Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

Νερένιοι


Έβρεχε σήμερα. Αργά γλιστρούσα στα πεζοδρόμια. Δεν περπατούσα, ξεπατίκωνα τη σκιά μου και κυλούσα στους τοίχους.

Όμοιο ξωτικό, όμοιο αερικό, στους δέκα πόντους απ το έδαφος πορευόμουν. Μισόκλεινα τα μάτια και έπαιζα οπτικά παιχνίδια, με τις αντανακλάσεις από τους προβολείς των αυτοκινήτων στις βρεγμένες επιφάνειες.

Δεν πρόσεχα τους ανθρώπους, στον νεραϊδόκοσμο δεν υπάρχουν, μόνο νερένιες φιγούρες με προσπερνούσαν αδιάφορες.

Ντεκόρ σε ένα παραμύθι που γραφόταν επιτόπου.

Μα ξέρεις, μερικές φορές η ζωή, κάνει θαύματα μεγαλύτερα από τα παραμυθένια. Έφερε τα μάτια σου μπροστά μου, τα ίδια μάτια που δεκαπέντε χρόνια κρατάω φυλαχτά μέσα στη μνήμη μου, να μη θολώσουν, γιατί είναι το κοριτσίστικό μου μαξιλάρι, το ροζ μου όνειρο, το πρώτο άρωμα βιολέτας...

Και δεν ήταν ψέματα όπως τόσες και τόσες φορές γελάστηκα, ήταν πραγματικά, σε είχα απέναντί μου, μιάμιση δεκαετία μετά και ξαφνικά, άγουρο κορίτσι - ώριμη γυναίκα, τίποτε από τα δυο δεν είμαι, μόνο ανάμεσό τους πάνω στην παύλα τραμπαλίζω τα πόδια μου στον αέρα.

Και με θυμήθηκες, αναγνώρισες το άγουρο κορίτσι στη γυναίκα, είδα το σπίθισμα, είδα τη γλύκα του τότε κρεμασμένη στο γαλάζιο σου.

(Πώς χώρεσες Θεέ μου τόση θάλασσα σ΄αυτά τα μάτια...)

Πίστευα πως έφυγες σ’ άλλο τόπο. Το εδώ ανθρώπους σαν εσένα τους σκοτώνει.

Το εδώ μου φάνηκε τόσο λίγο για να υπάρχεις εσύ μέσα.

Σου είπα «έλα»! «Έλα στο νερένιο μου κόσμο παλικάρι.

Εδώ δε σε πληγώνουν τα σχήματα, δε σου ουρλιάζουν οι ήχοι.

Σου κάνουν παρέα οι σκιές, και οι σιωπές σου χαϊδεύουν το μέτωπο».

Και εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που κλείδωσαν οι ματιές μας, ήρθες.

Και ξέραμε και οι δύο που βρισκόμασταν.

Σ ένα προαύλιο με ευκάλυπτους, μέσα σε ένα ψιλόβροχο, να κοιταζόμαστε από μακριά, εκμηδενίζοντας την απόσταση και το χρόνο.

Εσύ εγώ και οι νερένιοι άνθρωποι γύρω μας να γράφουν το παραμύθι επιτόπου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: