Ήταν πολλά ρούχα.
Χρωματιστά, με λουλουδάκια με φατσούλες με μπιχλιμπιδάκια επάνω.
Τα έβγαζα απ τη ντουλάπα και τα έβαζα στη βαλίτσα.
Κι αναρωτιόμουν γιατί φοράς συνέχεια σκούρα.
Τόσο όμορφα μπλουζάκια.
Γιατί φοράς συνέχεια εκείνα τα ξεχειλωμένα…
Τα δίπλωνα σε στοίβες και τα έστελνα στη λήθη τραβώντας το φερμουάρ.
Σκεφτόμουν αυτά είναι ρούχα που φοράνε οι χαρούμενοι άνθρωποι.
Κι εσύ έχεις ξεχάσει πως είναι να γελάς που και που.
Δίπλωνα βραδινά και σκεφτόμουν αν τα φόρεσες ποτέ.
Δίπλωνα τα «καλά» και ένοιωθα μέσα μου ένα θυμό που θέριευε.
Κι όσο περνούσε η ώρα και οι στοίβες μεγάλωναν,
Μεγάλωνε και ο απελπισμένος ο θυμός μου.
Σε ποιόν να θυμώσω?
Σε σένα?
Με ποιόν να θυμώσω?
Με μένα?
Ανήμπορη και μόνη και απελπισμένη αλλά όχι όσο εσύ.
Όχι όπως εσύ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου