
Ήταν εκεί. Στη γωνιά του δρόμου. Όπως συνήθιζε τους τελευταίους μήνες. Κανένας δε θυμάται πότε άρχισε να πηγαίνει στη γωνία. Άλλωστε ήταν τόσοι πολλοί χαμένοι άνθρωποι με βρώμικα ρούχα και θολά μάτια τον τελευταίο καιρό που κοιμόντουσαν στους δρόμους. Ένας ακόμα δεν έκανε τη διαφορά. Βρώμικος, αξύριστος , με λιγδιασμένα μαλλιά. Το δεξί του παπούτσι ήταν τρύπιο από πάνω. Δε φόραγε κάλτσες. Τις περισσότερες φορές, ένα σκυλί του έκανε παρέα. Η βρώμα του και τα εμφανή τσιμπούρια του σκυλιού έκαναν τον άνθρωπο ακόμα πιο απωθητικό από το συνηθισμένο. Άλλωστε ο κόσμος δεν πλησιάζει ποτέ τους αλήτες του δρόμου. Υποκρίνονται οτι δεν υπάρχουν. Γίνονται ένα με τις γωνίες που κάθονται, με τους κάδους που ψάχνουν, με τα χαρτόκουτα που κοιμούνται. Έτσι κι αυτός. Και για ένα παραπάνω λόγο. Δεν ζητιάνευε. Δεν υπήρχε χαρτόνι μπροστά του που να ζητάει ελεημοσύνη. Δεν άπλωνε το χέρι του. Καθόταν και αγνάντευε με τις ώρες την κίνηση του δρόμου, λες και ήταν κανένας μεγαλοδικηγόρος στο ρετιρέ γραφείο του. Πάντοτε ήσυχος, πάντοτε βρώμικος.
Μια μέρα, εμφανίστηκε μια κλούβα και μάζεψε όλους τους αλήτες που λυμαίνονταν τον δρόμο. Την επόμενη ήταν εθνική εορτή. Γιορτή περηφάνιας και ανεξαρτησίας για το έθνος. Δεν επιτρεπόταν οι ζητιάνοι να μειώνουν την λαμπρότητα των σωμάτων ασφαλείας της χώρας. Τον μάζεψαν κι αυτόν, καθάρισαν το δρόμο, το βράδυ πέρασε η υδροφόρα και ξέπλυνε τα πεζοδρόμια. Ήταν όλα έτοιμα. Το πρωί, ένα λαμπερό πρωί, μια τέλεια μέρα για παρελάσεις και πατριωτικούς λόγους, ξημέρωσε βρίσκοντας τον αλήτη στη θέση του. Κανείς δεν ξέρει πως. Γιατί τον άφησαν. Το έσκασε? Καθόταν από το ξημέρωμα στη γωνία του και παρακολουθούσε τους ανθρώπους του δήμου να σημαιοστολίζουν, να βάζουν σχοινιά για να μην περνάει το πλήθος. Τους παρατηρούσε γαλήνιος. Σαν να ήταν επιστάτης που επόπτευε τις δουλειές. Κατά το μεσημεράκι μαζεύτηκε ο κόσμος. Παιδάκια με σημαίες αγκαλιά στους μπαμπάδες τους, γυμνασιόπαιδα με τη στολή τους, σημαιοφόροι… Το λεφούσι του κόσμου μυρμήγκιασε, η παρέλαση άρχισε, τα εμβατήρια παιάνιζαν. Ακουγόταν η φωνή του εκφωνητή να εκθειάζει τα νιάτα τη λεβεντιά την εθνική αυταπάρνηση… Όλα κυλούσαν όπως κάθε τέτοια επέτειο. Μερικοί αναρχικοί έκαναν να μπουν στην παρέλαση, μερικοί διμοιρίτες τους απώθησαν, έπεσαν μερικές ψιλές, αλλά πάνω στην ώρα φάνηκαν τα άρματα. Τα τανκς. Τα πολυβόλα. Πέρασαν και 6 μαχητικά σε σχηματισμό. Ανατρίχιασε ο κόσμος και λούφαξε να θαυμάσει.
