
Είναι ένα ζεστό Αυγουστιάτικο βράδυ. Και μου ήρθε να σας πω ένα παραμύθι. Από αυτά τα παραμύθια που πατάνε το ένα πόδι στο τώρα και το εδώ, και το άλλο το έχουν χάσει στο ανύπαρκτο. Αυτό το παραμύθι το γράφω για όλους τους φίλους που μου εμπιστεύτηκαν αυτό που τους τάραζε το μυαλουδάκι, Θα προσπαθήσω να μη βάλω διδακτικό τέλος κατά τις κακές συνήθειές μου. Θα προσπαθήσω να μη βάλω καθόλου τέλος...
Ήταν μια φορά και ένα καιρό μια μάγισσα. Η μάγισσα αυτή, ζούσε στη καρδιά ενός πυκνού δάσους με βελανιδιές και τεράστιες σημύδες. Το σπιτάκι της ήταν ξύλινο και πλάι από τον λαχανόκηπό της έτρεχε ένα ρυάκι με βιολετί νερό. Μια γέρικη βελανιδιά σκέπαζε θαρρείς τη σκεπή, και πάνω στα κλαδιά της είχαν φωλιές λογιών λογιών περίεργα πετούμενα.
Όλα της τα βράδια τα πέρναγε κάνοντας ξόρκια και φτιάχνοντας μυστικά φίλτρα. Κοιμόταν όταν έσκαγε το πρώτο φως της μέρας αποκαμωμένη από την προσπάθεια που κατέβαλε όλη τη νύχτα. Κάθε απογευματάκι η μάγισσα ξύπναγε από τον βαθύ της ύπνο. Τακτοποιούσε το σπιτάκι της και έβγαινε στην αυλή να μιλήσει με τα λουλούδια της, Όταν σουρούπωνε, τις περισσότερες φορές, έρχονταν άνθρωποι από μακρινά μέρη. Κανένας τους δεν ήξερε πως έφτανε εκεί. Και αν ρώταγες όσους πήγαιναν δεν θα μπορούσαν να θυμηθούν για να σου πουν το δρόμο για το σπίτι της. Ούτε ποιος τους είχε στείλει. Πήγαιναν οδηγημένοι από μια μυρωδιά, από ένα τραγουδάκι, από ένα μικρό άσπρο λαγό, από ένα ψίθυρο που τους χάιδευε τ’ αφτί. Έφταναν θαρρείς υπνωτισμένοι και κοντοστέκονταν στο πορτάκι του κήπου περιμένοντάς την να τους γνέψει να μπουν μέσα. Και αυτή που τους περίμενε, χαμογελούσε, και το πορτάκι άνοιγε μόνο του.
Έρχονταν μυλωνάδες και φουρνάρισσες, νέες με κόκκινα μάγουλα, ερωτευμένα παλικάρια, μπαγαπόντηδες και γραφιάδες. Μερικές φορές έμπαιναν στον κηπάκο δυο δυο μαλωμένοι φίλοι, τσακωμένα ζευγάρια, τρομαγμένοι ταξιδιώτες. Κανένας τους δεν έφευγε όμως με τον ίδιο βάρος στην ψυχή όπως με αυτό που είχαν έρθει. Σε εκείνη τη γωνίτσα της γης, με το πιπεράτο άρωμα του γερανιού και της βιολέτας, κάτι συνέβαινε στους ανθρώπους και όταν έκλειναν το πορτάκι πίσω τους καθώς έφευγαν, έκλειναν και ότι τους είχε φέρει ως εκεί.
Κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τον κήπο, ένα διαφορετικό πουλί έφευγε από τη βελανιδιά, και πήγαινε και καθόταν στον ώμο της μάγισσας. Ώσπου να φτάσει δίπλα της ο άνθρωπος, το πουλί κάτι ψιθύριζε στο αφτί της και εκείνη το άκουγε με προσοχή. Μετά έπιανε τον άνθρωπο και τον κάθιζε στο πέτρινο πεζούλι δίπλα στο ρυάκι. Πολλές φορές κοιτούσαν το νερό αμίλητοι. Άλλες φορές μιλούσε ο άνθρωπος και άλλες σκεφτόταν απλά τι τον είχε φέρει μέχρι εκεί. Η μάγισσα δεν μιλούσε ποτέ. Κανένας δεν μπορούσε να ισχυριστεί οτι είχε ακούσει τη φωνή της. ¨Όλοι όμως είχαν νιώσει τον αέρα να αλαφρώνει γύρω τους, και μια γλυκιά αποδοχή να τους τυλίγει. Και μην φανταστείτε οτι πήγαιναν μόνο καλοί άνθρωποι και βασανισμένοι, Πλησίαζαν ληστές και φονιάδες, εκμεταλλευτές και μαύρες ψυχές γεμάτες μίσος και κακία. Κανένας τους όμως δεν βρήκε το πορτάκι κλειστό. Είχαν όλοι την ίδια ευκαιρία στην γαλήνη και την ηρεμία.
Ένα απόγευμα, πλησίασε κλεφτά ένας ξακουστός φονιάς. Όλος ο κόσμος τον φοβόταν και στο όνομά του ερήμωναν χωριά και κλειδαμπαρώνονταν ο κόσμος τρομαγμένος. Ο φονιάς στάθηκε πίσω από κάτι πυκνές φυλλωσιές για ώρα. Κοίταζε τη μάγισσα και ακολουθώντας το ένστικτο που τον κυβερνούσε χρόνια, ζύγιζε την κατάσταση, το χώρο, τη μάγισσα... Από τη στιγμή που φάνηκε να πλησιάζει, ένα μαύρο πουλί πέταξε πάνω στον ώμο της μάγισσας. Αυτή τη φορά όμως δεν της ψιθύρισε λέξη. Μόνο από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, δάκρυα πολλά και της μούσκευαν τον ώμο. Και αυτή σκυφτή, κοιμισμένη θαρρείς, στεκόταν ακούνητη
πάνω από το ρυάκι. Κάποτε, όταν ο ήλιος πια είχε αρχίσει να παίρνει το δρόμο της δύσης, ο φονιάς βγήκε από τις σκιές και στάθηκε έξω από το πορτάκι. Το πορτάκι άνοιξε, αλλά αυτός δεν μπήκε μέσα. Την κοιτούσε επίμονα, και τα βαριά του μάτια ήταν λες και ήθελαν να της τρυπήσουν το μυαλό. Για πρώτη φορά η μάγισσα δεν χαμογέλασε στον επισκέπτη, πήγε και κάθισε στο πεζούλι ήσυχη, χωρίς καν να τον κοιτάζει.
Μετά από λίγο ο φονιάς κουνήθηκε και πήγε κοντά της όχι μέσα από τον κηπάκο της και το ανοιχτό πορτάκι, αλλά παραφυλώντας πίσω από το μικρό ξύλινο φράχτη, και τελικά πηδώντας ξαφνικά βρέθηκε καθισμένος δίπλα της. Η μάγισσα ούτε που ταράχτηκε. Έτσι πέρασαν κάμποσες στιγμές ακόμα, και μετά από λίγο του έπιασε το χέρι. Τα χέρια του μάτωσαν αμέσως και άρχισε να τρέχει ζεστό αίμα από τις παλάμες. Έτρεχε πάνω του, στα πόδια του, στο φρέσκο χώμα. Ήταν τόσο πολύ, που έφτασε στο ρυάκι και το έβαψε και αυτό κόκκινο. Όλη η φύση γύρω τους είχε παγώσει. Ήταν σαν να είχε έρθει ξαφνικά χειμώνας βαρύς και όλα έμοιαζαν ακούνητα και σαστισμένα. Κάποτε σταμάτησε να τρέχει το αίμα από τα χέρια του φονιά, και άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, πάνω στα ματωμένα χέρια του, στα πόδια του, στη γή, και μετά στο ρυάκι. Τα δάκρυα ξέπλυναν το αίμα, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα πια κόκκινο γύρω τους παρά κάτι παπαρούνες που φύτρωσαν εκείνη τη στιγμή στην όχθη δίπλα στο νερό.
Τότε πέταξε πάλι το μαύρο πουλί που είχε φύγει από τον ώμο της μάγισσας την ώρα που πήδηξε ο φονιάς στο πεζουλάκι ξαφνικά. Αυτή τη φορά πήγε και στάθηκε στον ώμο του φονιά. Και του ψιθύρισε: « ‘Ήρθες εδώ, να πλυθείς από το αίμα που σε βάραινε. Δεν ήρθες για συγχώρεση, ήρθες για αποδοχή. Η μάγισσα δεν ξέρει να κρίνει, ξέρει να αποδέχεται. Ξέρει να καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να σε δικαιολογήσει ή να σε συγχωρέσει. Μπορεί όμως να καθρεφτίσει τη ψυχή σου και να σε κάνει να τη δεις στο φως του φεγγαριού. Όλο το αίμα που ξεπλύθηκε από πάνω σου νωρίτερα, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να δεις καθαρά τον εαυτό σου. Η μάγισσα δεν θα σε κρίνει. Σε έχει αποδεχτεί ».
Τότε η μάγισσα γύρισε και για πρώτη φορά κοίταξε τον φονιά στα μάτια. Και ο φονιάς μέσα τους είδε μια απερίγραπτη λύπη και τον εαυτό του. Όσο βυθιζόταν μέσα στα μάτια της ήταν σαν να έβγαινε από το σώμα του και να γίνεται παρατηρητής των πράξεων του παρελθόντος. Και μετά άρχισε να βλέπει και τι θα συνέβαινε σε λίγο. Θα σκότωνε τη μάγισσα με το μαχαίρι που θα είχε περασμένο στη ζώνη του και θα ξέπλενε τα χέρια του στο ρυάκι κοκκινίζοντας για μια ακόμα φορά το νερό. Μετά θα έφευγε, και θα συνέχιζε τη ζωή του ακριβώς όπως και πριν. Σκοτώνοντας και τρομοκρατώντας. Εκείνη τη στιγμή η μάγισσα διάλεξε να σταματήσει να τον κοιτάζει. Γύρισε πάλι το βλέμμα της στο ρυάκι, με μια γαλήνη απλωμένη στο πρόσωπό της. Ο φονιάς έβγαλε το μαχαίρι του και καθρεφτίστηκε στην πλατιά του λάμα.To βλέμμα ενός ανταριασμένου τρελού τον αντίκριζε. Είχε δει τι θα γινόταν, αλλά δεν αποφάσιζε να μπήξει το μαχαίρι στη μάγισσα. «Γιατί δε με αλλάζεις»? τη ρώτησε. «Γιατί δεν κάνεις κάτι για να μη σε σκοτώσω? Για να μη συνεχίσω να κάνω τα ίδια και σε άλλους ανθρώπους? Ξέρω οτι έχεις τη δύναμη. Γιατί δε με σταματάς»? Μήπως προσπαθείς να μου πεις κάτι και δεν το καταλαβαίνω»? Συνέχισε. «Μήπως η επιλογή για το τι θα κάνω στη ζωή μου βρίσκεται στα χέρια μου και κανείς άλλος δεν μπορεί να αποφασίσει για μένα»? Η μάγισσα όμως σιωπούσε. Θυμωμένος πλέον ο φονιάς ύψωσε το μαχαίρι και της φώναξε: «Πάω στοίχημα οτι και να προσπαθήσω να σε σκοτώσω δεν θα πεθάνεις. Οτι παίζεις μαζί μου ένα παιχνίδι και θέλεις να με κάνεις να καταλάβω. Οτι θα μπορούσες να μου δείξεις οποιοδήποτε άλλο όραμα και να μη σε σκοτώνω στο τέλος. Αλλά εσύ δεν μου αφήνεις περιθώρια. Θέλεις να καταλάβω από μόνος μου». Ύψωσε το μαχαίρι και κάρφωσε τη μάγισσα στην καρδιά. ¨Ήταν σίγουρος οτι την επόμενη στιγμή κάτι θα γινόταν. Οτι η μάγισσα θα κατάφερνε με κάποιον τρόπο να ξεφύγει από το μαχαίρι του. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Ξαφνιασμένος παρακολούθησε τον εαυτό του να κάνει ακριβώς αυτό που είχε δει στα μάτια της μάγισσας οτι θα έκανε. Ξέπλυνε τα χέρια του στο ρυάκι και πηδώντας από την άλλη πλευρά χάθηκε στο σκοτάδι και τις φυλλωσιές.
Διπλή, εκούσια αυτοκαταστροφή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου