Η θεία μου είναι 83 χρονών. Φοράει μαύρα και έχει μαγκούρα. Έχει υπέροχα χιονάτα μαλλιά, που την κάνουν να μοιάζει με κοριτσάκι. Το πρόσωπο της είναι ένας χάρτης απο ρυτίδες. Τίποτα απο αυτά δεν βλέπεις. Όταν τη συναντάς βλέπεις ένα σπινθιριστό χαμόγελο. Φεύγοντας απο δίπλα της παίρνεις μαζί σου όχι την ανάμνηση της, αλλά κομμάτια απο το χαμόγελο της και μια υποψία λάμψης που περιτυλίγει τη μορφή της. Μερικές φορές νομίζω οτι βλέπω μια αύρα γύρω της. Δεν είναι αγία φυσικά. Εγώ δεν είμαι ειδική να βλέπω αύρες. Υπάρχει όμως κάτι γύρω της που με ηλεκτρίζει.
Καθόταν απέναντι μου στην πολυθρόνα. Είχε γείρει ο ήλιος, και την χουζούλευε γλυκά. Μιλάγαμε για ώρες. Κακαρίζαμε σαν κοριτσάκια κάθε λίγο. Με προκαλούσε διαρκώς. Να κάνω, να φτιάξω, να πάω, να ζήσω, να ερωτευτώ. Την κοιτούσα και έλεγα μέσα μου οτι αυτό ήταν ανωμαλία. Εκείνη έπρεπε να κάθεται στον καναπέ, κι εγώ στην πολυθρόνα δίπλα στη μαγκούρα.
Κάποια στιγμή έκανε να σηκωθεί, αλλά δεν μπορούσε. Καθόμασταν πολύ ώρα και είχε πιαστεί. Πήγα να τη βοηθήσω, αλλά μάλλον την πόνεσα χειρότερα. Μου είπε οτι θα το κάνει σιγά σιγά μόνη της. Σχολιάζοντας τα έρμα τα γηρατειά της, πονώντας, γελώντας με την κατάντια της, βογκώντας, όλα ταυτόχρονα, κάποια στιγμή ορθώθηκε στηριζόμενη στην μαγκούρα της. Ήταν τέτοια η ικανοποίηση της που το κατάφερε επιτέλους, που κλείδωσε τα μάτια της στα μάτια μου και βαρώντας τη μαγκούρα στο πάτωμα μου είπε με δυνατή φωνή και πονηρό χαμόγελο. "Άντρα θέλω, ΤΩΡΑ τονε θέλω"...
Η ψυχή μου έκανε τούμπες στο δωμάτιο καθώς κυλιόμουν στον καναπέ γελώντας.
Η θεία μου η Κάκια είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος.
Δείχνει με τη μαγκούρα της σε φωτισμένα μονοπάτια, και δεν το καταλαβαίνει ούτε η ίδια.
Κάτω απο το καλοσυνάτο βλέμμα της, νοιώθω το σκληρό πετσί μου να μαλακώνει.