Τότε… Τότε ένα πιτσιρίκι από αυτά που βρισκόντουσαν στην αγκαλιά του μπαμπά τους με το σημαιάκι στο χέρι, στράφηκε προς τα πίσω, και είδε τον αλήτη. Γύρισε ο πιτσιρικάς το βλέμμα του στο βαρύ όχημα που περνούσε με θόρυβο μέσα σε μια βροχή από παλαμάκια, αλλά αυτόματα το κεφάλι του γύρισε από την άλλη να δει τον αλήτη. Μέσα από θολό πρόσωπο, τα αχτένιστα μαλλιά, τα μπερδεμένα γένια του, δυο μάτια τον κοίταζαν, δυο λαβωμένα μάτια βουρκωμένα ανταπέδιδαν το βλέμμα του πιτσιρικά. Εκείνη τη στιγμή, την πιο εκκωφαντική στιγμή απ όλες, ο εκφωνητής εκθείαζε «… τα περήφανα νιάτα, τα τιμημένα γηρατειά…» ο αλήτης έκλεισε τα μάτια, και ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπο του. Αυτόματα ο πιτσιρίκος ένοιωσε τα δικά του μάτια να βουρκώνουν, και μέσα σε μια στιγμή ένας λυγμός ξέσπασε μέσα του. Άρχισε να κλαίει γοερά. Το πρώτο δάκρυ του έπεσε στο καλοξυρισμένο μάγουλο του πατέρα του, που ξαφνιασμένος ξέσπασε σε αναφιλητά. Οι διπλανοί άκουσαν το κλάμα του παιδιού, στράφηκαν να το δουν, και άρχισαν και οι ίδιοι να κλαίνε. Το κλάμα μεταδόθηκε σαν κύμα. Ο ένας με τον άλλον, με το βλέμμα, σαν να ήταν κολλητικό, όπως το γέλιο. Οι λυγμοί έφτασαν στην αρχή της παρέλασης οπού ένα μπουκέτο γελαστά προσκοπάκια τώρα έτρεμε από τους λυγμούς, ο κάμεραμαν φυσούσε τη μύτη του, ο στρατηγός στο τζιπ είχε διπλωθεί από τη λύπη του, και όλοι οι φαντάροι, όλοι οι ναύτες, οι αεροπόροι, οι αδερφές νοσοκόμες, λέρωναν τη στολή τους με δάκρυα που κανείς τους δεν ήξερε γιατί, αλλά όλοι είχαν απόλυτη ανάγκη να χύσουν. Ήταν σαν κεραυνός. Η παρέλαση διαλύθηκε, όλοι ντροπιασμένοι προσπαθούσαν να φύγουν γρήγορα, να κρυφτούν, να μη δει κανείς πόσο λυπημένοι και μόνοι ήταν. Μόνο τα παιδιά έκλαιγαν ακόμα γοερά, γιατί δεν είχαν μάθει ακόμα να κρύβονται.
Κανείς δεν παρηγόρησε κανέναν.
Άδειασε ο δρόμος. Γέμισε πεταμένα σημαιάκια να τα παρασέρνει ο άνεμος. Τα τελευταία πόδια είχαν εξαφανιστεί από τη ματιά του αλήτη. Ο ίδιος εξακολουθούσε να κάθεται στη γωνία του, μουσκεμένος από τα δάκρυα αμίλητος και βρώμικος όπως πάντα. Ο σκύλος που γρύλιζε όση ώρα έκλαιγε ο κόσμος, τώρα γύρισε και παρόλο το μέγεθος του πήγε και φώλιασε στα σταυρωμένα πόδια του αλήτη. Έγλειψε με τη μεγάλη του γλώσσα τα μουσκεμένα γένια, και έκρυψε το κεφάλι στον ώμο του. Ο αλήτης τον χάιδεψε, και τον κράτησε γερά στην αγκαλιά του.
Ο ένας παρηγόρησε τον άλλον.
Ένας αναστεναγμός απλώθηκε από σπίτι σε σπίτι, και ο ήχος του ενώθηκε δραπετεύοντας από τα ανοιχτά παράθυρα και γέμισε τον αέρα. Όλοι οι άνθρωποι ανάσαναν βαθιά σαν κάποιος να τους είχε πάρει αγκαλιά και να τους χαϊδέψει τον ώμο.
Ήταν μια εθνική επέτειος που όλοι φρόντισαν γρήγορα να ξεχάσουν...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου