Είναι σαν επιδημία. Όλοι οι γνωστοί μου πήραν μηχανάκια. Μικρά ευέλικτα, δίτροχες πολεμίστρες, άγρια γκάζια, μπρίκια του καφέ… Ξαφνικά μεταφέρθηκαν οι συζητήσεις από τα γκατζετάκια του υπολογιστή στις ροπές, στα ιμομπιλάιζερ και τις χούφτες στο τιμόνι. Εκεί που μόλις είχα αρχίσει να συνηθίζω τους όρους του σέρβερ,usb και τορρεντς αντε τώρα να ξεσκονίσω τα παλιά μου λεξικά. Να μιλάμε για endo και drift. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες που γοητεύουν τα αρσενικά εμένα με μπερδεύουν. Δεν διαμαρτύρομαι καθότι μηχανόβια απο τα γενοφάσκια μου έστω και αν δεν έπιασα ουσιαστικά τιμόνι ποτέ, πάντα είχα κάποιον έταιρο λυσσασμένο να με κερνάει αδρεναλίνη.
Η μηχανή σου δίνει κάτι που το αυτοκίνητο δεν πρόκειται να στο προσφέρει ποτέ. Επαφή. Ακουμπάς τον αέρα, τη βροχή, την άσφαλτο με το γόνατο ενίοτε. Δεν σε προστατεύει, μα δε σε περιορίζει. Δεν έχει ραδιοκασετόφωνο cd player οπότε τραγουδάς εσύ. Δεν έχει καλοριφέρ ή αιρκοντίσιον αλλά πολλές φορές η εξάτμιση σου τσουρουφλίζει το πόδι και το χειμώνα έχεις όση δροσούλα τραβάει η όρεξή σου. Όταν βγαίνεις στην εθνική σου κάνουν σινιάλο όλοι οι δίτροχοι φίλοι σου, και αν σταματήσεις στην άκρη ο επόμενος μηχανάκιας που θα περάσει το πιθανότερο είναι οτι θα σταματήσει να σε ρωτήσει αν θες βοήθεια.
Έχω κάτι απίστευτες εικόνες με τα αγαπημένα μου δίτροχα.
Όπως τότε που πήγαμε κονβόι καμιά δεκαριά μηχανάκια την κολλητή μου σπίτι της επειδή ήταν τύφλα στο μεθύσι και δεν μπορούσε να οδηγήσει η ίδια. Ήταν η πρώτη φορά που οδήγησα ένα αυτόματο τσαρλάκι που τιναζόταν όταν έμπαινε η ταχύτητα και φοβόμουν οτι θα καταλήξω στο χαντάκι ή σε κανέναν κάδο μέσα. Αυτό το βράδυ το θυμόμαστε όλοι. Υποτίθεται οτι έπρεπε να την αφήσουμε διακριτικά έξω από το σπίτι της και να φύγουμε. Το πόσο διακριτικά βρήκε η γειτονιά και η μάνα της δέκα μηχανάκια να γκαζώνουν στις τέσσερις τα ξημερώματα το έμαθα την άλλη μέρα και έκτοτε προσπαθώ να το ξεχάσω...
Όπως τότε με το φίλο μου τον Κώστα που προσπαθούσαμε με ένα λιντάκι το "Ducati" του, να βγάλουμε την μεγάλη ανηφόρα προς το σπίτι μου και ξεκαρδισμένοι βάζαμε στοιχήματα αν θα μας βγάλει το μπουζί ή αν θα αρχίσει να τσουλάει προς τα πίσω το λιντάκι. Και όταν ζοριζόταν σε σημεία σκασμού, μετράγαμε πόσα κιλά πάχυνε ο καθένας από την τελευταία φορά που είχαμε ανέβει και οι δύο και συστήναμε express δίαιτες ο ένας στον άλλο.
Όπως τότε που με μια στρατιά πιτσιρικάδων και μια ετοιμόρροπη βέσπα κάναμε διαγωνισμό πάνω σε λόφους με χώμα ποιος θα κάνει την πιο εντυπωσιακή προσγείωση και η δική μας ήταν η καλύτερη γιατί ενώ όσο ήμασταν στον αέρα έφυγαν και τα δυο καπάκια από τη βέσπα, και πριν σκάσουμε κάτω είχα την αίσθηση οτι θα διαλυόταν και η υπόλοιπη. ¨Ήταν τα πιο κινηματογραφικά κλάσματα δευτερολέπτου της ζωής μου.
Όπως τότε που κάναμε με τον Μπίλ και την καινούρια του Suzuki ZX9R τη διαδρομή Πάτρα παραλία Αιγίου σε 9 λεπτά. Όταν κοίταξα το κοντέρ στη στροφή και είδα το 180 και πέρα από το τείχος του αέρα που αντιμετώπιζα ήρθε να προστεθεί και το ξάφνιασμα της ταχύτητας, καθώς και η απόλυτη σιγουριά οτι αυτό δεν το ξανακάνω, αλλά τώρα που το κάνω θα το ευχαριστηθώ μέχρι τέλους.
Όπως τότε που ξεκινήσαμε παρέα μεγάλη για τσάρκα με τα μηχανάκια και κάθε μια ώρα σταματάγαμε και αλλάζαμε μηχανάκια και στο τέλος ο ένας έβγαζε τη μηχανή του άλλου άχρηστη και το ντελιριακότερο επιχείρημα ήταν του Αντώνη που Ολυμπιακός γαρ είπε την ατάκα «Φίλε η καλύτερη μηχανή είναι η δικιά μου γιατί είναι κόκκινη». Και κανένας δεν του είπε κουβέντα γιατί ήταν όλοι σκατόγαβροι πωρωμένοι...
Όπως τότε που είχαμε χαθεί στα βουνά της Κρήτης 4 κορίτσια με μια βέσπα και μια τσόπερ επειδή μπέρδεψα την Άνω Παναγιά στο χάρτη με την Κάτω Παναγιά. (Δε φταίω ήταν λάθος ο χάρτης). Και βολοδέρναμε νυχτιάτικα τέρμα θεού με χαλασμένα τα φώτα της τσόπερ και χωρίς βενζίνη στη βέσπα τρέμοντας από το κρύο και από το φόβο αλλά ξορκίζοντάς το με γέλιο. Γελάγαμε γιατί οσονούπω θα κοιμόμασταν με τους λύκους και τότε είχε βγει το έργο «Χορεύοντας με τους λύκους» και το διακωμωδούσαμε προσευχόμενες να μην πεθάνουμε με τους λύκους.
Όπως τότε με τον αδερφό μου που γυρίζαμε με το XT απο διασκέδαση βράδυ με ψοφόκρυο και βροχή. Ξυλιασμένοι όπως ήμασταν φωνάζαμε: «Κάνει ζέστη κάνει ζέστη, κάνει ζέστη» μπας και το πιστέψουμε και σταματήσουν να χτυπάνε τα δόντια μας. Και μετά, χωμένοι στις κουβέρτες προσπαθούσαμε να ζεσταθούμε και φανταζόμασταν οτι είμαστε καλοκαίρι στην παραλία και είχε καύσωνα. Τον οποίο είχε την άλλη μέρα καθώς είχαμε φτάσει σαράντα πυρετό.
Όπως πρόσφατα, που μου καρφώθηκε πάλι ξημερώματα να πάμε βόλτα στα τούνελ του περιφερειακού με δανεικό κράνος, δανεική V-strom και το ωραιότερο φεγγάρι κρεμασμένο πάνω από τα κεφάλια μας. Και χαιρόμουν που κορνάραμε σε κάθε τούνελ, και από τη δροσιά της νύχτας μπαίναμε στα ζεστά σπλάχνα της γης τραγουδώντας και μετά πάλι έξω στη δροσούλα. Η απόλυτη αίσθηση της χαλάρωσης και της ησυχίας να μας συνοδεύει με το μουρμουρητό της μηχανής σε έναν άδειο δρόμο που αν συνέχιζε μέχρι τον ουρανό και γύρω από το φεγγάρι δε θα με ξάφνιαζε καθόλου.
Οι μηχανές σου δίνουν ελευθερία και ξενοιασιά που δεν θα σου δώσουν ποτέ τα αυτοκίνητα. Σε φέρνουν σε επαφή με το περιβάλλον σου, σε εξομοιώνουν μ αυτό. Τις συνδέεις με όμορφες στιγμές, με επικίνδυνες στιγμές, με τρελές παρέες και εκδρομές. Τα μεγάλα παιδιά πάντα έχουν μια μονάκριβη αγαπημένη στο γκαράζ τους. Και οι φευγάτοι τύποι δεν βγάζουν ποτέ το δερμάτινο και το μαντίλι από το λαιμό. Δεν γεννηθήκαμε με φτερά δυστυχώς, αλλά μερικές φορές σε μεγάλες στροφές ή ανοιχτωσιές που γυρίζεις το γκάζι να φτάσεις τον ορίζοντα, η μηχανή είναι οτι πιο κοντινό έχεις σε φτερά, και ο ήχος του αέρα σου δίνει την εντύπωση οτι πετάς. Οτι όλος ο κόσμος που απλώνεται μπροστά σου υποκλίνεται στα κυβικά σου. Και εσύ είσαι ο κυρίαρχός του. Ωραία αίσθηση! Πολύτιμη αίσθηση!
Καλές βόλτες και πάντα όρθιοι αγαπημένοι μου.
8 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου