Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Κούκλες.

Μιλάμε στο τηλέφωνο.

-«Ναι… καλά είμαι. Εσύ»?

Απαντάς και συμπληρώνεις αλλά μου είναι τόσο δύσκολο να παρακολουθήσω.

-«Τι? Κάνει διακοπές, δε σε έπιασα», κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια.

Στο αφτί μου η φωνή σου δυνατή και καθαρή.

Δεν καταλαβαίνω Χριστό.

-«Ααααα ναι ναι κατάλαβα. Πότε θα έρθεις»?

Χάνω την απάντηση σου στη δεύτερη λέξη της πρότασης.

Θα μπορούσα να συζητάω με το ανούσιο και να βγάζω περισσότερο νόημα.

-«Ναι αμε. Ναι ναι».

Προσαρμόζω τον διάλογο στο ένστικτο που μου λέει να συμφωνήσω.

Ίσως υποσυνείδητα καταλαβαίνω.

Ίσως υποσυνείδητα με ενδιαφέρει.

Κοιτάω την οθόνη απέναντί μου και χάνομαι στις κινούμενες εικόνες.

…κενό…

Περιμένεις.

«Μ’ ακούς»? ρωτας.

-«Για να πω την αλήθεια όχι καθαρά. Κάνει διακοπές».

«Τώρα»? προσπαθείς.

“Ποτέ” σκέφτομαι, αλλά δεν έχει και σημασία.

Δεν σε θέλω γιατί ξέρεις να συζητάς.

Μερικές φορές με κουράζει ο ίδιος μου ο εαυτός.

Κόβω τους ανθρώπους κομματάκια όπως τις κούκλες στο οπισθόφυλλο της «Μανίνας» που έπαιρνα μικρή. ΄Εκοβα την κούκλα, τα ρούχα τα παπούτσια και τα αξεσουάρ της. Τα περισσότερα τα πέταγα γιατί μου φαινόντουσαν κακόγουστα. ΄Εβαζα άλλα δικά μου ή ζωγράφιζα στην ίδια την κούκλα ένα μαύρο κολάν. Την έφτιαχνα όπως ήθελα εγώ κι ας μην ήταν. Πέταγα ότι δε μου άρεσε. Μετά πέταγα και την κούκλα. ΄Ετσι και με τους ανθρώπους. Πετάω κομμάτια τους. Στο τέλος τους πετάω ολόκληρους όταν δεν με ικανοποιούν. Καμία υπομονή, καμία παραχώρηση.

«Τώρα με ακούς καλύτερα? Βγήκα έξω» με τραβάς από τις σκέψεις μου.

«Ναι» σου απαντάω. «Σε ακούω δυνατά και καθαρά».

Μιλάμε κάνα πεντάλεπτο ακόμα. Κλείνουμε και σε ακούω ευχαριστημένο.

Με πιάνει μια περιέργεια για τί μιλάγαμε, σχεδόν μου έρχεται να σε πάρω να σε ρωτήσω.

“Κάτσε καλάαααα” σκέφτομαι.

Τόσες κούκλες…. Τόσες άχρηστες κούκλες….



Δεν υπάρχουν σχόλια: