Κάθεται στην αυλή και ζωγραφίζει πάνω σε παλιούς μπογιατισμένους καφέ τενεκέδες που προορίζονται για γεράνια. Ζωγραφίζει φούσκες, ανεμόμυλους και καράβια. Φούσκες που τραμπαλίζονται λες, είτε απ το άμαθο χέρι του καλλιτέχνη, είτε απο το ζεστό αεράκι που του φυλάει το πρόσωπο. Ανεμόμυλους απ’ αυτούς τους παιδικούς, με το καλαμάκι και τα χρωματιστά χαρτάκια διπλωμένα έτσι, ωστε στο παραμικρό ανέμισμα να επιτελέσουν το έργο τους. Να γυρίσουν φτιάχνοντας την ίριδα. Και καράβια με λευκά πανιά πάνω σε αφρισμένα κύματα χωρίς μηχανές χωρίς ναύτες, μόνα τους να παραδέρνουν στο άπειρο.
Κάθεται και φτιάχνει παιδιακίσιες ζωγραφιές. Απ αυτές που κάνουν τα πεντάχρονα, που πασαλείβονται με τους μαρκαδόρους στα μπράτσα στα ρούχα στα μουτράκια τους. Μερικά μάλιστα, (αυτά θα πρέπει να είναι τα μεγάλα ταλέντα), τρώνε τις μπογιες κιόλας, τις δοκιμάζουν με τις γλωσίτσες τους, και δυσφορούν με τη γεύση. Λογικό! Όταν ήταν παιδί απορούσε και ο ίδιος γιατί το κόκκινο έχει τόσο πικρή γεύση και το κίτρινο δεν μυρίζει λεμόνι. Πάντα γέλαγε όταν έβλεπε την ανιψιά του πιτσιρίκα να μετουσιώνει το παιχνίδι σε φαί και τούμπαλιν. Αυτό σημαίνει δημιουργία, σκέφτεται παιχνιδιάρικα. Συμμετοχή όλων των αισθήσεων. Και η ακοή? Που είναι η ακοή ? Αν υπάρχουν όλες οι υπόλοιπες αισθήσεις, τότε που είναι η ακοή στη ζωγραφιά μου? Κοιτάζει προσεκτικά. Αφρισμένα κύμματα που χτυπούν στην καρίνα είναι αυτά που ακούγονται αχνά? Χαμογελάει. Αν γυρίσει πλευρά στον τενεκέ θα ακούσει και τα παιδιά που γελάνε καθώς τρέχουν με τους ανεμόμυλους να γυαλίζουν στο φως, καθώς κυνηγούν τις αλήτισσες φούσκες.
Χαμογελάει πάλι. Δεν είμαι πια παιδί, σκέφτεται. Αλλά δεν έχω σταματήσει και να είμαι. Ανάβει τσιγάρο! Τα χέρια του είναι γεμάτα μπογιές και με την άκρη της γλώσσας καταλαβαίνει στα χείλη του μια πικρή γεύση. Σαν κόκκινο του μοιάζει. Ακόμα ξαφνιάζεται που το κόκκινο δεν έχει γεύση κεράσι, καρπούζι, φράουλα.
-«Δεν είμαι πια παιδί» μονολογεί δυνατά
-«Αλλά δεν έπαψα ποτέ και να είμαι» λέει χαμηλότερα όλο σκανταλιά...»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου