Βηματίζω αργά στο άδειο σπίτι
Σε κάθε βήμα, αναμνήσεις.
Στο άνοιγμα της πόρτας ένα ξανθό αγοράκι.
Μασουλάει μια μπάλα και θέλει να παίξουμε.
Στην κρεβατοκάμαρα μια μελαχροινή μπέμπα αραχτή πάνω
στον πατέρα της φοράει ένα αστείο δαντελωτό κορμάκι.
Κάτι πρωινά στην κουζίνα κοιτώντας τη θάλασσα.
Αυτός ο ορίζοντας, χρόνιος ψυχοθεραπευτής.
Μπαίνω στο παιδικό δωμάτιο
και η φαντασία μου γεμίζει τον άδειο χώρο
παιχνίδια.
Ένα πιτσιρίκι κουτρουβαλάει στην τσουλίθρα στο σπιτάκι της chicco.
Ένα άλλο μου κάνει «τσα» απ τα παράθυρα.
Προχωράω στο σαλόνι, αναπολώ τα χειμωνιάτικα βράδια,
την θαλπωρή
τυλιγμένη γύρω μας σαν κουβέρτα.
Ένα μουτρωμένο κοριτσάκι με κοιτάει με τεράστια
μάτια.
Πως τα χρόνια που πέρασαν την έκαναν μια χαμογελαστή παπίτσα που δεν πρόλαβα
να χορτάσω!
Ακουω στρεπεκλά βήματα στα πλακάκια.
Το αγοράκι περπάτησε
εδω μέσα.
Ξαφνικά έφυγε απο την πολυθρόνα και ήρθε στην αγκαλιά μου.
Και μέσα
σε μια ανάσα έκανε ποδήλατο στο μπαλκόνι κι εγώ κυνήγαγα να το πιάσω.
Εδώ βρήκα την αδερφή μου. Δέθηκα μαζί της, την ανακάλυψα ξανά.
Μου άρεσε να παρατηρώ τη ζωή της.
Όλα καινούρια, τα
έκανε πρώτη.
Κι εγώ στις κερκίδες παρατηρούσα πως είναι η ζωή των μεγάλων.
Εδώ η πυξίδα μου βρήκε Βορά.
Ένοιωσα πως είναι μια αγαπημένη οικογένεια.
Καταλήγω στον καθρέφτη στο μπάνιο.
Μου ανταποδίδει το βλέμμα ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι.
Μια άγραφη πλάκα που μαθαίνει απ τις ζωές των άλλων.
Τα μάτια της αντικρίζουν μια ακαθόριστα γνωστή γυναίκα.
Μου γνέφει. Με αναγνώρισε.
Μείνε κορίτσι στον καθρέφτη λίγο ακόμη.
Μείνε πριν έρθει το κύμα της ζωής
και σε φέρει
τραμπαλίζοντας απ αυτή τη μεριά.
Κράτησε τις αναμνήσεις μου γλυκιά μου. Αυτές τις αθώες.
Είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχω.
Είναι η βάση μου, η αρχή της ενσυνείδητης ζωής μου.
Στέκομαι στην εξώπορτα.
Διπλώνω τη νοσταλγία μου και τη βάζω
στην τσέπη που έχω στη
θέση της καρδιάς.
Σ’ αυτό το σπίτι ένα ζευγάρι θα ξεκινήσει σε λίγο τη ζωή
του.
Σκεπάζω νοερά τους άδειους τοίχους
με το περίσευμα της
αγάπης που ένοιωσα εδώ.
Κλείνω την πόρτα και εύχομαι καλή αρχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου