
Μπήκα λοιπόν σε αυτό το ωραίο σπίτι, με τα πολλά δωμάτια, και επειδή έξω είχε ήλιο, και ήταν ωραία μέρα για να την περάσω μόνη μου, φώναξα κόσμο να κάνουμε πάρτι. Ήρθαν πολλοί. Γελούσαν με τ’ αστεία μου, και πειραζόμασταν. Ήταν οι καλύτεροι μου φίλοι. Για λίγο έστω. Σιγά σιγά άρχισα να βαριέμαι το μεγάλο σαλόνι. Άρχισα να μετακινούμαι στα δωμάτια, άνοιγα τις πόρτες, εξερευνούσα. Όσο ήμουν στο ισόγειο, όλο το πλήθος με ακολουθούσε. Άνοιγα μια πόρτα, έμπαινα μέσα, και το πλήθος συνέχιζε το πάρτι μαζί μου στο καινούριο δωμάτιο.
Ανέβηκα στον επάνω όροφο, αργά, από τις στενές σκάλες, λίγοι με ακολούθησαν, αλλά το κέφι, παρόλο που οι περισσότεροι είχαν μείνει κάτω, ήταν αμείωτο. Κάποια στιγμή, κοίταξα έξω από το παράθυρο. Είχε σκοτεινιάσει. Κοίταξα το πλήθος, κουρασμένο εξακολουθούσε να τιτιβίζει άσχετα, και για πρώτη φορά σκέφτηκα πως στο επόμενο δωμάτιο θέλω να πάω μόνη μου. Πήγα. Ένα δυο με ακολούθησαν κι εκεί, αλλά χωρίς κέφι πια, με κοιτούσαν άβολα. Μου έλεγαν να γυρίσουμε πίσω, να βρούμε τους άλλους. Μα το πίσω εμένα δεν μου αρέσει. Δεν έχει τίποτε καινούριο να μου δώσει. Προχώρησα στο άλλο δωμάτιο. Αυτή τη φορά μόνη μου. ΄Εκλεισα την πόρτα πίσω μου και κάθισα στο δάπεδο. Περιέργως αυτό το δωμάτιο ήταν εντελώς άδειο. Ήταν ήσυχο. Εδώ είπα. Εδώ θα κάτσω λίγο. Έκλεισα τα μάτια, πήρα μια βαθιά ανάσα, και χαλάρωσα. Δεν ξέρω πόσο έκατσα εκεί. Με κάποιο τρόπο ήξερα πια πως όλοι είχαν φύγει από το σπίτι. Ήμουν μόνη μου. Ήμουν καλά. Πήγα στο παράθυρο και κοίταξα έξω. Ξημέρωνε…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου