
Του αγίου Νικολάου - μεγάλη η χάρη του- πήγα στην τράπεζα να σηκώσω λεφτά για τις γιορτές. Άνεργη είμαι ουσιαστικά, αλλά μια γενναία ανάληψη για τις υποχρεώσεις των γιορτών, για τους λογαριασμούς, για τα δώρα, για το σπίτι και για μια εκδρομούλα Χριστουγεννιάτικη ήταν αναπόφευκτη. Χαμός στην τράπεζα, χαμός στο δρόμο, στα μαγαζιά, αμόκ τους είχε πιάσει όλους. Εγώ ήμουν ευτυχισμένη. Πήγαινα αργά, απολάμβανα τον ήλιο, χάζευα τις βιτρίνες και υπολόγιζα πως θα ξοδέψω το κομπόδεμά μου. Μέχρι να φτάσω σπίτι μου, ήμουν ακόμα πιο ευχαριστημένη γιατί με κάτι απίστευτους αλγεβρικούς υπολογισμούς και κάτι καταπληκτικά γεωμετρικά σάλτα, είχα καταφέρει να ισοσκελίσω τον ισολογισμό αυτών που ήθελα να κάνω με αυτά που είχα να ξοδέψω. Θα εκπλήρωνα όλα όσα είχα βάλει στο μυαλουδάκι μου, και μπορεί να μη μου έμενε δίφραγκο, αλλά θα ήταν όλα τακτοποιημένα.
Το «Θα» το προσέξατε? Ανοίγοντας την τσάντα μου για να αρχίσω να μοιράζω τους οβολούς μου δεξιά και αριστερά στους έχοντες και τους μη έχοντες, ανακάλυψα ότι άνηκα στην δεύτερη κατηγορία. Τους μη έχοντες. Τα ευράκια είχαν κάνει φτεράκια. Σκοτοδίνη! Ελάχιστες στιγμές πριν μου χτυπήσει την πόρτα το εγκεφαλικό,(ήταν πολλά τα λεφτά Άρη)... ξανάψαξα την τσάντα. Πουθενά τα λεφτάκια. Είχα ξεχάσει μέχρι και να αναπνέω. Δεν έχω χάσει ποτέ λεφτά, δεν με έχουν κλέψει ποτέ. Η πρώτη φορά ήταν ψυχρολουσία. Ήταν κακόγουστη φάρσα. Ήταν άδικο γαμώτο! Ξαναγύρισα και έκανα όλη τη διαδρομή αντίστροφα. Φυσικά, και δεν είχα κανένα αποτέλεσμα. Έπρεπε όμως κάτι να κάνω αλλιώς θα σκαρφάλωνα τους τοίχους. Ήταν η πρώτη φορά που με αντιμετώπισαν οι σαλταρισμένες πωλήτριες των καταστημάτων με συμπάθεια. Ο Διευθυντής της τράπεζας με συμπόνια. Ο αστυνομικός στην ασφάλεια με καρτερική ευγένεια. «Μάλιστα δεσποινίς, Όχι δεσποινίς. Δε θα τα βρείτε τα λεφτά σας και αυτό σας το υπογράφω και πάω και στοίχημα και τα δεκαέξι χρόνια που βρίσκομαι στο σώμα». Κόντεψα να του πω που να βάλει το απαύγασμα των δεκαέξι χρόνων της πείρας του, αλλά ακόμα και εκείνες τις στιγμές θυμήθηκα ότι είμαι καλοαναθρεμένη το κέρατό μου και έβγαλα το σκασμό.
Γύρισα σπίτι σέρνοντας. Είχα καταφέρει μέχρι πρόσφατα, ποτέ να μη δώσω ιδιαίτερη σημασία στα λεφτά. Από πείσμα αν θέλεις, γιατί ούτε και αυτά έδιναν ιδιαίτερη σημασία σε μένα. Τώρα όμως....
Άλλαξα βιαστικά και πήγα για δουλειά και δεν ξέρω πως πέρασαν οι ώρες μέχρι να γυρίσω σπίτι .Ότι είχε απομείνει από τον εγκέφαλό μου άψητο είχε παγώσει. Ήταν γιορτή, έπρεπε να βγω. Ήθελα να κουλουριαστώ στο κρεβάτι μου και να με βρίζω μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Πάνω στο τραπέζι με περίμεναν χρήματα. Όχι αυτά που έχασα, άλλα. Είχε κινητοποιηθεί η αγία οικογένεια και ξαφνικά από είκοσι πέντε ευρώ που είχαν απομείνει στο πορτοφόλι μου, ξαναβρήκα την ανάσα που κάπου είχα αφήσει στο δρόμο το πρωί. Το νέο είχε κυκλοφορήσει σε όλους τους κοντινούς μου ανθρώπους. Μέχρι το βράδυ, αν έπαιρνα τα χρήματα που μου πρόσφεραν με την καλή τους την καρδιά όλοι, θα είχα πολύ παραπάνω από αυτά που μου έκλεψαν. Βρέθηκα σε ένα ταβερνάκι να εύχομαι χρόνια πολλά και να τσουγκρίζω το ποτήρι μου. Κοίτα, σκεφτόμουν. Το ζενίθ και το ναδίρ απέχουν μια ανάσα. Κοίταζα γύρω μου. Όλοι χαμογελούσαν. Χαμογελούσα και εγώ. Και χαμογελούσα όχι γιατί ξαναβρήκα την ασφάλεια των χρημάτων. Αλλά γιατί ταρακουνήθηκα και ξαναθυμήθηκα ότι ο πραγματικός μου πλούτος, εκείνη την ώρα, τσούγκριζε τα ποτήρια του μαζί μου!
Χρόνια σας πολλά,
Σας εύχομαι πάντα να υπάρχουν πολλά ποτήρια πρόθυμα να διασταυρωθούν με το δικό σας!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου