαίνε. Το κλάμα μεταδόθηκε σαν κύμα. Ο ένας με τον άλλον, με το βλέμμα, σαν να ήταν κολλητικό, όπως το γέλιο. Οι λυγμοί έφτασαν στην αρχή της παρέλασης οπού ένα μπουκέτο γελαστά προσκοπάκια τώρα έτρεμε από τους λυγμούς, ο κάμεραμαν φυσούσε τη μύτη του, ο στρατηγός στο τζιπ είχε διπλωθεί από τη λύπη του, και όλοι οι φαντάροι, όλοι οι ναύτες, οι αεροπόροι, οι αδερφές νοσοκόμες, λέρωναν τη στολή τους με δάκρυα που κανείς τους δεν ήξερε γιατί, αλλά όλοι είχαν απόλυτη ανάγκη να χύσουν. Ήταν σαν κεραυνός. Η παρέλαση διαλύθηκε, όλοι ντροπιασμένοι προσπαθούσαν να φύγουν γρήγορα, να κρυφτούν, να μη δει κανείς πόσο λυπημένοι και μόνοι ήταν. Μόνο τα παιδιά έκλαιγαν ακόμα γοερά, γιατί δεν είχαν μάθει ακόμα να κρύβονται.

Κανείς δεν παρηγόρησε κανέναν.

Άδειασε ο δρόμος. Γέμισε πεταμένα σημαιάκια να τα παρασέρνει ο άνεμος. Τα τελευταία πόδια είχαν εξαφανιστεί από τη ματιά του αλήτη. Ο ίδιος εξακολουθούσε να κάθεται στη γωνία του, μουσκεμένος από τα δάκρυα αμίλητος και βρώμικος όπως πάντα. Ο σκύλος που γρύλιζε όση ώρα έκλαιγε ο κόσμος, τώρα γύρισε και παρόλο το μέγεθος του πήγε και φώλιασε στα σταυρωμένα πόδια του αλήτη. Έγλειψε με τη μεγάλη του γλώσσα τα μουσκεμένα γένια, και έκρυψε το κεφάλι στον ώμο του. Ο αλήτης τον χάιδεψε, και τον κράτησε γερά στην αγκαλιά του.

Ο ένας παρηγόρησε τον άλλον.

Ένας αναστεναγμός απλώθηκε από σπίτι σε σπίτι, και ο ήχος του ενώθηκε δραπετεύοντας από τα ανοιχτά παράθυρα και γέμισε τον αέρα. Όλοι οι άνθρωποι ανάσαναν βαθιά σαν κάποιος να τους είχε πάρει αγκαλιά και να τους χαϊδέψει τον ώμο.


Ήταν μια εθνική επέτειος που όλοι φρόντισαν γρήγορα να ξεχάσουν...