Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ανακυκλώνω παλιές σκέψεις.




Κάθε μέρα που ξανοίγει, μια καινούρια μάχη.
Κοιτάζω στον καθρέφτη.
Τι έμαθες? Τι πιστεύεις? Τι αγαπάς?
Χτες ήρθε ένας φίλος και μάκρυνε η κουβέντα
Τι ανακάλυψες? Τι σε ξάφνιασε? Για τί αναρρίγησες?
Μέχρι το μεσημέρι καταλαγιάζει η σκόνη της μάχης.
΄Ωρα για ανασυγκρότηση. Άλλαξε κάτι?
Ακτινογραφώ τον εαυτό μου χτες και σήμερα.
Βάζω τις πλάκες τη μια δίπλα στην άλλη.
Παίζω το παιχνίδι «Βρείτε τις διαφορές».
Όταν δε βρίσκω καμία, νοιώθω χαζή.
Μα δεν έμαθα τίποτα? Τι χαμένη μέρα!
Όσο μεγαλώνω, όλο και πιο πολύ μάχομαι τις πεποιηθήσεις μου.
Τα σιγουράκια.
Αυτά που με ματώνουν περισσότερο.
Καθώς περνούν οι μέρες, ανοίγω τα μάτια.
Σαν κουταβάκι αρχίζω να ξεχωρίζω σιλουέτες στη θολούρα.
Μα όλο μου ξεφεύγουν.
Κάτι έννοιες πολύτιμες, που είναι το κέντρο του κόσμου μου,
Κάθομαι και κοιτάζω.
Ελευθερία. Η πρώτη.
Κουνάω το κεφάλι. Τι βιασμένη λέξη!
Μου ‘ρχεται να βάλω τα κλάμματα.
Πίστη. Τι διεστραμμένη λέξη!
Τρομάζω όταν την ακούω απο άδεια στόματα.
Δεν πάω παραπέρα.
Με κουράζει η ματαιότητα με ωθεί η περιέργεια.
Ακόμα και αυτό μια μάχη.
Νομίζω η μεγαλύτερη είναι η μάχη της αδράνειας.
Να μη σταματήσω να ρωτάω, να μαθαίνω, να αμφισβητώ
Να μην καταλήξω ποτέ ήρεμη και περιστοιχισμένη
 –νεκρή-  απο τις πεποιηθήσεις μου.
Τι τραγική κατάληξη!
Θα ήθελα να ξυπνάω κάθε πρωί
Και να κοιτάζω τον κόσμο
Με τα μάτια ενός πεντάχρονου παιδιού.
Όλο θαυμασμό και περιέργεια.
Με όλους τους δρόμους ανοιχτούς να σεργιανίσω
Ειλικρινά και απλά να γνωρίσω τον κόσμο.
Τι δώρο! Κάθε μέρα να ανακαλύπτω εμένα.

Έχεις το κλειδί της γαλήνης μου.







Έξω απο την πόρτα μου, μαίνονται θύελλες
Πόλεμοι γίνονται, βομβαρδισμοί.
Σείεται η γης, νέφη κυκλώνουνε,
Κύμματα υψώνονται, βανδαλισμοί.

Κλείνω την πόρτα μου, σε πλησιάζω.
Σε αγκαλιάζω, ως το πρωί.
Όλα σωπαίνουνε, η φύση ησυχάζει,
Όλοι οι θόρυβοι χάνουν φωνή.

Στέκομαι δίπλα σου, είσαι σιμά μου
Όλα γλυκαίνουνε σαν χαραυγή
Τόσα χαμόγελα, γύρω μας μοιάζουν
Σαν να λουλούδισε όλη η γη.

Γέρνω στο πλάι σου και ανασαίνω.
Έτσι ορίζεται όλη η ζωή.
Όλα αχνορόδινα, όλα μελένια
Όσο στο βλέμμα μου υπάρχεις εσύ.

Κλείνω τα μάτια μου κι όλη η γαλήνη
Έρχεται μέσα μας για να κρυφτεί
Όλα είναι σίγουρα κι ευτυχισμένα
Για εμάς εφτιάχτηκε τούτη η γιορτή.

Έξω απο την πόρτα μου σκότος μαζεύει.
Χάνονται άνθρωποι, σκορπιούνται στρατοί
Μα στο πλατύσκαλο, ο κόσμος τους παύει.
Γιατί δεν βρίσκει τον τρόπο να μπει.

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Υπάρχω.




Μισή- μισή, αλλά κάνω δουλειά.
All weather girl αντέχει.
Blue tack girl συμφέρει.
Applicable to wounds and scratches
Durable to moisture and heat.
Αποδέχτηκα επιτέλους την αποστολή μου.
Εγώ, ήρθα εδώ, για να πονάς λιγότερο.
Είμαι σαν το scots brite.
Να παιρνω ό,τι περισσεύει.
Μη σε νοιάζει, δε με νοιάζει.
Αρκεί να χαμογελάς.
Εσύ χαμογελάς. Εγώ χαμογελώ.
Αποστολή εξετελέσθη.
Εδώ,  για μια ακόμα αποστολή.


ΘΥΜΑΜΑΙ η ρουφιάνα.

Επιφάνειες...

Κοιτάω.
Κοιτάω απέναντι.
Όμορφο αγόρι. Βαθιά φωνή. Απο αυτές που με τραβάνε.
Μου χαμογελάει. Ανταποδίδω.
Ωραία επιφάνεια. Σκέφτομαι.
Όπως οι πάγκοι κουζίνας. Καλογυαλισμένη.
Αρχίζει να μιλάει.
Αναλύει την δική του κοσμοθεωρία.
Βλέπω.
Συνεχίζει και μιλάει.
Βλέπω βαθιά. 
Κενό.
Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ.
Χωρίς ενδιαφέρον ξαναγυρνάω στο κοίταγμα.
Ωραίο αγόρι. Υπνωτιστική φωνή. Απο αυτές που με νανουρίζουν.
Πήρε τη σιωπή μου για ενδιαφέρον. 
Εμβαθύνει. Αυτός.
Λήξη. Εγώ.

Οι πάγκοι της κουζίνας βγαίνουν στάνταρ σε 4 και 6 εκατοστά.
Αυτός δεν είναι καν 6.
«Θες νεράκι με τον καφέ σου»?
Διακόπτω και σηκώνομαι.
Πηγαίνω στην κουζίνα, ανοίγω το ψυγείο, 
βγάζω την γυάλινη μπουκάλα με το δροσερό νεράκι 
και ένα ποτήρι απο το ντουλάπι.
Τα ακουμπώ στον πάγκο.
Δεν μπορώ να αντισταθώ.
Τον χαϊδεύω...
Τόσο όμορφος!