Περνάει καιρός.
΄Ερχεται η ζωή και σου τραβάει τις κουρτίνες.
Νυσταγμένη στραβώνεσαι στο φως, μα πλησιάζεις το παράθυρο.
Ξέρω, ξέρω. Έρχομαι!
Μισό λεπτό να νυφτώ
με το νερό της βρύσης.
Η κρυάδα του να μου διώξει τη νύστα.
Μια γουλιά ελληνικό να μυρωδίσει το στόμα μου.
Ένα κουλούρι...
Στάσου ντε, άσε μου το
μανίκι.
Έρχομαι σου λέω. Να βάλω τα παπούτσια.
Τι? Δεν περιμένεις?
Καλά, ζωή ανυπόμονη.
Ξυπόλυτη θα έρθω.
Δεν τρέχει τίποτα.
Ξυπόλυτη, γυμνή, άφαγη, νυσταγμένη.
Δε σου αντιστάθηκα ποτέ.
Κουτρουβαλουσα απο παιδούλα πλάι σου παραβγαίνοντας στις
μελανιές και τα γδαρσίματα.
Σιγά που θα κωλώσω.
Στο δρόμο μάζεψα τόσα αναθύματα, κι όλο που σκέφτομαι πως
δεν έχω τελειώσει.
Δώσε μου κι άλλα παράσημα, κι άλλες μουτζαλιές.
Κι άλλες νύχτες με ιδρώτες.
Πάμε, μου λες, κι έχεις φτάσει στη γωνία.
Μυρίζει χαμομήλι και σκέφτομαι τη μάνα μου.
Να θυμηθώ να της πω, πως τη ζωή που μου δωσε, την ήπια μέχρι
στάλα.
Τρέχω ξωπίσω της, να προλάβω.
Να πιάσω σιμά της, γιατί δε μου αρέσει ουραγός.
Στήθος με στήθος θα την πάω, μέχρι να κόψουμε το νήμα.
Και θα το κόψουμε με φόρα και με γέλια.
Όπως αρμόζει στα νιάτα που δεν σταμάτησαν να ανθίζουν μέσα
μας.
Όπως αρμόζει στη λεβέντρα την ψυχή μας.
Τόσες σφαλιάρες κι αυτή επιμένει να σηκώνεται.
Τόσα δάκρυα κι αυτή επιμένει να τα ντύνει χαμόγελα.
Στρίβω το κεφάλι και την βλέπω δίπλα μου.
Τρέχα της λέω. Θα σε παραβγώ.
Μέχρι το τέλος του δρόμου.
... μέχρι το τέλος του καιρού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου