Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Χαίρω πολύ








Μου κλείνει το μάτι.
Την ξέρω αυτή τη φάτσα.
Την είχε ένα εξάχρονο που κάναμε πατίνι στην κατηφόρα.

Μου χαμογέλασε και λίγο στραβά.
Τα χείλη αυτά τα φίλησα πίσω απο μια εκκλησία,
Σ’ έναν επιτάφιο πριν ντυθώ μυροφόρα.

Και τον ήχο της φωνής που παιχνιδίζει τον ξέρω.
Τον άκουγα συχνά πυκνά σ’ ένα ακρογιάλι,
Να μου ψιθυρίζει μαζί με τη θάλασσα.


Τα χέρια ξέρω απ όλα πιο πολύ.
Το άγγιγμα θυμίζει σπίτι.
Κι εγώ σπίτι δεν είμαι.
Μα όπου ήταν αυτά τα χέρια, το σπίτι ήρθε και με βρήκε.
Κοιτώ μέσα στα μάτια.

Έχουν ένα όμορφο γαλάζιο καθαρού ουρανού.
Είχα πετάξει σε τέτοιο ουρανό ένα μεσημέρι.
Χαμογελάω.
Απλώνω το χέρι. 
(Είμαι σπίτι).

Χαίρω πολύ.
Χριστίνα.

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Ο Κύριος Σωτήρης.





Βράδυ Σαββάτου. Απο αυτά που δεν περιμένεις τίποτα.
Πάμε έξω για φαγητό. Πολλοί μεγάλοι άνθρωποι. Τι κάνω εδω?
Τουλάχιστον έχει καλό φαγητό. Τρώω.
Λίγο πριν ζητήσω να φύγουμε, έρχεται.
Ο Κύριος Σωτήρης.
Ογδοήκοντα επταετής. Μισός παράλυτος απο εγκεφαλικό.
Απο την πόρτα μέχρι δίπλα στο τραπέζι μας του παίρνει πεντάλεπτο.
Μαγκούρα στο χέρι, αλλά δεν στηρίζεται. Την έχει αγκαζέ.
Περνάει η ώρα και έχει πει λίγο ως πολύ, μια κουβέντα με όλους  μέσα στο μαγαζί.
Φωνάζει τον σερβιτόρο. «Που είσαι ωρε ζωντόβολο!!! Τώρα το ψαρεύετε το ψάρι μου?»
Ο σερβιτόρος πενηνταπενταετής. Γίνεται έφηβος μπροστά στη φόρα του κυρ Σωτήρη.
«Αμέσως κυρ Σωτήρη, αμέσως».
Ωσπου να έρθει το ψάρι έχει μερακλώσει. Σηκώνεται.
Μου αφήνει τη μαγκούρα να την προσέχω, και αισθάνομαι σημαντική.
Φτάνει στο κέντρο της πίστας, και με το μισό κορμί του φέρνει ένα γύρο της γερακίνας γιος.
Άνοιξε το χέρι, το καλό, γιατί είναι λεβέντης και μάγκας.
Το άλλο το λαβωμένο, το κράτησε σιμά του.
Βούρκωσα, και πνίγηκα και χαμογελούσα σαν ηλίθια, γιατί δεν ήθελα να φανώ.
Γεια σου κυρ Σωτήρη!!! Της γερακίνας τέκνο!
Μισό μαγαζί όλοι σκεφτόμασταν το ίδιο.
Μακάρι κι εμείς... τέτοια διάθεση...
Περνάει κι άλλη ώρα, και ζητάει τραγούδι που δεν το έχει το ρεπερτόριο.   
Τους περνάει γενεές δεκατέσσερις.
Το επόμενο κομάτι έρχεται.
« Κυρ Θάνος πέθανε.... παραπονεμένος....»   χορεύει μια γιαγιά.
Της ανοίγει μια σαμπάνια του πεντάευρου.
Θέλω να τσιρίξω.
Στη τελευταία στροφή ο τραγουδιστής καλαμπουρίζοντας αντί για κυρ Θάνος λέει κυρ Σωτήρης για να πάρει μια βασιλική μούντζα και ένα ετοιμόλογο «αι στο διάολο ρε μασκαρά».
Τραντάζεται το μαγαζί.
Γυρνάει και μου κλείνει το μάτι.
"Εγώ κάθε Σάββατο είμαι εδώ" μου λέει.
"Κι εγώ το άλλο Σάββατο εδώ θα είμαι κυρ Σωτήρη".
Έτσι, για να παίρνω μαθήματα σκέφτομαι, μα το κρατάω για τον εαυτό μου.

Εμείς φύγαμε στις τέσσερις.  Αυτός έμεινε...

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Ζωή...

Περνάει καιρός.
΄Ερχεται η ζωή και σου τραβάει τις κουρτίνες.
Νυσταγμένη στραβώνεσαι στο φως, μα πλησιάζεις το παράθυρο.
Ξέρω, ξέρω. Έρχομαι!
Μισό λεπτό να  νυφτώ με το νερό της βρύσης.
Η κρυάδα του να μου διώξει τη νύστα.
Μια γουλιά ελληνικό να μυρωδίσει το στόμα μου.
Ένα κουλούρι...

Στάσου ντε, άσε μου το  μανίκι.
Έρχομαι σου λέω. Να βάλω τα παπούτσια.
Τι? Δεν περιμένεις?
Καλά, ζωή ανυπόμονη.
Ξυπόλυτη θα έρθω.
Δεν τρέχει τίποτα.
Ξυπόλυτη, γυμνή, άφαγη, νυσταγμένη.
Δε σου αντιστάθηκα ποτέ.
Κουτρουβαλουσα απο παιδούλα πλάι σου παραβγαίνοντας στις μελανιές και τα γδαρσίματα.
Σιγά που θα κωλώσω.
Στο δρόμο μάζεψα τόσα αναθύματα, κι όλο που σκέφτομαι πως δεν έχω τελειώσει.
Δώσε μου κι άλλα παράσημα, κι άλλες μουτζαλιές.
Κι άλλες νύχτες με ιδρώτες.

Πάμε, μου λες, κι έχεις φτάσει στη γωνία.
Μυρίζει χαμομήλι και σκέφτομαι τη μάνα μου.
Να θυμηθώ να της πω, πως τη ζωή που μου δωσε, την ήπια μέχρι στάλα.
Τρέχω ξωπίσω της, να προλάβω.
Να πιάσω σιμά της, γιατί δε μου αρέσει ουραγός.
Στήθος με στήθος θα την πάω, μέχρι να κόψουμε το νήμα.
Και θα το κόψουμε με φόρα και με γέλια.
Όπως αρμόζει στα νιάτα που δεν σταμάτησαν να ανθίζουν μέσα μας.
Όπως αρμόζει στη λεβέντρα την ψυχή μας.
Τόσες σφαλιάρες κι αυτή επιμένει να σηκώνεται.
Τόσα δάκρυα κι αυτή επιμένει να τα ντύνει χαμόγελα.
Στρίβω το κεφάλι και την βλέπω δίπλα μου.
Τρέχα της λέω. Θα σε παραβγώ. 
Μέχρι το τέλος του δρόμου.

                           ... μέχρι το τέλος του καιρού.