Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.
Αυστηρό βλέμμα βαριά σκιά.
Σκόρπιες θύμισες να τον γιορτάσω σήμερα.
Ένα γκρι μάλλινο παλτό, πακέτα 22 στην τσέπη.
Μύριζε καπνό, και νοτισμένο μάλλινο.
Μοναχική φιγούρα.
Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.
Είχε μεγάλα χέρια, τραχιές παλάμες.
Άνθρωπος παλιάς γενιάς, παλιό μυαλό.
Περηφάνια και αντριλίκι ράθυμο.
Γελούσε σπάνια, μα έλαμπαν τα μάτια του πολύ.
Τότε λίγο έλαμπε και ο κόσμος μου.
Μόνιμα κιτρινισμένος ο δείκτης και ο παράμεσος.
Τα δάχτυλα που κρατούσαν το τσιγάρο.
Κέρματα στις τσέπες να κουδουνίζουν.
Μεγάλο μέτωπο, σκαρπίνι παπούτσι.
Γκριζαρισμένοι κρόταφοι, πυκνά μαλλιά
Όμορφος άντρας. Πολύ.
Νόμιζε κι αυτός πως θα γινόταν άλλος.
Δεν κατάλαβε ποτέ του γιατί δεν έγινε.
Άδικος και δίκαιος. Με τον εαυτό του και τους άλλους.
Πόσο δίκιο είχε, χρόνια μετά, βλέπω πόσο δίκιο είχε
Πόση μεγάλη δυσκολία να το εκφράσει!
Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.
Νόμιζα ότι ήξερε τα πάντα, - ας μίλαγε ελάχιστα.
Ήταν ράφτης και τα ρούχα του είχαν θαλασσί κιμωλία,
Αυτή που χρησιμοποιούσε για να σημαδεύει.
Κοιτούσε πάνω από τα γυαλιά με το χοντρό σκελετό.
Πήγαινα πίσω από την καρέκλα που καθόταν
Για να κάνω ακροβατικά.
Για να τον πλησιάσω είναι η αλήθεια.
Ήταν ένας μεγάλος και άγνωστος πλανήτης, άγριος και σκοτεινός.
Έπιανα τη μυρωδιά του και αναρωτιόμουν πως είναι να είσαι αυτός.
Με φώναζε να πάω στο περίπτερο να του αγοράσω Αυριανή.
Και μετά το Έθνος. Ακόμα το Έθνος αγοράζω.
Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.
Του άρεσε το κρέας με πατάτες καπαμά.
Το έλεγε αρχίδια καπαμά.
Του άρεσε το κρασάκι και το έτσουζε μεσημέρι και βράδυ.
Έπαιζε γερή δηλωτή αλλά σιχαινόταν το τάβλι.
Έβριζε σαν μαουνιέρης όταν τσαντίζονταν. Τσαντιζόταν συχνά.
Με έλεγε «όμοφη». Και ήταν η πιο γλυκιά του κουβέντα.
Είχε αδυναμία στα αγόρια του.
Τα κορίτσια ήμασταν μπιμπελό.
Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.
Όταν αρρώστησε,
Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νίκο.
Με ρώταγε αν τον αγαπάω και φοβόμουν να απαντήσω.
Τώρα δε φοβάμαι πια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου