Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Ένα βήμα πίσω, δύο μπροστά.



Βιάζομαι να γυρίσω στη δουλειά Έχω βγει για μικροδουλειές και έχω καθυστερήσει. Η τελευταία είναι να πάρω μπαταρίες από το περίπτερο. Ζογκλάροντας κινητό, γυαλιά, σακούλες, τσάντα, ρέστα και μπαταρίες, κοντοστέκομαι λίγο πριν διασχίσω το δρόμο γιατί νομίζω ότι μου έπεσαν τα ψιλά. Η κυρία δίπλα μου με τα καρώ παπούτσια φορτσάρει να περάσει. Ένα - δυο βήματα, δεν ξέρω που βρέθηκε, ένα μαύρο αυτοκίνητο, φρένα, θόρυβος, η κυρία πετιέται στον αέρα. Όπως αυτές οι crash test dummies, αλλού τα χέρια τα πόδια, να ίπταται πάνω από το αμάξι. Δεν συμβαίνει, σκέφτομαι. Μόνο στις ταινίες βλέπεις αργή κίνηση. Εδώ στη μέση της Γούναρη δε βλέπω ταινία. Συνειδητοποιώ ότι άκουσα καθαρότατα πέρα από τον ήχο της πρόσκρουσης, και το γδούπο που έκανε καθώς έσκαγε κάτω.

Δεν κουνιέμαι. Μέσα στο κέντρο της πόλης και όλα έχουν σταματήσει. Μου περνάει η ηλίθια σκέψη ότι αν βρω το ευρώ που μου έπεσε, θα το κρατήσω όπως ο Γκαστόνε την τυχερή του δεκάρα. Ξεκουνιέμαι και πλησιάζω. Δρασκελώ ένα καρώ παπούτσι με γδαρμένο καφέ τακούνι. Λεπτομέρειες που προσέχει κανείς! Ένας πανικόβλητος πιτσιρικάς πετιέται από το αμάξι. Έντρομος γυρίζει την κυρία. Τη μεταφέρουμε όπως όπως στην άκρη. Το μέτωπό της έχει ανοίξει στη μέση. «Δεν είναι τίποτα» της λέω και κοιτάζω με ενδιαφέρον την ανοιγμένη σάρκα που αιμορραγεί άσχημα. Βγάζω ένα πακέτο χαρτομάντιλα και αμέσως μουσκεύουν στο κόκκινο.

Αυτά γίνονται στο Nip tuck εξακολουθούν σουρεαλιστικά οι κουλές σκέψεις να με αποδιοργανώνουν. –Διαπιστώνω με ενδιαφέρον την αληθοφάνεια της σειράς που έβλεπα χτες βράδυ. Οι πούστηδες! Όλα αληθινά τα κάνουν. Εδώ όμως δεν πέφτουν διαφημίσεις, ούτε πατάς το pause. Κάλεσαν το ασθενοφόρο, η κυρία μου ζητάει να πάρω ένα τηλέφωνο, να ειδοποιήσω... κάποιος με σπρώχνει, κάποιος ήδη πληκτρολογεί τον αριθμό. Κοιτιόμαστε στα μάτια. Ακόμα δεν το έχουμε πιστέψει. Πισοπατώ, σκοντάφτω πάνω σε κάτι. Στο καρώ παπούτσι. Το σηκώνω, το βάζω δίπλα της. Έχει γδαρμένο καφέ τακούνι. Η ώρα των διαφημίσεων έφτασε, πέρασε, και κανένα σποτάκι δε διέκοψε τη ζωή. Δε θέλω να μείνω άλλο. Ήρθαν οι σωτήρες. Κοιτάζω το τσαλακωμένο πακετάκι από τα χαρτομάντιλα στη χούφτα μου. Έχασα τις μπαταρίες.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Η Σαβούρα.



Σήμερα ένας άνθρωπος ήρθε και πήρε όλη τη σαβούρα που είχα επιτρέψει σε άλλους να μαζέψουν σπίτι μου. Πράγματα χωρίς καμία αξία, μάζευαν βρώμα στην αποθήκη. Απομεινάρια ζωών άλλων, θλιβερά ενθυμήματα αποτυχίας τους. Ένιωθα λες και έφευγαν από πάνω μου κι όχι από την αποθήκη. Ξαλάφρωνα βλέποντας το σκουπιδαριό να φορτώνεται στο ημιφορτηγάκι. Έδιωχνα τα πράγματα τους, και κάθε κομμάτι που έλειπε έκανε χώρο στην προοπτική μου. Σκεφτόμουν ότι το να είσαι δεκτικός και εξυπηρετικός με τους άλλους, μοιραία, σου μεταβιβάζει και τα προβλήματά τους. Τις σκοτούρες τους, πράγματα που δεν μπορούν να πετάξουν, και τα μεταφέρουν σε σένα με ένα ατέρμονο ενοικιοστάσιο. Προχωρώντας τη σκέψη συνειδητοποίησα πόσο πιο έντονα το κάνουμε αυτό με τα συναισθήματα των άλλων. Κουβαλάμε τις φοβίες τους, τους προστατεύουμε, τους δίνουμε λιμάνι και αραξοβόλι, και τελικά τους καταστρέφουμε στερώντας τους την ικανότητα να μπορούν να διαχειρίζονται τα δικά τους φορτία. Γιατί τι είναι τελικά να είσαι ενήλικος αν δεν μπορείς να κουβαλήσεις το βάρος της ενηλικίωσής σου?

Κοίταζα το παλιό ψυγείο να τραμπαλίζεται και τελικά να κατρακυλάει από το υπερφορτωμένο φορτηγό με ένα φοβερό θόρυβο και σκεφτόμουν πόσα άλλα ορατά και αόρατα σκουπίδια λυμαίνονται στη ζωή μου. Πόσες ευκαιρίες έχω χάσει και πόσες υποχωρήσεις έχω κάνει για να μην ξεβολέψω καταστάσεις. Θλιβερά πολλές υποχωρήσεις, τραγικά πολλές χαμένες ευκαιρίες. Όταν ο ήχος του φορτηγού έσβησε από τα αφτιά μου ξαναμπήκα στην αποθήκη. Κοίταξα γύρω μου και είδα ότι θα μπορούσα να είχα πετάξει άλλα τόσα άχρηστα πράγματα. Θα μπορούσα να τα είχα πετάξει όλα. Δε θα είχε αλλάξει τίποτα αν έδιωχνα και το παραμικρό από την αποθήκη. Μόνο η προοπτική μου θα άλλαζε. Μόνο η σκέψη με τι να την ξαναγεμίσω. Τι βίτσιο και αυτό να μη μπορούμε να ζούμε σε άδειους χώρους!!!

Να χρειαζόμαστε χιλιάδες αγκυρούλες να μας δένουν στον ντόκο της ανασφάλειας...

Να χρειαζόμαστε τους άλλους να μας ξαλαφρώσουν από αυτά που δεν παίρνουμε απόφαση να απορρίψουμε...

Και τι θλιβερή που είναι η συνειδητοποίηση ότι έγινες η βολική κρεμάστρα των αδύναμων χαρακτήρων που σε περικυκλώνουν!

Όπως θλιβερή είναι και η συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχουν ισότιμες και κιμπάρικες σχέσεις. Θλιβερή είναι η ανάγκη του άλλου να σε έχει υποστήριγμα και όχι ισάξιο συνοδοιπόρο στη βόλτα της ζωής και ομοτράπεζο στις γεύσεις της. Σχέσεις με δεκανίκια, υποκατάστατα, φαινομενική αδιαφορία, φόβος να βουτήξεις πραγματικά, - γι αυτό και απλά επιπλέεις. Δε θα μάθεις ποτέ τι υπήρχε από κάτω. Όχι γιατί δεν υπάρχει, αλλά γιατί δε θέλησες να το δεις. Δεν πέταξες το περιττό βάρος που σε κούραζε και σου έκοβε την ανάσα. Να πάρεις από μόνος σου μια βαθιά αναπνοή και να κάνεις εκείνη την ελεύθερη κατάδυση επιτέλους. Να βυθιστείς σε αυτό που θέλεις εσύ, κι όχι εκεί που σε οδηγούν οι άλλοι. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάρος από έναν «ελαφρύ» σύντροφο. Και δεν υπάρχει πιο άχρηστο πράγμα από μια αποθήκη γεμάτη «σαβούρες».

Μέσα - έξω, πέτα τα άχρηστα, άφησε τον αέρα και τον ήλιο να σου δώσουν μια ανάσα. Άλλωστε ήρθες στη ζωή μόνος και χωρίς αποσκευές... θα επιζήσεις.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008

Ήταν μια γαμομέρα, αλλά...



Ήταν η δεύτερη μέρα στη δουλειά. Ξέρεις πως είναι τώρα. Εσύ είσαι από Ελλάντα και αυτοί από Κίνα. Όλο κουλαμάρες κάνεις, και σου γυρίζει το μάτι. Ο φυσιολογικός εαυτός σου θα σε σκαμπίλιζε. Εσύ αποθεώνεις το τοπ τεν της μαλακίας. Θέλεις να πας σπίτι σου να κάνεις ταβανοθεραπεία,μαζί με κρεβατοθεραπεία για καλύτερο αποτέλεσμα. Δεν πτοείσαι, συνεχίζεις να πατατιάζεις ακάθεκτη. Λίγο πριν τα πρόθυρα της πνευματικής σου κατάρρευσης, φεύγεις για να πας στην άλλη δουλειά. (Ναι είσαι και προκομμένη τρρρρομάρρρρα σου)! Η μέρα ξεκίνησε πηδώντας όλα τα αποδεκτά όρια και εξακολουθεί να γκαντεμιάζει προς το άκρον άωτον. Από τον ένα γαμοϋπολογιστή στον άλλον. Λίγο πριν τελειώσεις τη σελίδα κολλάει το σύμπαν, αυτό, και το παράλληλο. Είναι επισήμως γαμομέρα. ΄Εφτασε γαμονύχτα και εξακολουθεί... Θέλεις να πιεις τον Βόσπορο την Κασπία την Ερυθρά τον Εύξεινο και τον Ελλήσποντο. Ποσώς σε ενδιαφέρει αν μιλάμε για τα ίδια ανάποδα. Εσύ θέλεις να ξεχάσεις. Είναι μια γαμομέρα σου λέω.... Και ξαφνικά χτυπάει το κινητό. Και επειδή υπάρχει Θεός, η πρώτη λέξη που ακούς είναι: ….΄ΑΑΑΑΑΝΤΕΞΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!! λάιβ από το Σάααααακη στην πλατεία Γεωργίου. Το μόνο που θέλεις είναι να ααααντέεεεξεις για λίγο ακόμα. Υπάρχει Θεός στην πλατεία Γεωργίου πάνω στο πατάρι. Και μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ το Σάαααααακη, εννοώ το μπουκάλι που σε περιμένει κρυμμένο σε ένα παλτό στη τσέπη, μαζί με 4-5 κοριτσάκια που τσιρίζουν. Να πας να τσιρίξεις κι εσύ δίπλα στην κυρία με το μαλλί κουνουπίδι. Είναι κι άλλες που χοροπηδούν μετά τα τριάντα..... τι καλά που υπάρχουν και χειρότερα, - κοιτάς το λάχανο και χαίρεσαι....

Και εκεί που λες ότι η μέρα (νύχτα πια) τείνει προς το καλύτερο, τείνει και ο μαλάκας το χέρι του και ότι άλλο του περισσεύει προς τα εσένα. Και ντεν είναι και ΄Ελληνα, να ξέρεις να πεις μια κουβέντα... Είναι Ιρακινό, Ιρανό, Ιορδανό, Ίλεος Ίλεος..... Ούτε καν Ε.Ε. την ατυχία σου! Και έχεις και την κούρασή σου, και αυτός θέλει να σε κεράσει από τη μπίρα του. Χέσε με ρε Αδόλφε! Είπαμε, άντεξα! Αλλά μη το παρατραβήξουμε κιόλας!

Και εκεί που γαμήθηκε ότι είχε απομείνει αγάμητο από την υπομονή το κουράγιο και την αντοχή σου, λέει το αγόρι στο πατάρι το “Are you gonna go my way” του Lenny Kravitz και αναρωτιέσαι αν σου κάνουν πλάκα και πότε θα τσιρίξεις... Δεν θα σχολιάσω το υπόλοιπο ρεπερτόριο, ούτε καν το «Λιωμένο παγωτό» που το ακούω κλείσιμο σε όποιο μπουζουκομάγαζο, γάμο, βάπτιση, πηγαίνω τα τελευταία 100 χρόνια. Έχω να πω το εξής:

Εγώ ... ΆΝΤΕΞΑ!

....Και ήταν και γαμομέρα!

(και δεν έσκισε το μπλουζάκι του) – γαμώ το!

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Παιδικά τραύματα

Κοιτάζω γύρω μου και χωρίς να προσπαθήσω, βλέπω...

Βλέπω! Όλα αυτά που μας έβαλαν φόβο στο μάτι, αμφιβολία στην ψυχή, όχι στο ναι.

Τα χειρότερα τραύματα που μας καθόρισαν ήταν αυτά. Τα παιδικά τραύματα.

Ένας πατέρας που δεν μας εκτίμησε και δε μας αγάπησε όσο και όπως θα έπρεπε. Μια μάνα που μας αμφισβήτησε μέχρι τελικής ρανίδας του αίματος της. Και ένα φοβισμένο παιδί, κουλουριασμένο στη γωνία, με ένα τεράστιο «γιατί» ζωγραφισμένο σε τρομαγμένα μάτια. Ένα μεγάλο ερωτηματικό...

Τα χειρότερα τραύματα είναι τα παιδικά.
Βλέπεις έναν πετυχημένο ενήλικα, και ταυτόχρονα βλέπεις ένα πιτσιρίκι φοβισμένο την ίδια στιγμή να σε ρωτά: M’ αγαπάς? Τι πρέπει να κάνω για να με αγαπήσεις?

Ποτέ μου δεν το κατάλαβα. Φίλοι που θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένοι και δεσμοί που θα έπρεπε να είναι άρρηκτοι. Παιδικά τραύματα στις ρίζες τους να κατατρώγουν τον κορμό. Προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Μην ακούσω αηδίες για απαίδευτους γονείς πια. Είναι καθημερινό μου φαινόμενο παιδιών με τρόμο στο μάτι από γονείς εκπαιδευτικούς, γιατρούς δικαστές... Σε κάνει να αναρωτιέσαι... Γιατί τόσος τρόμος ματάκια μου αγαπημένα? Έλα στη δική μου αγκαλιά να σε παρηγορήσω. Να σου δώσω λίγη αγάπη, χωρίς ανταλλάγματα. Εγώ δε θέλω να είσαι καλό παιδί. Εγώ δε θέλω να είσαι άξιος στην κοινωνία για να κάνω το κομμάτι μου στους συναδέλφους. Θέλω απλά να είσαι ευτυχισμένο. Μπορείς?

Κι αν δε μπορείς, άσε με να σε βοηθήσω. Να σου μετρήσω τους κόκκους της άμμου στη χούφτα. Τα αστέρα που στραφταλίζουν στα μάτια σου, τα σπασμένα σου παιχνίδια. Τίποτα δεν μετράει πέρα από το πόσο πολύ σε αγαπάω και αν με ακούσεις με την ψυχή σου θα καταλάβεις πως τίποτα απ όσα κι αν κάνεις, πεις, νιώσεις, δε θα με κάνουν ποτέ να ντραπώ για σένα. Για το ομορφότερο, το καλύτερο, το πιο αμόλυντο κομμάτι μου. Εσένα!

Αφιερωμένο στους εντιμότατους φίλους μου!

Ξέρεις?

Μη μένεις στις ημερομηνίες καρδούλα μου. Κανένας αριθμός δεν μπορεί ποτέ να γράψει αισθήματα όπως: σε νοιάζομαι, είμαι εδώ, χαλάρωσε, γέλα μαζί μου, έλα να πάμε μια εκδρομή. Οι αριθμοί δεν με εκφράζουν. Αν όμως απλώσω το χέρι μου και δε βρει το δικό σου... Αν ρωτήσω «ξέρεις»? και δεν πάρω απάντηση... Αν γυρέψω φως στα μάτια σου και αυτά είναι σβηστά... Αυτό μετράει περισσότερο από οποιοδήποτε άπειρο αριθμών. Συγνώμη που δε θυμάμαι τα γενέθλια σου. Μα δεν πρόκειται να τα θυμηθώ ποτέ.

Γι αυτό από δω και πέρα θα γιορτάζεις μαζί με τη γιορτή μου που κανένας δεν τη γνωρίζει. Γιατί οι αριθμοί δεν τα πήγαν ποτέ καλά μαζί μου. Και αν είναι να μη θυμηθώ τον εαυτό μου και πάλι, μη μου κρατήσεις κακία. Γιατί «ξέρω», πως κάποιος «ξέρει». Και αυτό εμένα της ξανθιάς, αρκει! Εσένα?

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008

χρόνια πολλά


Καινούρια μέρα γενεθλίων σου 24 Ιουλίου.
Χριστίνης Μεγαλομάρτυρος!
Need I say more?

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Τα απλωμένα τα βρακιά



Αγαπάω τη μάνα μου όπως ο καθένας μας αγαπάει τη δικιά του. Αυτό δε με εμποδίζει ώστε να γνωρίζω πότε αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Είναι εξαίσια, καταπληκτική, καλή μαγείρισσα, πολύ φευγάτη, αδύναμη όταν τη βολεύει, αθώο κοριτσάκι, γριά σοφή που ξέρει τα πάντα και κουρασμένη από τη ζωή, ανάλογα την περίσταση. Μέσες άκρες όπως όλες οι μανάδες δηλαδή.

Αυτό που με τρελαίνει, αυτό που πραγματικά με στέλνει για βρούβες, είναι, πως την ενοχλεί όταν απλώνω τα κιλοτάκια μου στο σύρμα να στεγνώσουν. Είναι σαν να βλέπει τον "έξω από δω" να φοράει το καλό της ταγέρ. Της γυρίζει το μάτι ανάποδα. Δεν ξέρω τι ιδιάζων πουριτανισμός είναι αυτός, δεν πρόκειται να το καταλάβω ποτέ. Τα βρακάκια μου είναι κομψότατα και επ’ ουδενί δεν προσβάλουν την αιδώ και το ήθος του πλήθους που παρελαύνει μπρος από το σπίτι μας για να θαυμάσει την μπουγάδα. Και από τη στιγμή που δεν έχει κανένα πρόβλημα να απλώνει στο σύρμα όλες τις σωβρακάρες της ατελείωτης σειράς αρσενικών που έχει βγάλει αυτό το σπίτι. Ειλικρινά απορώ! Τα δικά μου χαριτωμένα εσώρουχα την ενοχλούν?

Συνήθως μου φωνάζει «Μάζεψε τη σημαία από κει». Επιμένει να τα απλώνω σε μια διακριτική μεριά ώστε να μην εκτίθεμαι στα βλέμματα των λυσσαλέων για σεξ αρσενικών που βλέπουν στρινγκ κρεμασμένο και βγάζουν αφρούς από το στόμα όπως η δαιμονισμένη Μάρω όταν βγαίνουν τα άγια. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω που κρύβονται όλοι αυτοί, γιατί ειλικρινά πιστεύω ότι ζουν μόνο μέσα στη σφαίρα της φαντασίας της. Αν ήταν πραγματικοί νομίζω ότι θα το είχα πάρει πρέφα. Εκτός αν οι αρσενικοί στην εποχή που κρεμούσε η μάνα μου τα βρακάκια της στο σύρμα ήταν τελείως διαφορετικοί από τους σημερινούς. Βρε μπας και συνέβη μετάλλαξη? Και αν συνέβη μήπως θα έπρεπε να ανησυχούμε και εμείς οι θηλυκές? Φαντάζεσαι να βλέπουν τα κοριτσάκια XXLσώβρακα απλωμένα στα σύρματα και να ταρακουνιέται το είναι τους στέλνοντάς τες να αγουριόνται πάνω στις στέγες σαν γάτες? Μπααα απίθανο μου φαίνεται.

Όταν το καλοσκέφτομαι, εμμένω στην άποψή μου ότι η μάνα μου είναι μια υπέροχη φρενοβλαβής, μια αγαπημένη ανισόρροπη, μια ευλογημένη γκάου μπίου. Και ναι, μάνα είναι μόνο μία, (και χαίρομαι γι αυτό), γιατί αν ήταν δυο, όλα εμείς, τα δύστυχα τέκνα, θα ήμασταν ευτυχισμένοι τρόφιμοι του ψυχιατρείου Λέρου.




Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

Σήμερα ήρθε η άνοιξη...

Σήμερα, 4 / 2 ήρθε η άνοιξη. Στα κρυφά. Έσκασε ένα χαμόγελο σε μια πλαγιά. Και έλαμψε ανάμεσα στο άνοιγμα απ τα σύννεφα. Την είδα μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Έκανε ένα μικρό σεμνό βήμα, έντυσε μια μυγδαλιά. Ακούμπησε το χέρι της στο τριφύλλι, και γέννησε μια χούφτα ανεμώνες. Τη μύρισα σε ένα λευκό αμυγδαλολούλουδο. Μέλι. Και πρωινή δροσιά. Και κάτι άλλο...

Σήμερα, 4 / 2 ήρθε η άνοιξη πάνω στα γυμνά κλωνάρια. Λίγο πράσινο ακούμπησε και φαίνεται να μένει. Χάρηκα. Όπως χαίρεται κανείς, όταν βλέπει έναν αγαπημένο φίλο που έχει να δει καιρό. Άνοιξα την αγκαλιά μου. Γέλασα. Κι ήρθε και ζέστανε τα μπράτσα, το λαιμό, τα τρίσβαθά μου. Κάτι μου ψιθύρισε. Δεν κατάλαβα καλά, μπορεί και να αναστέναξε. Το σίγουρο είναι ότι αναστέναξα εγώ.

Αυτές τις μέρες, κάτι ζουμεριάζει κάτω από το χώμα. Το ακούω να αργοσαλεύει. Το νιώθω να αγουριέται. Τι όμορφο είναι να γεννιέσαι όταν ξυπνάει η ζωή...