
Σε μια στροφή, κάτω από μια γέφυρα.
Μπλε σκοτεινή φιγούρα.
Βλέμμα τρυπάει το κρανίο.
Έμεινα με τις τσάντες στο χέρι.
Μέσα στον ήλιο.
Για ώρα.
Αυτό το βλέμμα το ξέρω.
Το ξέρω.
Αυτό το βλέμμα σου λέω.
Τόσο κρύο, να σε καίει.
Να σε αγγίζει απαλά σαν αεράκι…
…. Και να σε σβουρίζει στον απέναντι τοίχο.
Ααααααχ.
Ανατρίχιασα από ευχαρίστηση.
Επιτέλους.
Ένα σημάδι. Μια αναγνώριση.
Κι άλλος από αλλού.
Μου δωσε σημάδι.
Σε έναν τοίχο, σε μια στροφή, κάτω από μια γέφυρα.
Είναι κι άλλοι? Αναρρωτήθηκα.
Μοιάζουμε? Με έπιασε η περιέργεια.
Όταν τους ακούει να μιλάνε τι νοιώθει?
Κοίταζα το γκράφιτι ακόμα.
Ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη.
Οι τσάντες μου έκοψαν τα δάχτυλα.
Μια άκρη τους ξέφυγε και τα ροδάκινα κατρακύλισαν τον κατήφορο.
Κατήφορος…. Τι ωραία λέξη!
Σκεφτόμουν καθώς έβλεπα τα ροδάκινα να σκορπίζονται.
Ξαναγύρισα στο βλέμμα.
Σ’ ευχαριστώ! Σχηματίστηκε η λέξη στο κεφάλι μου.
Σ’ ευχαριστώ! Είπα δυνατά.
Σ’ ευχαριστώ που δεν είμαι μόνη μου.
Έκλεισα τα μάτια και φύλαξα αυτή τη θάλασσα του μπλε του σκοτεινού
Στο πιο ακριβό μου συρτάρι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου