Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2008

Η τσουλήθρα!

Πιτσιρίκια μαζευόμασταν μετά το φαγητό το μεσημέρι, όταν οι δικοί μας το έριχναν στον ύπνο και νόμιζαν ότι και εμείς κάναμε το ίδιο, την κοπανούσαμε. Αλητεύαμε μέχρι να ανακαλύψουν ότι πάλι το σκάσαμε και να βγουν οι μανάδες μας στο δρόμο να μας φωνάξουν. Τι όμορφη παράφωνη συμφωνία από ονόματα φωναχτά ειπωμένα, ανακατωμένα με απειλές.... « Νώντααααααααα....Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου? Θα σε σουβλίσω σαν τον Αθανάσιο Διάκο»! «Χριστίναααααααααα αν πήγες πάλι στο βουνό κακομοίρα μου θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα»! « Σίμοοοοοοοοοο ... να ‘ρθει ο πατέρας σου παλιόπαιδο και να δεις τι θα του πω και τι έχει να σου κάνει»!

Ήμασταν ευτυχισμένα παιδιά. Ζωηρά, γεμάτα περιέργεια. Κάναμε Ταρζάν σε μια απότομη χαράδρα στο βουνό με ένα φθαρμένο σχοινί που είχε στην άκρη μια θηλιά για το πόδι. Αν δεν κρατιόσουν καλά, στο πρώτο τίναγμα που τεντωνόταν το σχοινί έπεφτες φαρδύς πλατύς στα νερά που κατέβαζε το βουνό. Η Ναταλία είχε ξεχάσει να βάλει το άλλο της πόδι κόντρα και είχε καταλήξει να αγοράσει οικόπεδο στην απέναντι πλευρά. Αγκαλιά με τις πευκοβελόνες έπεφτε προς τα νερά μη έχοντας καταλάβει τι δεν έκανε σωστά. Τις φορές που δεν καταλήγαμε να παίζουμε πετροπόλεμο με τα παιδιά της κάτω γειτονιάς στην πλατεία, τις φορές που δεν καβαλάγαμε τα ποδήλατα ψάχνοντας την επόμενη γωνία που μας γέμιζε έμπνευση για να γδάρουμε τα γόνατά μας, τις φορές που δεν παίζαμε τα «μήλα» και το «μαντιλάκι» μπροστά στου Ματσούλα με το μπαρμπα-Γιώργη να αναθεματίζει εμάς και τα σόγια μας, την κάναμε για το βουνό. Άπειρα ζεστά μεσημέρια, υγρά απογεύματα, Κυριακάτικα πρωινά του χειμώνα, ένα τσούρμο αλητάκια κάθε ηλικίας, με διαλυμένα σπορτέξ και ξεχειλωμένες ζακέτες, με μύξες να τρέχουν και ιώδιο στα γόνατα, αφιερώσαμε σε κάθε σπιθαμή του Δασυλλίου την αθωότητά μας και άπειρες τούμπες, σούπες, κυνηγητά, και δάκρυα που στέγνωναν στην αρχή του επόμενου παιχνιδιού.

Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου ότι μεγάλωσα, και έχασα το ενδιαφέρον μου στα παιδικά παιχνίδια, όταν έρωτες άρχισαν να γίνονται το παιχνίδι μου, γυρνούσα σπίτι από τις βόλτες μου, και αυτό που μου έλειπε περισσότερο ήταν οι εξορμήσεις στο βουνό. Στη μικρή μου Ελβετία. Στο δεύτερο σπίτι μου. Στο τρυφερό μου πνεύμα. Κοιτούσα προς τα πάνω, καθώς ανέβαινε το ασκέρι με τα ξύλα στα χέρια και τις δυνατές φωνές, και αναρωτιόμουν τι με εμπόδιζε από το να ακολουθήσω.

Κάποια στιγμή, παρορμητικά σχεδόν, ξέχασα τον καφέ που είχα κανονίσει, και ανέβηκα μαζί με τα αλητάκια μου στο βουνό. Δεν ήμουν πια η αρχηγός, ήμουν η επίτιμη πρόεδρος, κάτι σαν τον Μητσοτάκη ένα πράγμα. Ένιωθα περίεργα, αλλά την παιδικότητά σου, όταν την έχεις χαρεί, δεν την αποχωρίζεσαι εύκολα. Πήγα λοιπόν και ήθελα με όλη μου την ψυχή να συμμετέχω. Είχαν βρει ένα καινούριο παιχνίδι, να καβαλάνε ένα τσίγκο και να κατεβαίνουν τσουλώντας μια μικρή πλαγιά. Ενθουσιάστηκα! Είδα την προοπτική. Είπα να πάμε πιο πάνω, και να κατεβούμε όλη την πλαγιά μέχρι το τέλος, από το απότομη μεριά. Επίτιμη γαρ, η πρότασή μου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και σημαιάκια να ανεμίζουν. Επίσης είχα και την χαρά της πρώτης κατάβασης. Μάλλον γιατί τα πιτσιρίκια εκείνα ήταν πιο σώφρονες από την έφηβη που έλεγε εξυπνάδες και έκανε μαγκές... Όταν καβάλησα τον τσίγκο στην κορυφή, η απόσταση μέχρι το τέλος μου φάνηκε τεράστια. Αλλά είχα εκτεθεί. Ήμουν το ίνδαλμα, η ξενιτεμένη που γύρισε στα πάτρια, και είχα γύρω μου κάτι από αύρα, κάτι από θρύλο, από παλιά κατορθώματα που δε μου επέτρεπαν να κάνω πίσω. Γύρισα τη λαμαρίνα και πριν καλά καλά ξεκινήσω κατάλαβα ότι είχα κόψει την παλάμη μου. Αγνόησα την προειδοποίηση και όρμηξα μπροστά, για να διατηρήσω ότι με κόπο και πολλές γρατζουνιές τόσα χρόνια είχα χτίσει. «Χαχαχαχααχαχαχαχαχα»......... ήταν ΥΠΕΡΟΧΑ! ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΑ!

Έπιασα τον εαυτό μου να τσιρίζει και να γελάει στα πρώτα δυο μέτρα. Μετά κατάλαβα ότι δεν ήξερα να στρίβω. Το αναθεματισμένο δεν είχε τιμόνι! Και τα γέλια και οι χαρές έγιναν τσιρίδες τρόμου καθώς τα δέντρα ερχόντουσαν καλπάζοντας επάνω μου. Η πλαγιά ήταν υπερβολικά απότομη, δεν μπορούσα να κρατήσω τον έλεγχο του οχήματος σε αυτήν την ταχύτητα που είχα πιάσει. Και έτσι συνοπτικά και χωρίς άλλες διαδικασίες, πριν καν φτάσω στα μισά, ένα δέντρο σταμάτησε κάπως απότομα και ιδιαιτέρως οδυνηρά την τσουλήθρα μου. «Χαχαχαχαχααχαχαχα»... κόπηκε η φόρμα, το βρακί μου ο κώλος μου και για καμιά βδομάδα καθόμουν άκρη άκρη στο κάθισμα στο σχολείο. Ήμουν μελανιασμένη, πονούσα παντού, και κάθε φορά που με ρωτούσαν τι έπαθα «Χαχαχαχαχαχα»! Έβαζα τα γέλια και ενίοτε τα κλάματα αν ακουμπούσα τον πισινό μου εκεί που πονούσε! Η αλητάμπουρία μου, διασκέδασε πολύ εκείνο το απόγευμα. Εγώ έχασα κάτι από την αίγλη μου, τη δύναμή μου στους κύκλους της αγίας αλητείας και κέρδισα όλα τα καταπιεσμένα γελάκια στα μούτρα τους κάθε φορά που με πετύχαιναν εκείνη τη βδομάδα να περπατάω παράξενα. Επίσης ονομάστηκε η κατάβαση με το όνομά μου και ευτυχώς κανένα τους δεν επιχείρησε να κάνει το ίδιο από τόσο ψηλά. Θυμάμαι τη στιγμή που κατέβαινα πονώντας τα σκαλιά του βουνού. Κοίταζα προς τα πάνω, από κει που κατέβηκα, πονώντας μαζί με τον πληγωμένο μου εγωισμό και σκεφτόμουν. «Πάει Μεγάλωσα»! «Δεν είμαι εγώ πλέον γι’ αυτά». Είχα δίκιο. Δεν ήμουν. Έκλεισα το κεφάλαιο παιδικότητα εκείνη τη στιγμή νομίζω. Λίγο πικρά, λίγο γλυκά, πολύ αστεία...
Ήμουν 17 χρονών. Σχεδόν γυναίκα. «Χαχαχαχαχαχααχα». 16 χρόνια μετά, σε μια από τις βόλτες με το σκυλί μου στο βουνό είδα αυτό.


Δεν είχε περάσει δευτερόλεπτο. Σχεδόν βούρκωσα και ταυτόχρονα χαμογελούσα ηλίθια. Δεν είμαι παιδί. Αλλά καθώς έσκυψα να κοιτάξω το λαμαρινο-όχημα, και ήρθε η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, της πρασινάδας, σχεδόν νόμισα ότι άκουγα τα παιδιά να φωνάζουν και τις δικές μου τσιρίδες και τα γέλια να αντηχούν. Κοίταξα το χέρι μου να θυμηθώ την κοψιά και το μικρό σημαδάκι ήταν ακόμα εκεί.

Κάποια άλλα αλητάκια έπαιζαν πρόσφατα το τελευταίο παιχνίδι της αθωότητάς μου. Κάποια ένιωσαν την ταχύτητα, κάποια κουτρουβαλιάστηκαν άτσαλα, κάποια δεν τόλμησαν καν να ανέβουν. Και για κάποιες στιγμές, ήμασταν όλοι εκεί, απορροφημένοι από το παιχνίδι μας, με τις μανάδες μας να φωνάζουν τα ονόματά μας και να απειλούν αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που μας έκαναν.

Δεν τόλμησα φυσικά να κάτσω στη λαμαρίνα. Την αντιμετώπισα σαν ιερό κειμήλιο. Θρήσκα μπορεί να μην είμαι, αλλά για τον καθένα μας υπάρχουν στιγμές που σε καθορίζουν, πράγματα που σε περιγράφουν, και τσουλήθρες απίστευτες, που ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσεις... «Χαχαχαχαχααχαχααχαχα»

Δεν υπάρχουν σχόλια: