Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Ξέρω πως είναι.



Ξέρω πως είναι.

Όλα άγονα φυτρώνουν στη χώρα του θανάτου

Νεκρά μπουμπούκια ξεροί μίσχοι.

Ξέρω πως είναι.

Να έχεις τόση θλίψη μέσα σου - να μην αντέχεις.

Να διπλώνεις την ύπαρξή σου ξανά και ξανά,

Για να περιορίσεις τον πόνο.

Μέχρι να γίνεις μια κουκίδα.

Χωρίς άλλη επιλογή από την έκρηξη.

Γιατί μάζεψες, μάζεψες,

και το ειδικό σου βάρος έγινε πια ασήκωτο.

Όπως συμβαίνει με τα’ αστέρια που εκρήγνυνται.

Όπως συμβαίνει με τα μπαλόνια που σκάνε.

…έχουν μαζέψει τόση ένταση…

Ξέρω πως είναι.

Κι έχω ξεσπάσει σε όσους δε φταίνε.

Κι έχω σπάσει δικά μου κι αλλότρια.

Κι έχω χάσει όποιο δίκιο και ανθρώπινη υπόσταση

…μεθώντας, βρίζοντας, καταριόντας.

Ξέρω πως είναι.

Να βλέπεις τοίχους όπου κι αν στραφείς.



Πειράζει που δεν αντέχω να βλέπω πια?

Μερικές φορές...

Μερικές φορές δίνεις τα πάντα για μια ανάσα.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Μερικές φορές...


Μερικές φορές ένα δωμάτιο με ένα παράθυρο μπορεί να είναι οτιδήποτε...

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Μερικές φορές


Μερικές φορές μετά τη βροχή βγαίνει το ουράνιο τόξο.
Μερικές φορές.

Εκείνο το κιούπι με το χρυσάφι στην άκρη του το βρήκε κανένας ή ακόμη?

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Μερικές φορές...




Μερικές φορές, παίρνεις ένα δρόμο...
ακόμα κι αν δεν βγάζει πουθενά!

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Η υπόσχεση



Με κοιτάς μ' αυτά τα τεράστια μάτια,
και μου λες να προσέχω τα παιδιά.
Αφού το ξέρεις, μου είναι πιο εύκολο να ξεριζώσω τ' απο μέσα μου.
Παρά να σου δώσω την τελευταία υπόσχεση.

Κι εγώ θέλω να σου υποσχεθώ ένα σωρό άλλα πράγματα τα χρόνια που θα 'ρθουν.
-Πως θα 'ρθω στην ώρα μου στο ραντεβού μας για ψώνια....
-Πως θα σου φτιάξω το γλυκό για τη γιορτή του παιδιού....
-Πως θα σου επιστρέψω χωρίς να το καταστρέψω το μπλουζάκι...
Τέτοιες υποσχέσεις θέλω να σου δώσω πολλές και να τις τηρήσω μια προς μια.

Μα εσύ μου ζητάς την πιο δύσκολη.
Την τελευταία.

Τι να σου πω, τι να τους πω...

Πάρε το χέρι μου για να τα κρατάς εσύ.
Πάρε τα μάτια μου για να τα βλέπεις.
Πάρε τα λόγια μου για να τα οδηγείς.
Πάρε το είναι μου για να τα στέργεσαι.
Πάρε τα όλα κι ακόμη τόσα.

Μόνο μη μου ζητάς αυτή η υπόσχεση να είναι η τελευταία...

Ζητείται ελπίς...


Όταν μπήκε στο καφενείο, κείνο το απόγεμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σ' ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σε άλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά ή συζητούσανε.

Ήρθε ο καφές. Άναψε τσιγάρο, ήπιε δυο γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.

Καινούριες μάχες είχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλειαι εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται,», έλεγε το τηλεγράφημα.

Ένα ακόμα ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.

«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλούται εις τον κόσμον μας», ήταν ο τίτλος μιας άλλης είδησης.

Ύστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγές εκπαιδευτικών, μια απαγωγή, ένα βιασμό, τρεις αυτοκτονίες. Οι δυο, για οικονομικούς λόγους. Δυο νέοι, 30 και 32 χρονώ. Ο πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.

Αλλού είδε κριτική για ένα ρεσιτάλ πιάνου, έπειτα κάτι για τη μόδα, τέλος την «Κοσμική Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθές παρά τω κυρίω και τη κυρία Μ. Τ. Χάρμα ευμορφίας και κομψότητος η κυρία Β. Χ. με φόρεμα κομψότατο εμπριμέ και τοκ πολύ σικ. Ελεγκάντικη εμφάνισις η δεσποινίς Ο. Ν.»

Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Έριξε μια ματιά στις «Μικρές Αγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευή αρίστη, εκ 4 δωματίων, χολ, κουζίνας, λουτρού πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εις σοβαρόν κύριον δωμάτιον εις β' όροφον, ευάερον, ευήλιον . . .

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο προς αγοράν ...

Σκέψεις γυρίζανε στο νου του.

Από τότε που τέλειωσε δ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκια του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αίμα χυνότανε, στην Κορέα χτες, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο . . .

Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπο του · είχε ιδρώσει, κι όμως δεν έκανε ζέστη.

Ο πόλεμος, η βόμβα υδρογόνου, οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις» . . . Το πανόραμα της ζωής!

Δεν είχε αλλάξει διόλου προς το καλύτερο η ζωή μας ύστερ' από τον πόλεμο. Όλα είναι, τα ίδια σαν και πριν. Κι όμως είχε ελπίσει κι αυτός, όπως είχαν ελπίσει εκατομμύρια άνθρωποι σ' όλη τη γη, πως ύστερ' από τον πόλεμο, ύστερ' από τόσο αίμα που χύθηκε, κάτι θ' άλλαζε. Πως θαρχόταν η ειρήνη, πως ο εφιάλτης του πολέμου δε θα ίσκιωνε πια τη γη μας, πως δε θα γίνονταν τώρα αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, πως . . .

Σουρούπωνε. Μερικά φώτα είχαν ανάψει κιόλας στα μαγαζιά αντίκρυ. Στο καφενείο δεν είχανε ανάψει ακόμα τα φώτα. Του άρεσε έτσι το ημίφως.

Σκέφτηκε τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στον τομέα των ιδεών, σύγχυση στον κοινωνικό τομέα, σύγχυση . . .

Δεν έφταιγε η εφημερίδα που έκανε τώρα αυτές τις σκέψεις. Τα σκεφτότανε όλα αυτά τον τελευταίο καιρό, πότε με λιγότερη, πότε με περισσότερη ένταση. Σκεφτότανε το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής. Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα, που κρέμεται από μια κλωστή. Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα. Σκεφτότανε το φόβο που έχει μπει στις καρδιές.

Στον καθρέφτη, δίπλα του, είδε το πρόσωπο του. Ένα πολύ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δε μαρτυρούσε την ταραχή που είχε μέσα του.

Είχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. Και είχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε πια χωρίς ελπίδα. Ναι, δε φοβότανε να το ομολογήσει στον εαυτό του πως ήτανε χωρίς ελπίδα.

Μια σειρά από διαψεύσεις ελπίδων ήταν η ζωή του. Είχε ελπίσει τότε , . .

Είχε ελπίσει υστέρα . . .

Κάποτε, πριν από χρόνια, είχε ελπίσει στον κομμουνισμό. Μα είχε διαψευσθεί κι εκεί. Τώρα δεν είχε ελπίδα σε καμιά ιδεολογία!

Ζήτησε ένα ποτήρι νερό ακόμα. Αυτή η διάψευση από τις λογής λογής ιδεολογίες ήτανε βέβαια γενικό φαινόμενο. Και παραπάνω από τη διάψευση, η κούραση, η αδιαφορία, που οι πιο πολλοί, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστά στις διάφορες ιδεολογίες.

Κοίταζε τα τρόλεϋ που περνάγανε ολοένα στη λεωφόρο, το πλήθος . . . Μπροστά του, η εφημερίδα ανοιχτή. Όλα αυτά που είχε δει και πρωτύτερα: η σκιά του καινούριου πολέμου, η Ινδοκίνα, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις» . . .

Τσιγάρα! ένας πλανόδιος μπήκε.

Πήρε ένα πακέτο.

Στις έξι σελίδες της εφημερίδας: η ζωή. Κι αυτός, ήτανε τώρα ένας άνθρωπος που δεν έχει ελπίδα.

Θυμήθηκε, πριν από χρόνια, ήτανε παιδί ακόμα, είχε αρρωστήσει βαριά μια θεία του, ξαδέρφη της μητέρας του. Την είχανε σπίτι τους. Ήρθε ο γιατρός · βγαίνοντας από το δωμάτιο της άρρωστης, είπε με επίσημο ύφος:

Δεν υπάρχει πλέον ελπίς !

Έτσι κι αυτός, τώρα, είχε φτάσει στο σημείο να λέει:

— Δεν υπάρχει πλέον έλπίς !

Του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Είχε την αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!» Σα να ήταν έγκλημα αυτό. Σα να είχε ένα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σα να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους.

Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία. . . . Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δε. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στο διάολο η ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Ούτε αριστερός ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε, και τώρα δεν έχει ελπίδα, και που νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι θάχουν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά νάχουν.

Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: η Ινδοκίνα, η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, οι «Μικρές Αγγελίες» . . .

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή . . .

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον . . .

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζιπ εν καλή καταστάσει . . .

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσεος περσικός . . .

Έβγαλε την ατζέντα του, έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε με το μολύβι, του :

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπις

Ύστερα πρόσθεσε το όνομά του και τη διεύθυνση του. Φώναξε το γκαρσόνι. Ήθελε να πληρώσει, να πάει κατευθείαν στην εφημερίδα, να δώσει την αγγελία του, να παρακαλέσει, να επιμείνει να μπει οπωσδήποτε στο αυριανό φύλλο.


Αντώνης Σαμαράκης

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Το νερό, η άμμος, ο τυφώνας.



Με λένε φόβο.
Εγώ και το νερό, χωνόμαστε παντού.
Σπάμε την πέτρα, σκαλίζουμε χαράδρες,
Δημιουργούμε καταρράκτες.

Με λένε άγνοια.
Εγώ και η άμμος, σκεπάζουμε τα πάντα.
Απλώνουμε το πέπλο μας στον κόσμο,
Του κλείνουμε τα βλέφαρα.

Με λένε αντίδραση.
Εγώ και ο τυφώνας σκορπίζουμε το χάος.
Ξεσπάμε την οργή μας ανεξέλεγκτα.
Μετά τη σπορά, θερίζουμε συντρίμμια.

Αγέλες


Είναι μέσα στο κύτταρο μας μάλλον.

Να φτιάχνουμε ομάδες για να πολεμάμε τις άλλες.

Τις αντίπαλες.

Αγέλες λύκων σε παιχνίδι με σκοπό την επιβίωση.

Μόνο που είμαστε πιο εξελιγμένοι.

Έχουμε χρώματα, ονόματα, ιδεολογίες.

Σχηματίζουμε ομάδες και η δικιά μας είναι πάντα η καλύτερη.

Κάποιος επωφελείται από όλα αυτά.

Το προφανές.

Το προφανές είναι εύκολο. Δεν κουράζει.

Κατευθύνει κλειδωμένα μυαλά που είναι εύκολα στο τσούλημα.

Ακούγεται ένας πυροβολισμός.

Μετά όλοι βγαίνουν στο δρόμο.

Οι μαύροι, οι κόκκινοι, οι μπλε.

Να κυνηγήσουν το προφανές.

Να μη σκεφτούν ποιος φτιάχνει το προφανές και τι κερδίζει.

Απλά να τρέξουν.



Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Πως τελειώνει το παραμύθι?






Απο την ταινία LawnDogs (1997)







































Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Πως αλλάζουν όλα...



Που πήγε το μυαλό?
Η αντοχή?
Η ελπίδα?

Που πήγε η ηλιόλουστη μέρα?
Η μυρωδιά του καφέ?
Το ξένοιαστο χουζούρεμα το πρωί?

Τι έγιναν οι στιγμές,
αυτές που ένοιωθες καλά που υπάρχεις?
Έτσι απλά.
Χωρίς αιτίες.

Σαν το ταγκό.
Ένα βήμα μπροστά και δυο πίσω.
Καταλήγεις έτσι όλο και πιο πίσω.
Κοιτώντας μπροστά.
Όλο και πιο πίσω.

Κι αν μερικές φορές δεν αντέχω και λυγίζω,
Άκου με λίγο….
Αν δεν μπορώ να σταθώ και παραπατάω,
Νοιώσε με λίγο.

Είναι που ψάχνω να βρω μια ανάσα.
Μια μικρή ανάσα πριν κάνω βουτιά.
Έστω κι αν είναι μόνο για να ουρλιάξω.