Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2007

Σ’ ένα ταξί...



Σταμάτησε μπροστά μου από μόνος του. Απεχθάνομαι να μπαίνω σε ταξί με άλλους. Δεν είχα καν σηκώσει το χέρι μου. Που πας κοπελιά? Του είπα. Παρακαλούσα να μην πάει στην κατεύθυνση μου. Πήγαινε. Το ζευγάρι των ηλικιωμένων στο πίσω κάθισμα μου χαμογέλασε γλυκά. Είπα «ευχαριστώ πολύ» και βολεύτηκα ήσυχα στη θέση μου. Δεν μίλαγε κανείς μας. Ευτυχώς! προτιμώ τη σιωπή από αυτές τις αμήχανες κουβέντες για τον καιρό και την κίνηση.

«Κόρη μου», είπε ο ηλικιωμένος κύριος στο πίσω κάθισμα «Θέλεις να κάνεις πίσω το κάθισμα? Φαίνεσαι στριμωγμένη εκεί μπροστά». Ξεροκατάπια. Πόσα χρόνια είχα να ακούσω αυτή τη λέξη από τα χείλη ενός άντρα! Γύρισα πίσω για να αρνηθώ ευγενικά. Η κυρία είχε γείρει στον ώμο του και του κρατούσε το χέρι σφιχτά. Λες και θα της έφευγε, λες και θα πεταγόταν από το ταξί. Μου χαμογέλασαν και οι δυο. Είπα ευχαριστώ και έκανα το κάθισμα πίσω ένα εκατοστό. Μόνο για να τους κάνω την καρδιά τους. «Αν θες κόρη μου έλα κι άλλο». «Είμαι εντάξει, είμαι καλά ευχαριστώ». Ξαναγύρισα για να τους διαβεβαιώσω. Του κρατούσε το χέρι ακόμα, οι κλειδώσεις της ήταν άσπρες, και τα μάτια της.... ...αυτά τα μάτια! Μα αν δεν ήταν εξήντα, θα ήταν έξι χρονών και τρομαγμένη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά της είπα ότι όλα είναι καλά και πως τίποτα δεν θα πάει άσχημα μια τέτοια όμορφη μέρα. Ή κάτι παρόμοιο δε θυμάμαι. Με κοίταξαν περίεργα, μέχρι και ο ταξιτζής.

Μετά από λίγο κατέβηκαν. Άκουσα εκείνο το μονάκριβο «γεια σου κόρη μου» ξανά και σχεδόν ένιωσα ευγνωμοσύνη. Όταν απομακρυνθήκαμε λίγο, ο ταξιτζής με ρώτησε αν πρόσεξα ότι τους αφήσαμε έξω από το νοσοκομείο. Ξαφνιάστηκα και ρώτησα γιατί. «Γιατί ο άντρας μπαίνει για εγχείρηση εσπευσμένα, και πριν σε πάρουμε έλεγε στη γυναίκα του να μη φοβάται και ότι όλα θα πάνε καλά. Και του έλεγε αυτή μακάρι να είχε ένα σημάδι. Και για να της αλλάξει την κουβέντα πρότεινε να σε πάρουν που στεκόσουν στο δρόμο και φαινόταν ότι έψαχνες για ταξί».

Μερικές φορές διψάμε να ακούσουμε μια λέξη, ή μια φράση ειπωμένη από τα χείλη της μοίρας. Ένα σημάδι. Κάτι να μας γλυκάνει το φόβο, να μας θυμίσει ό,τι αγαπήσαμε, να μας μερώσει τη ψυχούλα. Και μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε, οπουδήποτε. Από έναν ηλικιωμένο κύριο ή μια άγνωστη κοπέλα, ακόμα και μέσα σ’ ένα ταξί...

Δεν υπάρχουν σχόλια: