
Όλες αυτές τις ιδέες, αυτές που σε έκαιγαν, τις απορίες και τα γιατί, τα είχα κι εγώ.
Όλα αυτά τα μικρά όνειρα που έδιωχνες με το μπλινκ των βλεφάρων σου ερχόντουσαν σε μένα.
Όλες αυτές τις στιγμές, τις μικρές, τις μεγάλες, τις απελπισίες και τις μοναξιές, τις καλωσόρισα.
Δεν ήμουν δίπλα σου, μα ήμουν μέσα σου, συγκοινωνούν δοχείο να γεμίζω με το θυμό σου και να επιπλέω στην αδικία σου
Ήμουν εκεί, μέχρι που επέλεξες να μη με βλέπεις, με τα μάτια της ψυχής σου, να μη με νιώθεις με όλες τις αισθήσεις σου, να μη με θέλεις με όλη τη ψυχή σου.
Και μετά ήμουν πάλι εκεί, γιατί σε περίμενα, γιατί αναρωτιόμουν τι άλλαξε και αν μπορεί να ξαναλλάξει. Kαι μετά πέρασαν χειμώνες πολλοί, και άνοιξες χωρίς μπουμπούκια, το μόνο που άνθιζε ήταν η θλίψη.
Και μετά είπα φτάνει, δεν μπορείς να περιμένεις μέχρι τον θάνατο, γιατί ο θάνατός σου είναι εδώ και σε ακουμπάει, και δεν αφήνει τον πραγματικό θάνατο να σε ανακουφίσει.
Και σκότωσα όλη την ελπίδα που είχα μαζέψει μέσα στο κορμί μου, ακόμα και τα μικρά θριψαλάκια μου βολικά είχα ξεχάσει¨ πίσω από τα νύχια μου, τα ίδια νύχια που έμπηγα στη σάρκα μου για να μη φωνάξω από απελπισία.
Και λούστηκα σε ένα φως που πόναγε, μέχρι τα βάθη, μέχρι την ύπαρξη, μέχρι τα όνειρα, και όλα τα βράδια δεν έκλεινα μάτι, να μη δω εφιάλτες με τα μάτια σου μέσα.
Και τώρα που γύρισες, και θέλεις τα ίδια σου, τα παλιά τα κεκτημένα, σε δοκιμάζω με τα δόντια μου, να θυμηθώ τη γεύση, να σε αναγνωρίσω, μα το μόνο που μου έρχεται στη μνήμη, είναι πολύ πορφυρό αίμα να τρέχει από τις πληγές, πολύ σαπισμένη σάρκα, να κάνει την ύπαρξη μαρτύριο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου